Τελευταία νέα
Ρένα Δούρου: Η επιστροφή από τις στάχτες και το κλειδί της επόμενης ημέρας Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ: Αγρια κόντρα Αδωνι με Θαν. Καμπαγιάννη Ρένα Δούρου: «Ώρα αναγέννησης του ΣΥΡΙΖΑ για μια ισχυρή προοδευτική απάντηση στη ΝΔ» Ο Διονύσης Τεμπονέρας στην «Εφ.Συν.»: «Εμείς δεν θα κλέβουμε, θα παράξουμε νέο πλούτο» ΠΑΣΟΚ: Πρόταση για ριζική μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό με 13η σύνταξη, νέο ΕΚΑΣ και 19 παρεμβάσεις Συγκίνηση στο τελευταίο αντίο στον Λορέντζο Καριέρε: Συγγενείς και φίλοι δίνουν το παρών [εικόνες] ΣΥΡΙΖΑ: Νέα Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας εξελέγη η Ρένα Δούρου ΣΥΡΙΖΑ: Η Δούρου νέα πρόεδρος της ΚΟ- Έλαβε 7 από τις 8 ψήφους ΣΥΡΙΖΑ: Πρόεδρος η Ρένα Δούρου με 7 από τις 8 ψήφους Μητσοτάκης: Η έκθεση της Κομισιόν επιβεβαιώνει την πρόοδο της Ελλάδας στο Κράτος Δικαίου Μητσοτάκης για έκθεση Κομισιόν: Σταθερή πρόοδος της Ελλάδας στο Κράτος Δικαίου, η προσπάθεια συνεχίζεται ΣΥΡΙΖΑ: Η Ρένα Δούρου νέα πρόεδρος της ΚΟ με 7 ψήφους, «λευκό» έριξε ο Παύλος Πολάκης
Efsyn.gr

Μαντσεστερισμός, επανεκβιομηχάνιση και Μπρέξιτ

Αν παρακολουθήσει κανείς την ελληνική δημόσια συζήτηση για τα τεκταινόμενα στη Βρετανία, θα νομίσει ότι το Μπρέξιτ είναι ο κύριος λόγος για κάθε οικονομικό ή πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Στην ελληνική δημόσια συζήτηση η Βρετανία έχει πάψει να είναι πραγματική χώρα και έχει μετατραπεί σε ηθικό δίδαγμα. Κάθε δυσκολία της αποδίδεται στο Μπρέξιτ και κάθε εξέλιξη ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα «έπραξε σωστά» το 2015.
Η συζήτηση αυτή έχει μικρή σχέση με την πραγματικότητα. Όχι επειδή το Μπρέξιτ έχει ξεχαστεί στη Βρετανία — δεν έχει. Εξακολουθεί να αμφισβητείται, κυρίως από τμήματα της μεσαίας τάξης και ορισμένες φωνές στο Εργατικό Κόμμα. Αλλά η εργατική τάξη δεν έχει αλλάξει γνώμη. Και τα εκλογικά αποτελέσματα το επιβεβαιώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο.
Το πραγματικό γεγονός είναι ανάδειξη του λεγόμενου «Μαντσεστερισμού» καθώς ο Άντι Μπέρναμ βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στην πρωθυπουργία της Βρετανίας.’Υστερα από σαράντα και πλέον χρόνια νεοφιλελευθερισμού, ανοίγει για πρώτη φορά σοβαρή συζήτηση γύρω από την παραγωγή, τη βιομηχανία, την εργασία και τον ρόλο του κράτους στην οικονομία. Η ταχύταττη ανάρρηση του Μπέρναμ εκφράζει αυτήν ακριβώς τη μετατόπιση.
Δεν πρέπει να υπάρχει καμία ψευδαίσθηση για τον ίδιο τον Μπέρναμ. Πρόκειται για έναν έμπειρο και φιλόδοξο πολιτικό, με όλη την «ευελιξία» που χαρακτηρίζει το είδος. Ο Μπέρναμ έχει δευτερεύουσα σημασία. Το σημαντικό είναι ότι η Βρετανία αρχίζει να αλλάζει θέμα συζήτησης. Μια χώρα που αποβιομηχανοποιήθηκε ραγδαία με τις δομικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Θάτσερ και όσων την ακολούθησαν απαιτεί πλέον κάτι περισσότερο από καλύτερη διαχείριση της παρακμής. Χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση.
Η βρετανική συζήτηση φωτίζει ένα ζήτημα που στην Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται σχεδόν αιρετικό. Το πρόβλημα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών σήμερα δεν είναι πρωτίστως η διανομή. Είναι η παραγωγή του πλούτου. Από αυτήν τη διαπίστωση ξεκινά πλέον η σοβαρή συζήτηση στη Βρετανία. Και ακριβώς αυτή η διαπίστωση εξακολουθεί να απουσιάζει από την Ελλάδα.
Η παραγωγική κρίση της Βρετανίας
Τα αριθμητικά δεδομένα είναι αδυσώπητα για τη βρετανική οικονομία. Το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ έπεσε από σχεδόν τριάντα τοις εκατό το 1979 σε οκτώ με εννέα τοις εκατό σήμερα. Η απασχόληση στον τομέα συρρικνώθηκε από 6,8 εκατομμύρια σε 2,6 εκατομμύρια εργαζόμενους. Η παραγωγικότητα της εργασίας ουσιαστικά λιμνάζει μετά την κρίση του 2007-9. Το εμπορικό έλλειμμα σε αγαθά είναι χρόνιο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η εθνική αποταμίευση είναι αρνητική εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια.
Η εκρηκτική μεγέθυνση του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν αντιστάθμισε αυτή την καταστροφή. Την επέτεινε. Όταν τα χαλυβουργεία του Σέφιλντ και τα ναυπηγεία του Κλάιντ έκλεισαν, οι τράπεζες και οι διαχειριστές κεφαλαίων αξιοποίησαν τα ρευστά κεφάλαια για κερδοσκοπία ακινήτων, καταναλωτική πίστη και χρηματοοικονομική μηχανική.
Σήμερα το πλουσιότερο δέκα τοις εκατό του πληθυσμού εισπράττει τριάντα πέντε τοις εκατό του εθνικού εισοδήματος. Το ένα τοις εκατό κατέχει πάνω από το είκοσι τοις εκατό του συνολικού πλούτου. Το ένα τρίτο των παιδιών ζει σε φτώχεια. Αυτά δεν είναι προβλήματα διανομής που μπορούν να λυθούν με δικαιότερη φορολογία. Είναι αναπόφευκτες συνέπειες μιας οικονομίας που σταμάτησε να παράγει πλούτο με τρόπο που να φτάνει στους πολλούς.
Και κάτι ακόμη, απαραίτητο για τον Έλληνα αναγνώστη: όλα αυτά συνέβησαν πριν από το Μπρέξιτ. Η γρήγορη αποβιομηχάνιση ξεκίνησε το 1979 και είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το εμπορικό έλλειμμα σε αγαθά χρονολογείται δεκαετίες πριν. Η στασιμότητα της παραγωγικότητας από το 2008. Το Μπρέξιτ είναι πολιτική συνέπεια αυτής της μακράς παρακμής, όχι η αιτία της.
Ο Μαντσεστερισμός και τα όριά του
Η πρόταση που έχει γίνει γνωστή ως «Μαντσεστερισμός» έχει άμεση σχέση με τον κύκλο του Μπέρναμ και εκφράζει την πολιτική που ακολούθησε για χρόνια ως Δήμαρχος του Μάντσεστερ. Το αφετηριακό της σημείο είναι σωστό: το νεοφιλελεύθερο μοντέλο για τις δημόσιες υπηρεσίες έχει αποτύχει.
Η κλασική νεοφιλελεύθερη προσέγγιση ήταν να ανατεθούν δημόσιες υπηρεσίες σε ιδιωτικές εταιρείες μέσω ανταγωνιστικών διαγωνισμών, με την υπόσχεση ότι ο ανταγωνισμός θα μείωνε το κόστος. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος αποδυναμωμένο, ανίκανο να κάνει πράγματα μόνο του, στο έλεος ιδιωτικών εταιρειών πολύ πιο ικανών να εκμεταλλεύονται τη νομολογία των συμβολαίων από ό,τι οποιαδήποτε τοπική αρχή.
Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Εταιρείες ιδιωτικών κεφαλαίων βγάζουν περιουσίες από γηροκομεία σε βάρος δήμων που δεν μπορούν να πληρώσουν τα τέλη. Η διαχείριση του ύδατος είναι εθνικό σκάνδαλο, μνημείο των συνεπειών της χρηματιστικοποιημένης ιδιωτικής ιδιοκτησίας μιας απολύτως βασικής υποδομής. Αντίθετα, το ενιαίο δημόσιο σύστημα λεωφορείων του Μητροπολιτικού Μάντσεστερ που δημιούργησε ο Μπέρναμ λειτουργεί αξιόπιστα.
Ο Μαντσεστερισμός προτείνει δημόσιες επιχειρήσεις που δανείζονται έναντι των δικών τους ροών εσόδων με το επιτόκιο δανεισμού της κυβέρνησης, επενδύουν σε υποδομές και λειτουργούν για το δημόσιο συμφέρον αντί για τις αποδόσεις των μετόχων. Πρόκειται για πραγματική πρόοδο σε σχέση με την κυβέρνηση Στάρμερ, που κατέρρευσε δημοσκοπικά χωρίς προηγούμενο για κυβέρνηση με τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Για την Αριστερά, ο Μπέρναμ ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο. Η αποεμπορευματοποίηση των βασικών υπηρεσιών μπορεί όντως να σταθεροποιήσει τη βάση του κόστους ζωής. Αλλά από μόνη της δεν πρόκειται ανασυγκροτήσει την παραγωγική μηχανή. Για να προσφέρει επαρκείς υπηρεσίες σε δημόσια βάση, μια χώρα πρέπει να παράγει πλούτο συστηματικά. Αν η Βρετανία επενδύσει στην πράσινη ενέργεια χωρίς εγχώρια βιομηχανική βάση, θα αντικαταστήσει την εξάρτηση από εισαγόμενο αέριο με εξάρτηση από εισαγόμενες τουρμπίνες και καλώδια — κατασκευασμένα στην Κίνα ή τη Γερμανία.
Η παραγωγική ανασυγκρότηση απαιτεί να τεθεί στόχος για ανύψωση του μεριδίου της μεταποίησης στο ΑΕΠ που θα στηρίζεται σε δημόσιες επενδύσεις. Απαιτεί επίσης  βαθμιαίους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων με περιορισμό του Σίτυ του Λονδίνου Η Βρετανία δεν θα μπορέσει να ξαναφτιάξει ισχυρή παραγωγική βάση χωρίς εμπορικές ρυθμίσεις, ένα δρόμο που άνοιξε το Μπρέξιτ και που καμία κυβέρνηση από το 2016 δεν έχει σοβαρά εκμεταλλευτεί. Η δυνατότητα εμπορικών ρυθμίσεων, βιομηχανικής προστασίας και περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων θα ήταν πολύ δυσκολότερη εντός της ενιαίας αγοράς.
Πάνω από όλα όμως, απαιτείται εθνικό σχέδιο εργασίας για την ανοικοδόμηση δεξιοτήτων και κατάρτισης. Η αποβιομηχάνιση δεν κατέστρεψε μόνο θέσεις εργασίας — κατέστρεψε γνώση, τεχνογνωσία και δίκτυα μαθητείας που χρειάστηκαν γενιές για να χτιστούν.
Η οργανωμένη εργασία δεν είναι απλώς μια εκλογική περιφέρεια που πρέπει να κατακτηθεί. Είναι η κοινωνική δύναμη μέσω της οποίας η παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να συμβεί, μέσω τομεακών συλλογικών διαπραγματεύσεων, εκπροσώπησης στις επενδυτικές αποφάσεις και ανάκτησης δεξιοτήτων που η αποβιομηχάνιση κατέστρεψε.
Το ελληνικό ερώτημα που δεν τίθεται
Ο Μαντσεστερισμός και η συζήτηση που επαναφέρει μας δείχνει και τη βαθύτερη σύνδεση μεταξύ Βρετανίας και Ελλάδας.
Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε στη χώρα μας μια ανακύκλωση αναμνήσεων γύρω από το 2015. Το συμπέρασμα είναι σχεδόν πάντοτε το ίδιο — η Ελλάδα σώθηκε απο του Χάρου τα δόντια αποφεύγοντας το Γκρέξιτ. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα.
Μόνο που το ερώτημα που θα πρέπει πρώτα να απαντηθεί δεν είναι το υποθετικό: τι θα συνέβαινε αν η Ελλάδα εγκατέλειπε το ευρώ; Είναι το πραγματικό: τι ακριβώς συνέβη αφού παρέμεινε;
Έντεκα χρόνια μετά την άνευ όρων παράδοση στους δανειστές με το Τρίτο Μνημόνιο, η Ελλάδα διαθέτει το πέμπτο χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ. Οι τεράστιες απώλειες σε σχέση με το ΑΕΠ του 2008 δεν έχουν πλήρως ανακτηθεί. Η μεταποίηση παραμένει μικρή και χωρίς αναπτυξιακό δυναμισμό. Η οικονομία στηρίζεται στον τουρισμό, στα ακίνητα και στις υπηρεσίες, μια δομή που αντικατοπτρίζει μόνιμη υποτέλεια χωρίς παραγωγική δυναμική. Οι νέοι δεν μπορούν να αποκτήσουν σπίτι και να κάνουν οικογένεια, ενώ όσοι έχουν υψηλή κατάρτιση συνεχίζουν να αναζητούν μέλλον στο εξωτερικό.
Τι είδους μεσοπρόθεσμη επιτυχία είναι αυτή;
Το πραγματικό δίλημμα του 2015 δεν ήταν ευρώ ή δραχμή. Αυτή ήταν η επιφανειακή πολιτική μορφή του. Το πραγματικό διακύβευμα ήταν αν η Ελλάδα θα αξιοποιούσε τη βαθύτερη κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας της ως ιστορική ευκαιρία για παραγωγική ανασυγκρότηση ή αν θα διατηρούσε το ίδιο παραγωγικό πρότυπο υπό ακόμη αυστηρότερη επιτήρηση των δανειστών και με τεράστια μεταφορά εθνικού πλούτου.
Η αλλαγή νομίσματος δεν ήταν αυτοσκοπός. Ήταν η τομή που θα έδινε τα αναγκαία εργαλεία για τη δομική παραγωγική αλλαγή που χρειαζόταν η χώρα. Το λαϊκό ένστικτο το συνειδητοποίησε μια χαρά και μάλιστα με όρους εθνικής αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό κυριάρχησε το Όχι στο δημοψήφισμα.
Η κυβέρνηση του Τσίπρα το 2015 δεν κατάλαβε ποτέ το πραγματικό επίδικο, δεν είχε στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης και δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη για την πραγματική αντιπαράθεση με τους δανειστές. Το αποτέλεσμα ήταν η άνευ όρων αποδοχή μιας στρατηγικής που υποσχόταν σταθερότητα αλλά παρήγαγε στασιμότητα.
Η Βρετανία, η οποία στην Ελλάδα παρουσιάζεται εδώ και χρόνια ως παράδειγμα της αποτυχίας, αρχίζει επιτέλους να συζητά τα πραγματικά προβλήματα της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αναζητεί παρηγοριά στην ιδέα ότι απέφυγε μια υποθετική καταστροφή πριν από έντεκα χρόνια.
Οι κοινωνίες προοδεύουν όταν αποκτούν την πολιτική βούληση να αλλάξουν το παραγωγικό τους μέλλον. Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα από τη σημερινή Βρετανία. Και αυτό ακριβώς είναι το μάθημα που η Ελλάδα εξακολουθεί να αρνείται στον εαυτό της.
(Οι ιδέες που παρουσιάζονται εδώ αναπτύσσονται εκτενέστερα στο νέο βιβλίο των Costas Lapavitsas, Larry Elliott και Doug Nicholls, Reindustrialise Britain (Polity, 2026), το οποίο εξετάζει τις αιτίες της βρετανικής παραγωγικής κρίσης και προτείνει ένα πρόγραμμα βιομηχανικής ανασυγκρότησης.)
*Καθηγητής Οικονομικών, Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών, Πανεπιστήμιο Λονδίνου.
 
 
 
 
 

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...