Ενα κείμενο παρέμβασης για το ότι η πυρηνική ενέργεια δεν είναι λύση ενεργειακής επάρκειας και ασφάλειας για την Ελλάδα, δημοσίευσε σήμερα, Τετάρτη (15/7), το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα (ΙΝΑΤ).
Αναλυτικά το κείμενο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα: «Η πρόσφατη πολεμική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή με την επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν και η απειλή για το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, επανέρχονται προτάσεις για χρήση της πυρηνικής ενέργειας ως μέσο ενίσχυσης της ενεργειακής ανεξαρτησίας των κρατών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια, αναφέρθηκε στην πιθανή αξιοποίηση στην Ελλάδα των μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων (Small Modular Reactors – SMRs). Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι «όσο και εάν επεκτείνουμε τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, πάντα θα χρειαζόμαστε και την πυρηνική ενέργεια», παραγνωρίζοντας ότι οι ΑΠΕ και ειδικότερα τα υπεράκτια αιολικά πάρκα (ΥΑΠ) μπορούν να καλύψουν πολλαπλάσιες ανάγκες, με μηδενικό κόστος καυσίμου, χωρίς τις πολύ σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τα ανυπέρβλητα προβλήματα της διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων και τη γεωπολιτική εξάρτηση για την προμήθεια του πρωτογενούς καυσίμου, όπως παρουσιάζουμε στη παρούσα έκθεση.
Επιπλέον, ο Πρωθυπουργός, σε πρόσφατη ανάρτησή του, συνέδεσε το χαμηλό κόστος χονδρικής ενέργειας στη Γαλλία με το ότι έχει ως σταθερή βάση την πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό της μείγμα. Πέραν του γεγονότος ότι το κόστος ενέργειας από τους SMRs προβλέπεται να είναι σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των ΑΠΕ, όπως εξηγείται παρακάτω, ακόμη και στην περίπτωση που ήταν χαμηλότερο, το τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που συμμετέχει στο ενεργειακό μείγμα, η οποία συνήθως είναι το φυσικό αέριο, και επομένως δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο υπαρκτό πρόβλημα του υψηλού κόστους ενέργειας για τα νοικοκυριά (συγκεκριμένες προτάσεις για σημαντική μείωση αυτού του κόστους θα δημοσιευθούν σε επόμενη μελέτη του ΙΝΑΤ).
Από την πρώτη αναφορά του πρωθυπουργού τον Απρίλιο του 2026, η συζήτηση έχει προχωρήσει. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Μαΐου 2026, η Metlen συζήτησε με τη γαλλική EdF το ενδεχόμενο κάλυψης μέρους των αναγκών της εταιρείας Αλουμινίον της Ελλάδος από SMRs, ενώ ανακοινώθηκε η συγκρότηση δύο επιτροπών (πολιτικής υπό τον πρωθυπουργό και τεχνοκρατικής υπό τον υφυπουργό Ενέργειας) για τη διερεύνηση της πυρηνικής επιλογής. Ωστόσο, η επιχειρηματική κινητικότητα δεν μετατρέπει αυτόματα μια τεχνολογία σε ώριμη, ασφαλή και οικονομικά βιώσιμη για τα ελληνικά δεδομένα. Το αντίθετο: δείχνει ότι το ιδιωτικό ενδιαφέρον προηγείται της ολοκληρωμένης τεχνοκρατικής και ρυθμιστικής προετοιμασίας – μια επικίνδυνη ακολουθία για ένα τόσο υψηλού ρίσκου εγχείρημα.
Παράλληλα, μελέτη του Deon Policy Institute για πλωτούς πυρηνικούς σταθμούς (FNPPs) υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν θεμελιώδη τεχνικά εμπόδια για την Ελλάδα επικαλούμενη τη ναυτική παράδοση και τις λιμενικές υποδομές – το οποίο φυσικά δεν ταυτίζεται με απόδειξη βιωσιμότητας – αλλά παραβλέποντας άλλες παραμέτρους που καθιστούν ασύμφορη, οικονομικά και γεωπολιτικά, την επιλογή ακόμα και των FNPPs, που παραμένουν πειραματική τεχνολογία (πέραν του ρωσικού ‘Akademik Lomonosov’ που είναι μοναδική περίπτωση, με υψηλό κόστος και αμφιλεγόμενο προφίλ ασφάλειας).
Η επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στη δημόσια συζήτηση από τους υποστηρικτές της γίνεται υπό τον μανδύα μιας νέας, πιο ασφαλούς γενιάς πυρηνικής τεχνολογίας σε σχέση με τους παραδοσιακούς πυρηνικούς σταθμούς, αυτή των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων SMRs, που σχεδιάζονται με μικρότερη ισχύ – συνήθως μέχρι 300 MW(e). Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η λειτουργία των πυρηνικών σταθμών, πέρα από τον κίνδυνο που εγκυμονεί για το περιβάλλον και τον πληθυσμό, συνοδεύεται από τεχνολογικές, οικονομικές και γεωπολιτικές εξαρτήσεις που συχνά παραβλέπονται.
Η πυρηνική ενέργεια δεν απελευθερώνει την Ελλάδα από γεωπολιτικές εξαρτήσεις
Ενεργειακή Εξάρτηση: Πρώτα απ’ όλα, η πυρηνική ενέργεια δεν εγγυάται πραγματική ενεργειακή ανεξαρτησία, παρόλο που μειώνει την εξάρτηση από τη συνεχή εισαγωγή καυσίμων. Αντιθέτως, η πυρηνική ενέργεια δημιουργεί μακροχρόνιες τεχνολογικές, βιομηχανικές και κατ’ επέκταση γεωπολιτικές εξαρτήσεις από τις χώρες και τις εταιρείες που ελέγχουν τον εμπλουτισμό του ουρανίου, την παραγωγή πυρηνικού καυσίμου, τη συντήρηση των αντιδραστήρων και τη διαχείριση των τοξικών αποβλήτων. Η ενεργειακή εξάρτηση λοιπόν απλώς μετατοπίζεται από τα ορυκτά καύσιμα στο εμπλουτισμένο ουράνιο και στις χώρες που ελέγχουν την πυρηνική τεχνολογία και τις σχετικές βιομηχανικές υποδομές. Επιπλέον, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις αποτελούν δυνητικούς γεωπολιτικούς στόχους σε περιόδους σύγκρουσης. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε με δραματικό τρόπο τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν στρατιωτικές επιχειρήσεις λαμβάνουν χώρα γύρω από πυρηνικές εγκαταστάσεις, όπως στον πυρηνικό σταθμό της Ζαπορίζια. Η ύπαρξη τέτοιων εγκαταστάσεων σε περιοχές γεωπολιτικής έντασης δημιουργεί προϋποθέσεις σοβαρών κινδύνων και γεωπολιτικών εκβιασμών.
Η Ελλάδα είναι σεισμογενής χώρα – Η πυρηνική ενέργεια ενέχει μη αποδεκτό κίνδυνο
Κίνδυνος ατυχημάτων: Στον τομέα της ασφάλειας, η ιστορία δείχνει επίσης ότι τα μεγάλα πυρηνικά ατυχήματα προκύπτουν συχνά από απρόβλεπτες αλληλουχίες γεγονότων. Το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα το 2011 προκλήθηκε από έναν συνδυασμό ισχυρού σεισμού και τσουνάμι και ανέδειξε με δραματικό τρόπο τους κινδύνους που δημιουργούνται από απρόβλεπτα φυσικά φαινόμενα. Για χώρες με υψηλή σεισμικότητα, όπως η Ελλάδα, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις πιο σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη, στο όριο σύγκλισης της αφρικανικής και της ευρασιατικής τεκτονικής πλάκας. Ο Οδηγός Ασφάλειας της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας επισημαίνει ότι η σεισμική επικινδυνότητα αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αξιολόγησης για την εγκατάσταση πυρηνικών αντιδραστήρων. Πέρα όμως του ρίσκου λόγω σεισμικότητας, πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των SMRs, είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, όπως ακραία καιρικά φαινόμενα, άνοδο της στάθμης της θάλασσας και περιορισμούς στη διαθεσιμότητα νερού για την ψύξη, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την ασφαλή λειτουργία τους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι κίνδυνοι αυτοί είναι ακόμη μεγαλύτεροι, καθώς αποτελεί hotspot της κλιματικής αλλαγής, που σημαίνει εμφάνιση απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών αυξανόμενης συχνότητας και έντασης, τάση που αναμένεται να ενταθεί στο μέλλον. Παρά τα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά των SMRs – όπως μικρότερος πυρήνας, παθητικά συστήματα ασφάλειας και δυνατότητα υπόγειας ή πλωτής εγκατάστασης – που ενδέχεται να μειώνουν την τρωτότητα σε εξωτερικούς κινδύνους, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι φυσικοί κίνδυνοι – όπως σεισμοί, πλημμύρες και ακραία κλιματικά φαινόμενα – εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο παράγοντα ασφάλειας για πυρηνικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των SMRs, ιδίως σε περιοχές με έντονη σεισμικότητα. Πρόσφατες μελέτες ανάλυσης κινδύνου ατυχήματος για SMR δεν έχουν καταλήξει σε ένα ενιαίο συμπέρασμα, αλλά μια σχετικά ασφαλής εκτίμηση είναι ότι η παραδοσιακή ανάλυση ανά αντιδραστήρα μπορεί να υποεκτιμήσει τον πραγματικό κίνδυνο ενός ολόκληρου σταθμού, ενώ οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ μονάδων μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το τελικό επίπεδο κινδύνου. Επισημαίνουμε ότι η συζήτηση που γίνεται στη βιβλιογραφία περί των κινδύνων των SMRs αφορά κυρίως σε σύγκρισή τους με τους μεγάλους παραδοσιακούς αντιδραστήρες και όχι σε σχέση με τις εντελώς ακίνδυνες ΑΠΕ. Στο εξαιρετικά έντονο σεισμικό περιβάλλον της Ελλάδας, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ενεργές σεισμικά περιοχές του πλανήτη και αποτελεί την πιο σεισμογενή χώρα της Ευρώπης, η εγκατάσταση πυρηνικών μονάδων – ακόμη και μικρής κλίμακας SMR – αυξάνει το ρίσκο και δημιουργεί εύλογη ανησυχία για τη μακροχρόνια ασφάλεια των περιοχών που θα εγκατασταθούν και τις αναμενόμενες δραματικές επιπτώσεις – αν και πιο περιορισμένες από ότι ενός μεγάλου παραδοσιακού αντιδραστήρα – μιας πυρηνικής αστοχίας στον πληθυσμό.
Το πρόβλημα των πυρηνικών αποβλήτων παραμένει άλυτο, και οι SMRs μπορεί να το επιδεινώσουν
Πυρηνικά απόβλητα: Πέρα των κινδύνων ατυχημάτων, η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων, τόσο από μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs) όσο και από συμβατικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες, αποτελεί άλυτο και μείζον πρόβλημα λόγω της μακροχρόνιας ραδιενεργού τοξικότητας των αποβλήτων (ο χρόνος ημιζωής των παραγόμενων ραδιενεργών ισοτόπων κυμαίνεται από μερικές δεκάδες έως και εκατομμύρια χρόνια), της ανάγκης ασφαλούς αποθήκευσής τους για χιλιάδες χρόνια αλλά και της έλλειψης ευρέως αποδεκτών μόνιμων γεωλογικών χώρων τελικής διάθεσης. Συν τοις άλλοις, η μακροχρόνια αντοχή των ίδιων των υλικών αποθήκευσης δεν είναι εγγυημένη, γεγονός που αναδεικνύει τον ορατό κίνδυνο μελλοντικών διαρροών. Επιπλέον, πρόσφατες μελέτες επισημαίνουν ότι οι SMRs μπορεί να παράγουν αναλογικά μεγαλύτερες ποσότητες ραδιενεργών αποβλήτων ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας σε σύγκριση με τους μεγάλους αντιδραστήρες. Μελέτη από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Stanford δείχνει ότι ορισμένα σχέδια SMR θα μπορούσαν να αυξήσουν τον όγκο ορισμένων κατηγοριών πυρηνικών αποβλήτων ακόμη και κατά 2 έως 30 φορές ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας σε σύγκριση με τους συμβατικούς μεγάλους αντιδραστήρες.
Στη δημόσια συζήτηση προβάλλεται συχνά το παράδειγμα της Ισπανίας: υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, αλλά το σύστημα στηρίζεται σε πυρηνικά τη νύχτα. Ωστόσο, αυτό δεν αποδεικνύει την αναγκαιότητα των πυρηνικών – αποδεικνύει την ανεπάρκεια επενδύσεων σε αποθήκευση ενέργειας μακράς διάρκειας. Η Ελλάδα θα πρέπει, έστω και καθυστερημένα, να επενδύσει σε μπαταρίες, σε αντλησιοταμίευση και υβριδικά συστήματα, και όχι να υιοθετήσει το ισπανικό μοντέλο το οποίο στηρίζεται στην πυρηνική ενέργεια.
Το κόστος της πυρηνικής ενέργειας είναι, και προβλέπεται να είναι και στο μέλλον, υψηλότερο από αυτό των ΑΠΕ
Κόστος παραγωγής: Στον οικονομικό τομέα, παρά την εικόνα που συχνά παρουσιάζεται στη δημόσια συζήτηση, η πυρηνική ενέργεια παραμένει μια από τις πιο ακριβές μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας όταν συνυπολογιστούν όλα τα κόστη: κατασκευή, ασφάλεια, διαχείριση αποβλήτων και τελική αποξήλωση των εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με την έκθεση του 2024 του Ινστιτούτου για τα Οικονομικά της Ενέργειας και τη Χρηματοοικονομική Ανάλυση (IEEFA), και παρά τους ισχυρισμούς της πυρηνικής βιομηχανίας, οι SMRs εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα δαπανηροί, να απαιτούν μεγάλο χρόνο κατασκευής και ενέχουν υπερβολικούς κινδύνους ώστε να αποτελούν αξιόπιστη εναλλακτική στην ενεργειακή μετάβαση. Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν και από άλλες πολύ πρόσφατες αναλύσεις για την οικονομική βιωσιμότητα των SMRs, οι οποίες επισημαίνουν ότι οι SMRs έχουν σημαντικές οικονομικές και τεχνολογικές αβεβαιότητες που δυσκολεύουν τη μαζική εμπορική τους ανάπτυξη στο άμεσο μέλλον.
Άλλες πρόσφατες τεχνοοικονομικές αναλύσεις δείχνουν επίσης ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένων των SMRs, είναι γενικά υψηλότερο από εκείνο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και συνεπώς οι SMRs δεν φαίνεται να αποτελούν οικονομικά ανταγωνιστική επιλογή σε σχέση με τις υπάρχουσες τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Συγκεκριμένα, αξιοποιώντας ως βασικό εργαλείο σύγκρισης το Σταθμισμένο Κόστος Ενέργειας (LCOE – Levelized Cost of Energy), που υπολογίζει τη συνολική δαπάνη κατασκευής και λειτουργίας μιας μονάδας παραγωγής σε βάθος χρόνου, εκφρασμένη ανά μεγαβατώρα (MWh), η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών για Θέματα Ενέργειας (U.S. EIA) εκτιμά ότι στις ΗΠΑ το LCOE για την πυρηνική ενέργεια νέας γενιάς είναι περίπου στα 110 δολάρια ανά MWh (περίπου 101 €/MWh με τη σημερινή ισοτιμία) και προβλέπεται να παραμείνει σταθερό έως το 2050, αν και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το LCOE είναι σήμερα 165 $/MWh (152 €/MWh) και αναμένεται να φτάσει τα 120 $/MWh (110 €/MWh) το 2050. Αντιθέτως, η ηλιακή ενέργεια κοστολογείται ήδη στα 55 $/MWh (50 €/MWh) και αναμένεται να υποχωρήσει στα 25 $/MWh (23 €/MWh) έως τα μέσα του αιώνα, ενώ η χερσαία αιολική ενέργεια κοστολογείται στα 40 $/MWh (37 €/MWh) στις ΗΠΑ και στα 60 $/MWh (55 €/MWh) στην Ευρωπαϊκή Ένωση με πτωτικές τάσεις. Η δε κοστολόγηση της ανεκμετάλλευτης στην Ελλάδα υπεράκτιας αιολικής ενέργειας βαίνει μειούμενη τα τελευταία χρόνια και ανάλογα με την κλίμακα είναι σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα 75 $/MWh (69 €/MWh) . Η πτωτική τάση αναμένεται να συνεχιστεί λόγω της βελτίωσης της τεχνολογίας και ήδη στην Ελλάδα μπορεί να κοστολογηθεί με τιμές κοντά στα ~60 €/MWh δηλαδή σε επίπεδα κόστους χαμηλότερα από αυτά της πυρηνικής ενέργειας. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται πλήρως από την πλέον πρόσφατη έκθεση-ορόσημο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), το World Energy Outlook 2025 και της αντίστοιχης έκθεσης του Διεθνούς Οργανισμού Ανανεώσιμης Ενέργειας (IRENA 2025). Η έκθεση κάνει λόγο για την έλευση της «Εποχής της Ηλεκτρικής Ενέργειας» (Age of Electricity), όπου η ζήτηση ηλεκτρισμού αυξάνεται με διπλάσια ταχύτητα από τη συνολική ενεργειακή ζήτηση, με τις ανανεώσιμες πηγές και κυρίως τα φωτοβολταϊκά να πρωταγωνιστούν χάρη στο διαρκώς μειούμενο κόστος και στην αφθονία παραγωγικής ικανότητας παγκοσμίως. Αυτό σημαίνει ότι η αξιοποίηση της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα, σύμφωνα με προδιαγραφές που θα παρουσιάσουμε σύντομα σε αναλυτική μελέτη του Ινστιτούτου, δεν είναι μόνο οικονομικά πρόσφορη, αλλά εντάσσεται πλήρως στην παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση, χωρίς να ενέχει κανέναν από τους γεωπολιτικούς, περιβαλλοντικούς και σεισμικούς κινδύνους της πυρηνικής ενέργειας.
Η πυρηνική ενέργεια είναι χρονικά ασύμβατη με τις άμεσες ενεργειακές ανάγκες της χώρας
Για την Ελλάδα, η οποία διαθέτει εξαιρετικό δυναμικό ηλιακής και αιολικής ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από έντονη σεισμικότητα, η πυρηνική ενέργεια αποτελεί επικίνδυνη και ακριβή επιλογή που επιπλέον θα δημιουργήσει νέες γεωπολιτικές εξαρτήσεις.
Η πρόσφατη στροφή της κυβερνητικής ρητορικής προς την πυρηνική ενέργεια αναδεικνύει και μια κραυγαλέα έλλειψη στρατηγικού βάθους και συνέχειας στην εθνική ενεργειακή πολιτική. Είναι αξιοσημείωτο ότι το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), που δημοσιεύτηκε από την παρούσα κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2024, δεν περιλαμβάνει καμία απολύτως αναφορά στην πυρηνική ενέργεια ως μέρος του εθνικού ενεργειακού μείγματος. Η επίσημη εθνική στρατηγική, όπως αυτή αποτυπώθηκε πρόσφατα, βασίζεται αποκλειστικά στην ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ, στην ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης και στην αξιοποίηση του πράσινου υδρογόνου για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας. Η ξαφνική προώθηση των SMRs, έστω και σε επίπεδο κυβερνητικών δηλώσεων και εκκίνησης μελετών, υπονομεύει την αξιοπιστία του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας και ρυθμιστικής αστάθειας που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την επενδυτική κοινότητα, η οποία έχει ήδη κατευθύνει σημαντικά κεφάλαια σε έργα ΑΠΕ, αποθήκευσης και υδρογόνου, βασιζόμενη στον οδικό χάρτη του ΕΣΕΚ. Η αγορά για να επενδύσει στη πράσινη μετάβαση απαιτεί ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο, και όχι σπασμωδικές αλλαγές πλεύσης που ανατρέπουν τον μακροχρόνιο ενεργειακό προγραμματισμό της χώρας.
Τέλος, ακόμα και αν παραβλέπαμε τις βασικές αιτιάσεις που καθιστούν τη λύση της πυρηνικής ενέργειας ακατάλληλη για την Ελλάδα (ενεργειακή εξάρτηση, περιβαλλοντικοί κίνδυνοι λόγω σεισμικότητας, προβλήματα διαχείρισης τοξικών αποβλήτων και το προβλεπόμενο αυξημένο κόστος παραγωγής), ο κρίσιμος παράγοντας του χρονικού ορίζοντα υλοποίησης των SMRs καθιστά την πυρηνική επιλογή πρακτικά ατελέσφορη για τις επείγουσες ενεργειακές ανάγκες της χώρας. Η ανάπτυξη οποιασδήποτε πυρηνικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των SMRs, απαιτεί ένα διάστημα 10 έως 15 ετών για την ολοκλήρωση των αδειοδοτήσεων, των περιβαλλοντικών μελετών και της ίδιας της κατασκευής. Η δέσμευση πόρων σε έργα με τόσο μακρύ χρονικό ορίζοντα υλοποίησης ενδέχεται να υπονομεύσει την προσπάθεια για μια έγκαιρη και αποτελεσματική ενεργειακή μετάβαση. Επιπλέον, τα πυρηνικά έργα χαρακτηρίζονται συστηματικά από μεγάλες υπερβάσεις κόστους και σημαντικές καθυστερήσεις στην κατασκευή. Συγκεκριμένα, πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι ο μέσος πυρηνικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής παρουσιάζει υπέρβαση κόστους της τάξης του 102,5% σε σχέση με τον αρχικό προϋπολογισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι στη πιο ώριμη αγορά διεθνώς, αυτή των ΗΠΑ, έχουν ακυρωθεί έργα κατασκευής SMRs, όπως το NuScale στη Γιούτα, που εθεωρείτο το πιο ώριμο έργο αλλά ακυρώθηκε το 2023 λόγω εκτίναξης του κόστους.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με υψηλή σεισμικότητα και κλιματική ευαλωτότητα αλλά και με εξαιρετικό δυναμικό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η προτεραιότητα οφείλει να είναι η επιτάχυνση των επενδύσεων στις ΑΠΕ – με ορθή χωροθέτηση- στην αποθήκευση και στα σύγχρονα δίκτυα, μέσα από κοινωνικά συμμετοχικές και αποκεντρωμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τομείς στους οποίους η χώρα μας υστερεί σημαντικά. Αντίθετα, η δέσμευση πόρων σε τεχνολογίες υψηλού κόστους, μεγάλου χρονικού ορίζοντα και αυξημένης αβεβαιότητας ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω επιβάρυνσης του ενεργειακού κόστους, πέραν όλων των άλλων σοβαρότατων προβλημάτων που προαναφέραμε.
Συμπεράσματα
Συνοψίζουμε τις 5 πιο βασικές αιτίες για τις οποίες η τεχνολογία SMR δεν αποτελεί βιώσιμη και ασφαλή λύση για την Ελλάδα.
Η πυρηνική ενέργεια δεν απελευθερώνει την Ελλάδα από γεωπολιτικές εξαρτήσεις. Απλώς μεταθέτει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα στο ε- μπλουτισμένο ουράνιο και σε λίγες χώρες που ελέγχουν την πυρηνική τε- χνολογία. Ταυτόχρονα, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις αποτελούν ευάλωτους στόχους σε περιόδους κρίσης.
Το πρόβλημα των πυρηνικών αποβλήτων παραμένει άλυτο, και οι SMRs μπορεί να το επιδεινώσουν. Η διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων για χιλιάδες χρόνια είναι ένα ανοιχτό ζήτημα με υψηλή επικινδυνότητα ατυχημάτων και σοβαρότατες επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένοι SMRs παράγουν 2 έως 30 φορές περισσότερα απόβλητα ανά μονάδα ενέργειας σε σχέση με τους συμβατικούς αντιδραστήρες.
Η Ελλάδα είναι σεισμογενής και κλιματικά ευάλωτη χώρα. Η πυρηνική ενέργεια ενέχει μη αποδεκτό κίνδυνο. Με την υψηλότερη σεισμικότητα στην Ευρώπη αλλά και ως hot-spot της Κλιματικής Αλλαγής με αυξημένη την ένταση και τη συχνότητα φυσικών καταστροφών, η εγκατάσταση πυρηνικών αντιδραστήρων – ακόμα και μικρών (SMRs) – στην Ελλάδα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους ατυχήματος.
Το κόστος της πυρηνικής ενέργειας είναι, και προβλέπεται να είναι και στο μέλλον, σημαντικά υψηλότερο από αυτό των ΑΠΕ. Το LCOE για πυ- ρηνικούς σταθμούς νέας γενιάς ξεκινά από 152 €/MWh, ενώ η χερσαία αιολική κοστολογείται ήδη στα 37 €/MWh, η ηλιακή στα 50 €/MWh και τα υπεράκτια αιολικά κοντά στα 60 €/MWh – με τάσεις περαιτέρω μείωσης.
Η πυρηνική ενέργεια είναι χρονικά ασύμβατη με τις άμεσες ενεργειακές ανάγκες της χώρας. Η ανάπτυξη πυρηνικής υποδομής απαιτεί 10 έως 15 χρόνια για αδειοδοτήσεις και κατασκευή – πολύ πέρα από τον ορίζοντα του 2030, όπου απαιτούνται άμεσες λύσεις. Η δέσμευση πόρων σε τέτοια έργα υπονομεύει την έγκαιρη ενεργειακή μετάβαση και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ΕΣΕΚ, δημιουργώντας αβεβαιότητα στην αγορά.
Oμάδα Περιβάλλοντος, Ενέργειας Και Κλιματικής Αλλαγής, ΙΝΑΤ
– Βανέσσα Κατσαρδή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Θαλάσσιας και Παράκτιας Μηχανικής, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
– Μανώλης Πλειώνης, Καθηγητής Αστροφυσικής, Τμήμα Φυσικής, ΑΠΘ και πρώην Πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών
– Τριαντάφυλλος Αλμπάνης, Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Χημείας και πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
– Γιώργος Βασιλειάδης, Φυσικός (συνεργάτης ΙΝΑΤ)
– Άρης Μαγκλάρας, Δρ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός
– Κωνσταντίνος Μυλωνάς, Μηχανικός Έρευνας και Ανάπτυξης Ενεργειακών Συστημάτων (συνεργάτης ΙΝΑΤ)
– Δημήτρης Τσέκερης, Ενεργειακός Μηχανολόγος Μηχανικός (συνεργάτης ΙΝΑΤ».
