Efsyn.gr

Μάρω Κοντού (1934-2026): Η πρωταγωνίστρια που έκοψε τον αέρα στους Αντωνάκηδες

«Αυτό που σου λέω εγώ. Κι άκουσε να δεις, Αντωνάκη μου… δέκα χρόνια μ’ έπρηξες “Παίρνω το καπελάκι μου” και “Παίρνω το καπελάκι μου”. Ε, λοιπόν πάρε το καπελάκι σου και ώρα καλή στην πρύμνη σου και αγέρα στα πανιά σου».
Ηταν 1965, δεκατρία μόλις χρόνια αφότου οι Ελληνίδες είχαν αποκτήσει πλήρη πολιτικά δικαιώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κοινωνία δεν διατηρούσε αυτούσια τα συντηρητικά της αντανακλαστικά απέναντι στον βαθμό γυναικείας αυτοδιάθεσης, όταν ο Γιώργος Τζαβέλλας ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης εμπνεύστηκε την «Ελενίτσα», τη γυναίκα που θα έκοβε από τον Αντωνάκη Κοκοβίκο τον πατριαρχικό αέρα. Και ποια άλλη θα την ερμήνευε καλύτερα από εκείνη την κομψή και διακριτικά όμορφη ηθοποιό που ήταν προορισμένη να αντιπροσωπεύσει μια διαφορετική εκδοχή της γυναικείας παρουσίας στη μεγάλη οθόνη;
Η Μάρω Κοντού που πέθανε χθες στα 92 της χρόνια, πλήρης ημερών και εμπειριών, δεν υπήρξε ποτέ η σταρ που προσδιοριζόταν μόνον μέσα από το ανδρικό βλέμμα. Οι ηρωίδες της δεν περίμεναν να σωθούν, ούτε όριζαν την αξία τους από έναν έρωτα ή τον γάμο. Είχαν άποψη, χιούμορ, αξιοπρέπεια και, κυρίως, βούληση και ροπή στην αυτοδιάθεση. Κι έτσι πίσω από την επιφάνεια μιας ασπρόμαυρης κωμωδίας για μια μικροαστική συμβίωση στην οδό Τριπόδων τη δεκαετία του ’60, ο Τζαβέλλας μπορούσε να εμπιστευτεί στις υποκριτικές της αρετές (όπως και στου Γιώργου Κωνσταντίνου) ένα ευανάγνωστο σχόλιο πάνω στην πατριαρχία, τις έμφυλες σχέσεις και την κοινωνία που θα άλλαζε ακόμα κι αν οι Αντωνάκηδες απειλούσαν… Κάπως έτσι η Μάρω Κοντού μάς χάρισε μια από τις σπουδαιότερες ερμηνείες της στο ελληνικό σινεμά και η κωμωδία του Τζαβέλλα πέρασε στην ιστορία του ως μία από τις πρώτες κινηματογραφικές απόπειρες αποτύπωσης της γυναικείας χειραφέτησης στην Ελλάδα.
Η Κοντού βέβαια δεν πήγε τότε κόντρα στο φιζίκ της, ούτε στην ερμηνευτική της «προδιάθεση». Χωρίς το ακαταμάχητο sexiness της Λάσκαρη, τον χαριτωμένο, εφηβικό ερωτισμό της Βουγιουκλάκη, του απόλυτου λαϊκού ειδώλου δηλαδή, ή τη δαιμόνια μαγκιά της Καρέζη, ήταν πάντως η ψηλή, αγέρωχη κομψή γυναίκα με την αριστοκρατική φυσιογνωμία και τη σαφή προσωπικότητα πίσω από την οποία η ηθοποιός είχε ανάλογα χαρακτηριστικά και προορισμό, κατορθώνοντας να ζει με τους δικούς της όρους.
Στο σινεμά απόδειξη γι’ αυτό ήταν βέβαια και ως σχεδόν ξεχωριστό κεφάλαιο στην πορεία της η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δυο τους συμπρωταγωνίστησαν σε δεκατρείς ταινίες (με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τις «Ο γεροντοκόρος», «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», «Καπετάν Φάντης Μπαστούνι» «Της ζήλειας τα καμώματα» κ.ά.), δημιουργώντας ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά δίδυμα όλων των εποχών. Εκείνος ενσάρκωνε συχνά τον αυτάρεσκο, αυταρχικό ή πατριαρχικό άνδρα· εκείνη δεν λειτουργούσε ποτέ ως συμπλήρωμά του. Αντίθετα, στεκόταν απέναντί του ως ισότιμη πρωταγωνίστρια, με ευφυΐα, χιούμορ και μια διακριτική ειρωνεία που ανέτρεπε τις ισορροπίες. Οι χαρακτήρες της δεν ήταν ποτέ διακοσμητικοί. Ηταν γυναίκες με προσωπικότητα, ικανές να συγκρουστούν, να διεκδικήσουν και να επιβληθούν. Πάντως η κινηματογραφική χημεία των δυο τους στη μεγάλη οθόνη ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη, ώστε πολλοί να στοιχηματίζουν πως διατηρούσαν ερωτική σχέση εκτός πλατό, κάτι που η ίδια είχε διαψεύσει επανειλημμένα και κατηγορηματικά.
Στη ζωή αντίστοιχα η Μάρω Κοντού δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να απολογηθεί για τις επιλογές της. Μίλησε ανοιχτά για τους έρωτες και τους δύο γάμους της (με τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα), αλλά και για την απόφασή της να μη γίνει μητέρα. Δεν αντιμετώπισε ποτέ τη μητρότητα ως κοινωνική υποχρέωση, ούτε πίστεψε ότι η ευτυχία μιας γυναίκας μετριέται αποκλειστικά μέσα από την οικογένεια. «Δεν μετάνιωσα που δεν έκανα παιδιά», έλεγε με ειλικρίνεια, εξηγώντας ότι η μεγαλύτερη αποτυχία θα ήταν να ζήσει μια ζωή που δεν είχε επιλέξει η ίδια. Σε μια εποχή όπου τέτοιες τοποθετήσεις μόνο αυτονόητες δεν ήταν, η Κοντού υπερασπίστηκε διακριτικά αλλά σταθερά το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να αποφασίζει για τη ζωή του χωρίς να συνυπολογίζει τις κοινωνικές προσδοκίες.
Γεννημένη ως Μαριάνθη Κοντού στις 21 Ιουνίου 1934 στην Αθήνα και μεγαλωμένη στο Κουκάκι, γνώρισε από πολύ νωρίς τις δυσκολίες. Εχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών και μεγάλωσε με τη μητέρα, την αδελφή και τη γιαγιά της. Η οικονομική στενότητα δεν την εμπόδισε να στραφεί από μικρή στις τέχνες. Αγάπησε τον χορό, φοίτησε στη σχολή της Κούλας Πράτσικα και κέρδισε υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, ενώ από το 1953 έως το 1958 συμμετείχε στον Χορό του Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου, παίρνοντας πολύτιμα μαθήματα από κορυφαίους ηθοποιούς όπως η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής. Αυτή η αυστηρή καλλιτεχνική παιδεία σφράγισε ολόκληρη την πορεία της.
Το 1958 απέκτησε άδεια ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο και ξεκίνησε αμέσως μια θεατρική διαδρομή που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία ήρθε δίπλα στον Ντίνο Ηλιόπουλο, με την παράσταση «Η κυρία του κυρίου» των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη.
Η καθοριστική και μοιραία στιγμή για την καριέρα της ήρθε όμως έναν χρόνο αργότερα όταν ο Δημήτρης Χορν την επέλεξε για να αντικαταστήσει την Ελλη Λαμπέτη στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ και τρία χρόνια αργότερα όταν συμπρωταγωνίστησαν στην ταινία «Αλλοίμονο στους νέους» (1961), σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Ο Χορν έγινε έκτοτε και για χρόνια ο άνθρωπος που η ίδια αποκαλούσε «συμβουλάτορά» της. Δεν της δίδαξε μόνο υποκριτική, αλλά έναν ολόκληρο τρόπο να αντιμετωπίζει το επάγγελμα. Οταν εκείνη του είχε εξομολογηθεί ότι θα ήθελε να γνωρίσει τη λαϊκή αποθέωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη, εκείνος της απάντησε: «Ευχή και κατάρα σου δίνω να μη γίνεις λαϊκό είδωλο. Να μπορείς να παίζεις μέχρι τα ογδόντα σου σε ωραίες δουλειές». Κοιτάζοντας σήμερα τη διαδρομή της, δύσκολα μπορεί κανείς να μη σκεφτεί ότι η ευχή του πραγματοποιήθηκε.
Στον κινηματογράφο η Κοντού είχε πρωτοεμφανιστεί το 1954, όμως η μεγάλη καταξίωση ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με ταινίες όπως «Τα κίτρινα γάντια», το «Αλλοίμονο στους νέους», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», το «Εγκλημα στα παρασκήνια» και δεκάδες ακόμα παραγωγές που σημάδεψαν τη χρυσή εποχή της Φίνος Φιλμ. Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από εξήντα κινηματογραφικές ταινίες και σχεδόν ενενήντα θεατρικά έργα, αποδεικνύοντας μια αξιοθαύμαστη καλλιτεχνική αντοχή.
Παρά τη λαϊκή αποδοχή που της χάρισε ο κινηματογράφος, η ίδια δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί το θέατρο τον φυσικό της χώρο. Από τα πρώτα της βήματα μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της παρέμεινε ενεργή στη σκηνή, κάνοντας συνεργασίες με σημαντικούς θιάσους και σκηνοθέτες. Ερμήνευσε κλασικές κωμωδίες, σύγχρονα έργα, επιθεωρήσεις και μιούζικαλ, αποδεικνύοντας μια ευελιξία που συχνά επισκιαζόταν από τη δημοφιλία των κινηματογραφικών της ρόλων. Η ίδια έλεγε πως στο θέατρο ο ηθοποιός δοκιμάζεται πραγματικά, γιατί δεν υπάρχει δεύτερη λήψη, ούτε μοντάζ. Ισως γι’ αυτό δεν έζησε ποτέ ως «πρώην σταρ», αλλά σχεδόν μέχρι τέλους ως ενεργή θεατρίνα που αναζητούσε διαρκώς νέες προκλήσεις.
Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου σημαντική ήταν και η μουσική της πλευρά. Η συμμετοχή της στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι αποκάλυψε μια καλλιτέχνιδα με εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες και επιβεβαίωσε ότι το ταλέντο της δεν περιοριζόταν στην υποκριτική.
Αργότερα στράφηκε και στα κοινά. Εκλέχθηκε δημοτική σύμβουλος Αθηναίων επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου και στη συνέχεια (2004-2007) βουλεύτρια της Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία. Παρότι η πολιτική της ενασχόληση δεν άφησε τόσο ισχυρό αποτύπωμα όσο η καλλιτεχνική της πορεία, υπήρξε μια ακόμα έκφραση της διάθεσής της να συμμετέχει ενεργά στη δημόσια ζωή. Αυτό ίσως επηρέασε βέβαια μερικούς από όσους στους χθεσινούς τους «αποχαιρετισμούς» στα social media έσπευδαν να στηλιτεύσουν τις κομματικές της επιλογές ή την αστική της καταγωγή. Μα δεν είναι αυτά που τη χαρακτήρισαν και είναι μάλλον άδικο μία κεντρική φιγούρα της συλλογικής μνήμης μιας εποχής ολόκληρης να κόβεται και να ράβεται με τα σημερινά δικά μας πολιτικά μέτρα.
Η Μάρω Κοντού υπήρξε από τις ελάχιστες Ελληνίδες σταρ του σινεμά που δεν εγκλωβίστηκαν ποτέ στον μύθο τους. Η σημαντικότερη παρακαταθήκη της δεν βρίσκεται μόνο στην υποκριτική της δεινότητα. Βρίσκεται στην πραγματικότητα μιας γυναίκας που απέδειξε εγκαίρως ότι η κομψότητα μπορεί να συνυπάρχει με τη δύναμη, ότι η θηλυκότητα δεν συνεπάγεται υποταγή και ότι η ελευθερία κατακτάται μέσα από τις προσωπικές επιλογές. Ετσι έκανε μέχρι τέλους, όταν δεν έκρυψε την ασθένειά της, ούτε όμως την έσυρε στο τηλεοπτικό βήμα. Το τελευταίο διάστημα νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες σε κρίσιμη κατάσταση, φάνηκε ωστόσο να ξεπερνάει το πρόβλημα όταν επέστρεψε στο σπίτι της. Μπήκε όμως και πάλι εσπευσμένα στον «Αγιο Σάββα» όπου χθες το πρωί άφησε την τελευταία της πνοή.
Συλλυπητήριες δηλώσεις για τον θάνατο της Μάρως Κοντού εξέδωσαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία κ.ά.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...