Τελευταία νέα
Στο κόκκινο η ένταση στη Μέση Ανατολή: Οι ΗΠΑ έπληξαν 90 στόχους στο Ιράν – Νέα αντίποινα της Τεχεράνης στον Κόλπο Γιαννάκος για Αργος: «Σε πολύ κρίσιμη κατάσταση ο 20χρονος – Φορούσε μαγιό και στρατιωτική ταυτότητα» Φωτιά σε επιχείρηση ανακύκλωσης μετάλλων στον Ασπρόπυργο – Μεγάλη κινητοποίηση της Πυροσβεστικής [βίντεο] Η επόμενη μέρα του ελληνοτουρκικού διαλόγου μετά τα μηνύματα Μητσοτάκη για casus belli και F-35 Στις 12:00 η κηδεία της Βάγιας Νέστορα στην Κοζάνη – Η κόρη της θα μεταφερθεί για την τελετή με ασθενοφόρο Βραβεία Emmy 2026: Ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες – Οι μεγάλες εκπλήξεις και οι ηχηρές απουσίες Υπόθεση βιασμού στο ΑΤ Ομόνοιας: Ο εισαγγελέας «είδε» ευθύνη στο 19χρονο θύμα ΠΑΣΟΚ: Προτάσεις – ανάσα για τους συνταξιούχους Press Point: Στο περιθώριο η Ελλάδα λόγω Μητσοτάκη Στην Κοζάνη σήμερα το τελευταίο αντίο στη Βάγια Νέστορα – Με ασθενοφόρο στην κηδεία η κόρη της Αφροδίτη Γιατί ο Μακρόν φορούσε γυαλιά καθ’ όλη τη διάρκεια της συνόδου του ΝΑΤΟ [εικόνες – βίντεο] Παγκόσμιο debate: Ευνοείται ή όχι η Αργεντινή στο Μουντιάλ;
Efsyn.gr

Η στρογγυλή θεά στο φως της θεωρίας

Το ποδόσφαιρο είναι αναμφίβολα το πιο λαοφιλές άθλημα σε ολόκληρο τον κόσμο. Όπως όλα τα μαζικά κοινωνικά φαινόμενα, έτσι και το ποδόσφαιρο έγινε αντικείμενο έρευνας από την κοινωνική θεωρία. «Γιατί ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων ερεθίζεται μέχρι μανίας από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα», αναρωτιόταν ήδη το 1938 ο Ολλανδός ιστορικός Johan Huizinga. Και με το έργο του «Ο άνθρωπος και το παιχνίδι» (Γνώση, 1989) υπογράμμιζε ότι το ανθρώπινο γένος δεν ορίζεται μόνον ως homo sapiens ή και homo faber. Υπάρχει και ο homo ludens, ο «παίζων άνθρωπος».
Σύμφωνα με τον Huizinga, το παιχνίδι αποτελεί μια από τις κύριες βάσεις του πολιτισμού. Οι μεγάλες αρχετυπικές δραστηριότητες της ανθρώπινης κοινωνίας, η γλώσσα, ο μύθος, η τελετουργία, διέπονται όλες εξαρχής από το παιχνίδι. Αλλά και η πολιτισμένη ζωή, με τους νόμους της, την οικονομική της δραστηριότητα, την τέχνη και την επιστήμη, απλώνει τις ρίζες της στο αρχέγονο έδαφος του παιχνιδιού. Η έμφαση του Huizinga στο παιχνίδι ήταν μια έμμεση πολεμική στις ωφελιμιστικές τάσεις που κυριαρχούν στον βιομηχανικό πολιτισμό. Ηταν επίσης μια κριτική στις μαρξιστικές αναλύσεις που εστίαζαν στην εργασία και στον homo faber. Ο ίδιος ο Μαρξ άλλωστε, ο οποίος δεν έζησε για να γνωρίσει την εποχή του μαζικού αθλητισμού, υπήρξε ένας θεωρητικός της εργασίας μάλλον και όχι της σχόλης. Μια ορισμένη μαρξιστικής έμπνευσης κριτική θεωρούσε πάντως ότι η ζωή στον σύγχρονο καπιταλισμό χαρακτηρίζεται από αλλοτριωμένες μορφές τόσο της εργασίας όσο και της σχόλης.
Αλλά ο στιγματισμός του ποδοσφαίρου ως κατώτερης μορφής διασκέδασης ή και ως συμπτώματος παρακμής του πολιτισμού δεν προερχόταν μόνον από στοχαστές όπως ο Αντόρνο και ο Μαρκούζε, αλλά και από φιλοσόφους με διαφορετικό προσανατολισμό, όπως ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Γιάσπερς. Η κριτική θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης έβλεπε στο ποδόσφαιρο ένα προϊόν της πολιτιστικής βιομηχανίας, το σύμπτωμα μιας αλλοτριωμένης και δυστοπικής καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Επηρεασμένος από τις αναλύσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Gerhard Vinnai, ένας ριζοσπάστης αριστερός που συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1960, ερμήνευσε το ποδόσφαιρο ως επέκταση στον αγωνιστικό χώρο της δουλείας που επικρατεί στην αλλοτριωμένη εργασία. Και εξήγησε τη μαζική επιτυχία του με το γεγονός ότι προσφέρει μια «ασφαλή» περιοδική εκτόνωση στη συσσωρευμένη επιθετικότητα την οποία γεννούν οι κοινωνικές συνθήκες στον αναπτυγμένο καπιταλισμό («Το ποδόσφαιρο σαν ιδεολογία», Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1978).
Στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, προστέθηκαν πολλές νέες μελέτες που εξετάζουν το ποδόσφαιρο από ιστορική, κοινωνιολογική ή ανθρωπολογική σκοπιά. Σύμφωνα με τους Norbert Elias και Eric Dunning, το ποδόσφαιρο, όπως και άλλα μαζικά αθλήματα, κατατείνει στον συγκινησιακό εξορθολογισμό της κοινωνικής ζωής («Αθλητισμός και ελεύθερος χρόνος στην εξέλιξη του πολιτισμού», Δρομέας, 1998). Η συγκρότηση του νεωτερικού κράτους, το οποίο διεκδίκησε το μονοπώλιο στη χρήση της βίας, συνέτεινε στη συγκράτηση και στον έλεγχο των βίαιων παρορμητικών συμπεριφορών στην καθημερινή κοινωνική ζωή. Χάρη στη διαδικασία του εκπολιτισμού, η έντονη συγκινησιακή διέγερση που αντλούσαν παλιότερα οι άνθρωποι από την άσκηση φυσικής βίας, μετασχηματίζεται σε απόλαυση από τη συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες και παιχνίδια. Τα παιχνίδια αυτά συνιστούν μιμητικές πρακτικές, στον βαθμό που μιμούνται τη μάχη χωρίς να συνεπάγονται τις επικίνδυνες επιπτώσεις της. Η παγκόσμια επιτυχία του ποδοσφαίρου οφείλεται επομένως στην ικανότητά του, σε μια εποχή δημόσιου ελέγχου της βίας, να επιτρέπει την εκτόνωση παθών και να απελευθερώνει εκείνες τις αρχαϊκές παρορμήσεις, που διαφορετικά θα αναζητούσαν άλλη, πιο επικίνδυνη διέξοδο.
Μια άλλη ερμηνεία της επιτυχίας του ποδοσφαίρου έρχεται από το επιστημονικό πεδίο της ηθολογίας. Σύμφωνα με αυτήν, το ποδόσφαιρο έχει πολύ βαθιές ρίζες στην ανθρώπινη προϊστορία. Είναι, με άλλα λόγια, ένα κατάλοιπο, μια επιβίωση συμπεριφορών, που στο πολύ μακρινό παρελθόν ήταν θεμελιώδεις για την αυτοσυντήρηση του ανθρώπου. Ο Desmond Morris, στο βιβλίο του «Η φυλή του ποδοσφαίρου» (Κάκτος, 1982) παρατήρησε ότι το ποδόσφαιρο διατηρεί ορισμένα αρχετυπικά στοιχεία που χαρακτήριζαν το κυνήγι. Υπάρχει πράγματι σε αυτό στρατηγική, τακτική, συνεργασία, κίνδυνος, καταδίωξη, συγκέντρωση, αντίσταση, επινοητικότητα κ.ο.κ. Το ποδόσφαιρο θέτει σε κίνηση μια σύγκρουση για τον έλεγχο του εδάφους. Καθώς αντιπροσωπεύει ένα είδος προσομοίωσης του κυνηγιού ή του πολέμου, εμπεριέχει ορισμένα ίχνη εκείνων των αρχαϊκών πρακτικών που εγκαταλείφθηκαν βαθμιαία χάρη στον εκπολιτισμό του ανθρώπου.
Ο Καμί, ο Γκαλεάνο, ο Παζολίνι και πολλοί άλλοι διανοούμενοι αγάπησαν το ποδόσφαιρο. Πολλοί ήταν βέβαια και οι διανοούμενοι που το υποτίμησαν ή το περιφρόνησαν. Ορισμένοι μαρξιστές διανοούμενοι δυσκολεύονταν να κατανοήσουν το γιατί οι εργαζόμενες μάζες παθιάζονται με το ποδόσφαιρο και ενδιαφέρονται λιγότερο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Κάποιοι από αυτούς το ερμήνευσαν ως το νέο «όπιο του λαού». Από την άλλη μεριά, οι κυρίαρχες τάξεις αντιλήφθηκαν ότι το ποδόσφαιρο –αν κατορθώσουν να το ελέγξουν– μπορεί να λειτουργήσει προς όφελός τους και να αξιοποιηθεί ως εργαλείο εκτόνωσης των εργαζόμενων τάξεων. Το παιχνίδι άλλωστε μπορεί να δημιουργεί μια ευφρόσυνη διέγερση, μια απόλαυση ικανή να αντισταθμίζει προσωρινά μια δυσάρεστη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.
Μετά το Μουντιάλ του 2010, που έγινε στη Νότια Αφρική, ένας γνωστός μαρξιστής διανοούμενος, ο Terry Eagleton, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο: «Το ποδόσφαιρο: ένας αγαπητός φίλος του καπιταλισμού». Σε αυτό σημείωνε μεταξύ άλλων: «Αν κάθε δεξιό think tank έπρεπε να προτείνει ένα σχέδιο για να αποσπάσει την προσοχή του πληθυσμού από την πολιτική αδικία και να αντισταθμίσει τις σκληρές συνθήκες της ύπαρξής του, θα προέκυπτε πάντα η ίδια λύση: το ποδόσφαιρο» («Football: a dear friend to capitalism», The Guardian, 15/6/2010). Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι οι ανησυχίες του Eagleton δεν είναι εντελώς αβάσιμες. Ωστόσο, μολονότι πολλές όψεις του σύγχρονου ποδοσφαίρου μοιάζει να επικυρώνουν την εικόνα του ως «οπίου των λαών», πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο πολύ πιο σύνθετο, ώστε να μπορεί να συνοψιστεί σε έναν τόσο μονοδιάστατο ορισμό.
Στο ποδόσφαιρο επιβιώνουν και αντιστέκονται πολλά ανταγωνιστικά και αυθεντικά λαϊκά στοιχεία, που εξηγούν ως έναν βαθμό το γιατί εκατομμύρια εργαζόμενοι αγαπούν τόσο πολύ αυτό το άθλημα. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι πράγματι ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο. Είναι βέβαια πρωτίστως ένα ωραίο και θεαματικό παιχνίδι. Αλλά είναι ταυτόχρονα και ένα άθλημα γραφειοκρατικά οργανωμένο και υπερβολικά εμπορευματοποιημένο. Είναι επίσης μαζικό μιντιακό θέαμα που ερμηνεύεται από επαγγελματίες, παράγει λαϊκά είδωλα και προάγει τον βεντετισμό. Είναι και μια γιγάντια οικονομική δραστηριότητα, που προσελκύει μεγάλες επενδύσεις και αποφέρει πελώρια κέρδη. Είναι πολιτικό φαινόμενο από το οποίο επωφελούνται ποικιλότροπα οι διάφορες εξουσίες. Οι δικτατορίες μπορούν χάρη σε αυτό να αποκτούν λαϊκά ερείσματα και να κερδίζουν συναινέσεις, ενώ και στις δημοκρατίες μπορεί να ευνοεί μετακινήσεις της πολιτικής επιρροής και αλλαγές των συσχετισμών.
Υπάρχει άλλωστε μια ισχυρή δόση αλήθειας σε αυτό που είχε πει ένας Γερμανός κωμικός: «Το ποδόσφαιρο είναι όπως η δημοκρατία: 22 πρόσωπα παίζουν, ενώ εκατομμύρια κάθονται και κοιτάνε». Το ποδόσφαιρο είναι και ένα είδος «κοσμικής θρησκείας» με τους δικούς της πιστούς και λειτουργούς. Είναι ένα πεδίο μάχης, ένα σύνολο νόμιμων και μη νόμιμων δραστηριοτήτων, ένα αντικείμενο συμβολικών και συγκινησιακών επενδύσεων που αποδίδει κύρος και ισχύ.
Στο σύγχρονο σύμπαν της διασκέδασης, στο οποίο εγγράφεται και το ποδόσφαιρο, έννοιες όπως η ηθική, ο σεβασμός των κανόνων, η αξιοπρέπεια, η κοινωνική και πολιτική συνείδηση, κινδυνεύουν πάντα να υποσκελιστούν από την ιδέα ότι αυτό που μετράει είναι μόνον η νίκη (με όποια μέσα και αν επιτευχθεί), η συσσώρευση χρήματος, η αύξηση των επιχειρηματικών κερδών, η εξαπάτηση του αντιπάλου, η αντιμετώπιση των παικτών ως πολύτιμου πόρου προς εκμετάλλευση.
Καταλήγουμε διαπιστώνοντας τη βαθύτερη αμφισημία που χαρακτηρίζει το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Από τη μια μεριά είναι ένα παιχνίδι ικανό να μας προσφέρει απόλαυση και θαυμασμό με την ομορφιά του, την τεχνική του, τα χαρακτηριστικά του εκείνα που το καθιστούν σαγηνευτικό. Από την άλλη μεριά, μπορεί και να λειτουργεί ως το σύγχρονο «όπιο των μαζών», στον βαθμό που ελέγχεται από ένα σύστημα ολικής εμπορευματοποίησης και αποτελεί στοιχείο εκείνης της κοινωνίας του θεάματος που διαθέτει τη δύναμη να διαπλάθει και να χειραγωγεί συνειδήσεις.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...