Τελευταία νέα
Ο Χάρης Δούκας ζητά την άμεση κατεδάφιση του κτιρίου του Badminton – Η ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. Αθηναίων Ερώτηση Μ. Κεφαλογιάννη προς την Κομισιόν για την απελευθέρωση του Οσμάν καβαλά Πνινάν Γιανάι, Ισραηλινή πρέσβης: “Μερικές φορές, η διπλωματία ξεκινά με το σπάσιμο πιάτων σε ελληνική ταβέρνα” Κιλκίς: Φωτιά σε αγροτοδασική έκταση – Επιχειρούν εναέρια μέσα Νυχτερινό μπλόκο για τους ανήλικους στα social: Τι προβλέπει ο συμβιβασμός των 17 δισ. δολαρίων της Meta Τσάβι, η… τρίτη επιλογή Επεισόδια στη Σιντική Σερρών: Ένοχοι όλοι οι κατηγορούμενοι – 2 χρόνια φυλάκιση χωρίς αναστολή AEK: Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα Η Πρέσβης του Ισραήλ στη Μύκονο – Ραγδαία αύξηση του ισραηλινού τουρισμού στην Ελλάδα Ηλίας Κασιδιάρης: Το «παράθυρο» που μπορεί να τον στείλει στη Βουλή – Η «καυτή πατάτα» στο Α1 τμήμα του Αρείου Πάγου Πέθανε ο ηθοποιός και τραγουδιστής Ευ. Τουρνάς: 3.083 πυρκαγιές από την έναρξη της αντιπυρικής – 830 μόνο τον Αύγουστο
Athens.indymedia.org

[Βιβλιοθήκη] [Μετάφραση] La escuelita – Το μικρό σχολείο

19/07/2026 10:46 μμ.

μια ελάχιστη συνεισφορά στο εκρηκτικό κλίμα των ημερών.

ή αλλιώς πως, όταν ενίοτε  οι βόμβες είναι η χαρά του ασφαλίτη, τα εκρηκτικά είναι η χαρά του συλλογικού, πριν η μη-βίαιη τάση εντός της  FAU οδηγησει στη διάσπασή της.

“Στις αρχές του 1972, πραγματοποιήθηκε ένα πείραμα εκπαίδευσης στελεχών στην OPR33 (Λαϊκή Επαναστατική Οργάνωση). Επιλέχθηκαν οκτώ άτομα, πέντε άνδρες και τρεις γυναίκες. Το πείραμα ονομάστηκε “La Escuelita” (Το Μικρό Σχολείο). Υποθέτουμε ότι η χρήση του υποκοριστικού δεν είχε ως στόχο να αφαιρέσει την σοβαρότητα του πειράματος, αλλά να υποδηλώσει ότι αυτή η πιλοτική εμπειρία ήταν η αρχή μιας σειράς εκπαιδευτικών προγραμμάτων, στο πλαίσιο μιας αναρχικής πολιτικό-στρατιωτικής στρατηγικής.”

Το κείμενο (που πρακτικά είναι η απάντηση στην στρατηγικη και τακτική του foquismo), ήρθε στα χέρια μας μέσω ενός συντρόφου όταν αναφέρθηκε σε αυτό κατά την διάρκεια της αναρχικής συνάντησης με θέμα “να μιλήσουμε για την επανάσταση”, μιας παράλληλης εκδήλωσης της Σύμπραξης για την επαναστατική αλληλεγγύη, εν όψει του βαλκανικού αναρχικού φεστιβάλ βιβλίου τον Μάιο του 2025 στην Θεσσαλονίκη. Ένα μεγάλο μέρος του κειμένου είναι σε μορφή διαλόγου, οπότε αντί περαιτέρω σχολίων πήραμε το θάρρος να το προλογίσουμε με εναν φαντάστικό διάλογο μεταξύ του Alfredo Maria Bonammo  και του Juan Carlos Mechoso:
AMB: Η επαναστατική αναρχική δραστηριότητα, δεν είναι ένα αστείο, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι το ευχάριστο, που γίνεται από καιρό σε καιρό, για να γεμισθούν οι άδειες στιγμές της καθημερινότητας. Τα παιχνίδια δεν είναι πλέον αρκετά. Χρειάζεται να δοθούμε με όλες μας τις δυνάμεις. Η αστυνομία δεν αστειεύεται. Οι δικαστές το ίδιο. Και δεν είναι αλήθεια, ότι όλο αυτό συμβαίνει μονάχα σε όποιον κατευθύνεται προς την χρησιμοποίηση μεθόδων που είναι κοντινές στον ένοπλο αγώνα. Σύντροφοι που ασχολούνται με την πληροφόρηση, που δημοσιεύουν βιβλία και θεωρητικές μπροσούρες, που προωθούν τους ενδιάμεσους αγώνες, υπόκεινται την καταστολή και πρέπει να λογαριαστούν μαζί της καθημερινά. Φυσικά η εξουσία συλλαμβάνει την βαθύτερη έννοια της αναρχικής δραστηριότητας, όχι τόσο στην χρησιμοποιούμενη μέθοδο, όσο στα αποτελέσματα της δράσης. Ο κίνδυνος μιας πληροφορίας, κατάλληλα επιλεγμένης και βαλμένης στην κυκλοφορία, μπορεί να είναι μεγαλύτερος από μια πράξη αντιπερισπασμού ή σαμποτάζ που, σε μια δεδομένη στιγμή, μπορεί ακόμη και να καταδειχτεί ακατανόητη και ξένη. Αλλά είναι ακριβώς οι επαναστάτες που δεν έχουν ξεκαθαρίσει τις ιδέες πάνω σε ένα τόσο σημαντικό πρόβλημα. Για αυτούς ισχύει ένα σχηματικό καταστατικό που διαχωρίζει ξεκάθαρα τις μεθόδους αγώνα. Με ειδικότερο τρόπο απέναντι στον ένοπλο αγώνα, αυτοί έχουν ξεκάθαρες ιδέες και χωρισμένες σε δύο κατηγορίες: α) αυτοί που εκθειάζουν ανεπιφύλαχτα αυτή την μέθοδο, χαρακτηρίζοντάς την σαν την μοναδική επαναστατική και την μοναδική κατάλληλη να νικήσει την εξουσία β) σε αυτούς που τον συκοφαντούν, θεωρώντας τον μια τρομοκρατική μέθοδο, άξια μονάχα της εξουσίας και των υπηρετών της, μια μέθοδο που δεν πρέπει να ακολουθηθεί, μολυσμένη από κατασκόπους και χαφιέδες, ικανή μονάχα να οδηγήσει στην καταστροφή ολόκληρο το κίνημα.
JCM:  Αναμφίβολα, ο ένοπλος αγώνας είναι ένα έργο που μπορεί να οδηγήσει σε πολλές εκτροπές και, επίσης, σε πράγματα που πρέπει να παρατηρηθούν από μια διαφορετική θεώρηση από τη δική μας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη χειρότερα, μπορεί να οδηγήσει σε συμπεριφορές με τις οποίες δεν έχουμε καμία σχέση και που είναι αντίθετες με αυτό που θέλουμε στον αγώνα μας. Όμως, όπως είπα, δεν υπήρχε κανένα αναρχικό ιερό κείμενο από το οποίο να μπορούσαμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και προτάσεις. Έπρεπε να πειραματιστούμε, με οδηγό τις θεμελιώδεις πτυχές της ιδεολογίας μας. Ήταν μια πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα και μια πραγματικά πολιτική υποχρέωση. Συχνά λέγαμε: “Πρέπει να προσέχουμε να μην χάσουμε το νόημα των πραγμάτων. Ορισμένες αξίες που είναι θεμελιώδεις για εμάς δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν στην πορεία. Πρόκειται για μια δραστηριότητα που μπορεί να οδηγήσει σε πολυσύνθετες παραμορφώσεις και να έχει σοβαρές συνέπειες”. Περιττό να πούμε ότι αυτές οι προφυλάξεις βασίζονταν στην ελευθεριακή μας αντίληψη και στις γνωστές εμπειρίες, τόσο ιστορικές όσο και πρόσφατες, που είχαν λάβει χώρα στα αντάρτικα κινήματα που υπήρχαν σε διάφορες χώρες. Γνωρίζαμε ότι ο αγώνας δεν ήταν καθόλου εύκολος και ότι η επανάσταση δεν θα συνέβαινε γρήγορα. Οι τάσεις του αντάρτικου που αναδύονταν εκείνη την εποχή είχαν μια άλλη άποψη για τον εχθρό, και υπήρχαν ακόμη και εκείνοι που πίστευαν, και μάλιστα δήλωναν, ότι η επανάσταση ήταν σχεδόν έτοιμη. Ο Μαρξισμός στη Λατινική Αμερική είχε μια πολύ διαφορετική ιστορία και μια αντίληψη που δεν είχε σχεδόν κανένα σημείο σύγκλισης με τη δική μας. Την περίοδο εκείνη, οι Μαρξιστές είχαν στο μυαλό τους το κουβανικό επαναστατικό γεγονός, το οποίο ήταν ασυνήθιστο σε σχέση με τη γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης που υπερασπίζονταν τα πολιτικά κόμματα του ηπείρου, τα οποία αποτελούσαν τη μεγαλύτερη Μαρξιστική δύναμη. Για το λόγο αυτό, δεν συμμεριζόμασταν ποτέ την αυτόματη μεταφορά της στρατηγικής της ανταρτοπόλεμου που εκφράζεται με τον όρο “focalism”. Εμείς βλέπαμε τον ένοπλο αγώνα διαφορετικά, από άλλη ιστορική προοπτική.
AMB:  Αυτές οι δύο θέσεις συγκρούονται χωρίς καθαρότητα με αποτελέσματα άλλες φορές κωμικά και άλλες παθητικά. Ας πούμε αμέσως, ότι δεν θεωρούμε την μέθοδο του ένοπλου αγώνα κάτω από μια προνομιούχα προοπτική, αλλά τον λαμβάνουμε υπόψη μας σαν μια μέθοδο μεταξύ των άλλων, ικανή να δώσει την δική της συνεισφορά στο επαναστατικό σχέδιο, αρκεί να βρίσκεται στο εσωτερικό μιας στρατηγικής σε θέση να εφαρμόσει διαφορετικές μεθόδους σε διαφορετικές εναλλαγές. Αλλά ας πούμε επίσης, και με την ίδια σαφήνεια, ότι όπως είναι, απαραίτητο -για το αναρχικό κίνημα στο σύνολό του- να έχει τις καλύτερες δομές πληροφόρησης, ανάλυσης και ενδιάμεσου αγώνα, έτσι είναι απαραίτητο να έχει μια δομή ένοπλου αγώνα. Συνάγεται ότι, εάν οι δομές πληροφόρησης έχουν ανάγκη από τυπογραφεία, εφημερίδες, εκδοτικούς οίκους, κ.λ.π., εάν οι θεωρητικές δομές έχουν ανάγκη από βιβλία, εκδοτικές σειρές, μελέτες και κέντρα μελετών, εάν οι ενδιάμεσοι αγώνες έχουν ανάγκη από ομάδες παρέμβασης, οργανωμένες παρουσίες στα εργοστάσια, κοινωνικά κέντρα στις συνοικίες, δομές αγώνα μέσα στα σχολεία, κ.λ.π., με τον ίδιο τρόπο ο ένοπλος αγώνας έχει ανάγκη από μέσα και από μια δική του οργάνωση. 
JCM:  Η απόφαση για τη δημιουργία ενός ένοπλου μηχανισμού δεν ελήφθη από τη μία μέρα στην άλλη· προηγήθηκε μια ολόκληρη διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας προσαρμόστηκαν οι οργανωτικές μορφές, η υποδομή για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι εναλλακτικοί χώροι όπου η ένωση και οι σύντροφοι θα δραστηριοποιούνταν στο δημόσιο περιβάλλον σε περιόδους δίωξης, καθώς και η θέσπιση βασικών μηχανισμών και κριτηρίων ασφάλειας – τόσο για τους αγωνιστές που δρούσαν στον δημόσιο χώρο, όσο και για αυτούς που είχαν ήδη ασχοληθεί με ένοπλες δράσεις ή πιο σκληρές δράσεις υποστήριξης στο περιβάλλον της ένωσης.  Αυτό άρχισε να διαμορφώνεται το 1962. Το 1963, διακόπηκε για λίγο επειδή, όταν κατέστη αναγκαίο να προσαρμόσουμε τη γενική οργανωτική δομή ώστε να λειτουργεί σύμφωνα με τις δύσκολες συνθήκες που προβλέπαμε, υπήρχε μια ομάδα συντρόφων που διαφώνησαν επειδή είχαν ήδη μια άλλη στρατηγική πρόταση, βασισμένη ουσιαστικά στη μη-βία, και διαφώνησαν εντελώς με την απόφασή μας. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τη διάσπαση ορισμένων συντρόφων της FAU το 1963.
AMB:  Η επαναστατική δράση που εξαντλεί τις επιχειρησιακές της δυνατότητες και επιτυγχάνει τους στόχους, μπορεί να προσδιοριστεί σαν ένα καλοφτιαγμένο πράγμα. Συχνά οι δυνατότητες δεν είναι προσδιορίσιμες εκ των προτέρων και αναφαίνονται κατά την διάρκεια της ίδιας της δράσης. Το ίδιο και για τους στόχους. ..Αλλά το πράγμα για να είναι αληθινά καλοφτιαγμένο χρειάζεται να πραγματοποιηθεί ο σκοπός, όχι μονάχα ο σκοπός της αφετηρίας, αλλά αυτός που δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια της δράσης. Ακόμη και όταν αυτός ο σκοπός επεμβαίνει στο να διορθώσει -πλατύνοvτάς τον ή μειώνοντάς- τον στόχο της αφετηρίας. Μονάχα υπό αυτή την συνθήκη είμαστε μπροστά σε μια καλοφτιαγμένη δράση, σε μια επαναστατική δράση.

παρακάτω παραθέτουμε την Huerta Grande – Το Μεγάλο Περιβόλι, τα υπόλοιπα μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ , ή να κατεβάσετε το πιντιέφ στο τέλος της ανάρτησης.
Το Μεγάλο Περιβόλι.
(Έγγραφο εσωτερικής διανομής για το ζήτημα της θεωρίας , 1972)
Για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει (στην παρούσα κατάσταση), είναι απαραίτητο να σκεφτόμαστε σωστά.
Το να σκεφτόμαστε σωστά σημαίνει να ταξινομούμε και να επεξεργαζόμαστε κατάλληλα τα δεδομένα που παράγονται για την πραγματικότητα σε τεράστιες ποσότητες.
Το να σκεφτόμαστε σωστά συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να αναλύσουμε σωστά τι συμβαίνει σε μια χώρα σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορίας αυτής ή άλλης χώρας.
Αυτό απαιτεί εργαλεία.
Για το έργο μας, τα εργαλεία είναι έννοιες και για να σκεφτούμε με συνέπεια, απαιτείται μια σειρά εννοιών που συνδέονται μεταξύ τους με συνέπεια. Επομένως, απαιτείται ένα σύστημα εννοιών, μια θεωρία.
Χωρίς μια θεωρία, διατρέχει κανείς τον κίνδυνο να εξετάσει κάθε πρόβλημα ξεχωριστά, μεμονωμένα, ξεκινώντας από απόψεις που μπορεί να διαφέρουν σε κάθε περίπτωση, ή να τα εξετάσει με βάση την υποκειμενικότητα, τις εικασίες ή την παρουσίαση κ.λπ.
Το κόμμα κατάφερε να αποφύγει σοβαρά λάθη, επειδή ήμασταν σε θέση να σκεφτούμε με βάση έννοιες που έχουν σημαντικό βαθμό συνάφειας. Έχει επίσης κάνει σοβαρά λάθη λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης της θεωρητικής μας σκέψης ως οργάνωση.
Για να προτείνουμε ένα πρόγραμμα, πρέπει να γνωρίζουμε την οικονομική, πολιτική και ιδεολογική πραγματικότητα της χώρας μας. Το ίδιο είναι απαραίτητο για να δημιουργήσουμε μια πολιτική κατεύθυνση που να είναι αρκετά σαφής και συγκεκριμένη. Αν έχουμε ανεπαρκείς ή λανθασμένες γνώσεις, δεν θα έχουμε ένα πρόγραμμα, παρά μόνο μια πολύ γενικόλογη κατεύθυνση, που θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί σε όλα τα μέρη όπου δραστηριοποιείται το κόμμα.
Αν δεν υπάρχει σαφής κατεύθυνση, δεν υπάρχει αποτελεσματική πολιτική δράση. Η πολιτική βούληση του κόμματος κινδυνεύει τότε να αποδυναμωθεί, ο “εθελοντισμός” στην πράξη καταλήγει να γίνεται το να κάνουμε ό,τι προκύπτει από καθαρή καλή θέληση, αλλά δεν καθορίζει το αποτέλεσμα των γεγονότων, με βάση την ανακριβή πρόβλεψή του. Μας καθορίζουν [τα γεγονότα] και ενεργούμε αυθόρμητα βάσει αυτών.
Χωρίς μια κατεύθυνση για το θεωρητικό έργο, ένας οργανισμός, ανεξάρτητα από το μέγεθός του, θα μπερδευτεί από περιστάσεις που δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε να κατανοήσει. Η πολιτική κατεύθυνση απαιτεί ένα πρόγραμμα, το οποίο νοείται ως οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν σε κάθε στάδιο. Το πρόγραμμα επισημαίνει ποιες δυνάμεις είναι ευνοϊκές, ποιες είναι εχθρικές και ποιες είναι μόνο προσωρινές σύμμαχοι. Αλλά για να το γνωρίζουμε αυτό, οφείλουμε να γνωρίζουμε επαρκώς την πραγματικότητα της χώρας. Επομένως, η απόκτηση αυτής της γνώσης είναι τώρα ένα έργο ύψιστης προτεραιότητας. Και προκειμένου να γνωρίζουμε, χρειαζόμαστε τη θεωρία.
Το κόμμα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη εικόνα για να μπορεί να σκεφτεί με συνέπεια για τη χώρα και την περιοχή, καθώς και για τους αγώνες των διεθνών εργατικών κινημάτων κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Πρέπει να διαθέτουμε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για να οργανώνουμε και να ταξινομούμε τον αυξανόμενο όγκο δεδομένων σχετικά με την οικονομική, πολιτική και ιδεολογική μας πραγματικότητα.
Πρέπει να έχουμε μια μέθοδο για να αναλύουμε αυτά τα δεδομένα, να βλέπουμε ποια είναι πιο σημαντικά, ποια πρέπει να προηγηθούν και ποια να ακολουθήσουν, προκειμένου να οργανώσουμε σωστά τις δυνάμεις μας σε αυτό το μέτωπο. Ένα εννοιολογικό σχήμα που θα μας επιτρέπει να συνδέουμε το ένα πράγμα με το άλλο με συστηματική και συνεκτική σειρά είναι ζωτικής σημασίας για τους στόχους μας ως αγωνιστές του κόμματός μας. Ένα τέτοιο σχήμα πρέπει να είναι σε θέση να αντλεί παραδείγματα για το πώς να ενεργούμε χρησιμοποιώντας αυτές τις έννοιες για άλλους που ενεργούν σε άλλες πραγματικότητες.
Ωστόσο, αυτό το έργο της κατανόησης της χώρας μας πρέπει να το κάνουμε εμείς οι ίδιοι, διότι κανείς δεν θα το κάνει για εμάς.
Δεν προτείνουμε να επινοήσουμε θεωρητικά σχήματα από το μηδέν. Δεν πρόκειται να δημιουργήσουμε μια νέα θεωρία και το σύνολο των επιπτώσεών της. Ο λόγος για αυτό είναι η γενική οπισθοδρόμηση του περίγυρου και των εξειδικευμένων θεσμών του, καθώς και η έλλειψη διαθεσιμότητας εκ μέρους μας να αναλάβουμε αυτό το έργο.
Επομένως, πρέπει να δεχτούμε τη θεωρία όπως έχει αναπτυχθεί, αναλύοντάς την κριτικά. Δεν μπορούμε απλώς να δεχτούμε οποιαδήποτε θεωρία με κλειστά μάτια, χωρίς κριτική, σαν να ήταν δόγμα.
Θέλουμε να πραγματώσουμε έναν πλήρη μετασχηματισμό της χώρας μας και δεν θα υιοθετήσουμε ως τρόπο σκέψης τη θεωρία που έχει δημιουργήσει η αστική τάξη. Με τις αστικές αντιλήψεις, θα σκεφτόμαστε ακριβώς όπως θέλει η αστική τάξη.
Θέλουμε να μελετήσουμε και να σκεφτούμε την Ουρουγουάη και την περιοχή ως επαναστάτες. Επομένως, μεταξύ των στοιχείων που αποτελούν μέρος των διαφορετικών σοσιαλιστικών ρευμάτων, θα υιοθετούμε πάντα εκείνα τα στοιχεία που μας βοηθούν να κάνουμε ακριβώς αυτό: να σκεφτόμαστε και να αναλύουμε την χώρα, την περιοχή και τις υπόλοιπες περιοχές και εμπειρίες ως επαναστάτες.
Δεν θα υιοθετήσουμε μια θεωρία μόνο και μόνο επειδή είναι της μόδας. Το να ζούμε επαναλαμβάνοντας “τσιτάτα” που είπαν άλλοι σε άλλα μέρη, σε άλλη εποχή, σχετικά με άλλες καταστάσεις και προβλήματα δεν είναι θεωρία. Μόνο οι τσαρλατάνοι τη χρησιμοποιούν έτσι.
Η θεωρία είναι ένα μέσο, ένα εργαλείο που εξυπηρετεί έναν σκοπό. Υπάρχει για να παράξει τη γνώση που χρειαζόμαστε. Το πρώτο πράγμα που μας ενδιαφέρει να γνωρίζουμε είναι η χώρα μας. Αν δεν είναι ικανή να παράγει νέα χρήσιμη γνώση για την πολιτική μας δράση, τότε η θεωρία είναι απολύτως άχρηστη, είναι απλά μια θεματική για άσκοπες φλυαρίες, για άγονες ιδεολογικές διαμάχες.
Όποιος αγοράζει ένα μεγάλο σύγχρονο μηχάνημα και αντί να εργάζεται σε αυτό, περνάει όλη την ημέρα μιλώντας γι’ αυτό, είναι ένας τσαρλατάνος που υποδύεται έναν κακό ρόλο.
Ακριβώς όπως και εκείνος που, έχοντας το μηχάνημα στη διάθεσή του, προτιμά να την χειρονακτική εργασία, επειδή “έτσι γινόταν παλιά…”.
Ορισμένες διαφορές μεταξύ θεωρίας και ιδεολογίας.
Είναι σημαντικό να επισημάνουμε μερικές διαφορές μεταξύ αυτού που συνήθως ονομάζουμε θεωρία και ιδεολογία.
Η θεωρία αποσκοπεί στην ανάπτυξη εννοιολογικών εργαλείων που χρησιμοποιούνται για την αυστηρή σκέψη και την βαθιά κατανόηση της απτής, χειροπιαστής πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να αναφερθούμε στη θεωρία ως ισοδύναμη με την επιστήμη.
Η ιδεολογία, από την άλλη, αποτελείται από στοιχεία μη-επιστημονικής φύσης, τα οποία προσδίδουν δυναμισμό στη δράση με βάση καταστάσεις που, αν και έχουν κάποια σχετίζονται με τις αντικειμενικές συνθήκες, δεν προκύπτουν αυστηρά από αυτές. Η ιδεολογία εξαρτάται από τις αντικειμενικές συνθήκες, παρόλο που δεν καθορίζεται μηχανικά από αυτές.
Η βαθιά και αυστηρή ανάλυση μιας απτής κατάστασης, με πραγματικούς και αντικειμενικούς όρους, είναι μια θεωρητική ανάλυση όσο το δυνατόν πιο επιστημονική. Η διατύπωση κινήτρων, η πρόταση αντικειμενικών στοχεύσεων, φιλοδοξιών, ιδανικών σκοπών – όλα αυτά ανήκουν στον τομέα της ιδεολογίας.
Η θεωρία εκλεπτύνει και διευκρινίζει την συνθήκη που καθορίζει την πολιτική δράση, ενώ η ιδεολογία παρακινεί, ωθεί και διαμορφώνει τους “ιδανικούς” στόχους και τον τρόπο δράσης.
Μεταξύ της θεωρίας και της ιδεολογίας υφίσταται ένας πολύ ισχυρός δεσμός, καθώς οι προτάσεις της δεύτερης θεμελιώνονται και υποστηρίζονται από τα συμπεράσματα της θεωρητικής ανάλυσης. Η αποτελεσματικότητα της ιδεολογίας ως κινητήρια δύναμη της πολιτικής δράσης εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο βασίζεται στα συμπεράσματα της θεωρίας.
Το εύρος της θεωρητικής εργασίας.
Η θεωρητική εργασία είναι πάντα μια εργασία που θεμελιώνεται και στηρίζεται στις πραγματικές διαδικασίες, σε ό,τι συμβαίνει στην ιστορική πραγματικότητα, σε ό,τι συντελείται. Ωστόσο, δεδομένου ότι είναι μια εργασία που βρίσκεται εξ ολοκλήρου στη σφαίρα της σκέψης, δεν υπάρχουν έννοιες που να είναι πιο πραγματικές από άλλες.
Είναι σημαντικό να επισημάνουμε δύο βασικές προτάσεις:
1) Τη διάκριση μεταξύ της υπάρχουσας, συγκεκριμένης, απτής πραγματικότητας, μεταξύ των πραγματικών, ιστορικών διαδικασιών και, από την άλλη πλευρά, των διαδικασιών που αποκτώνται από τη γνώση και την κατανόηση αυτής της πραγματικότητας. Με άλλα λόγια, είναι απαραίτητο να επιβεβαιώσουμε τη διαφορά μεταξύ ύπαρξης και σκέψης, μεταξύ της πραγματικότητας όπως είναι και αυτών πού που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε για αυτήν.
2) Την προτεραιότητα της ύπαρξης έναντι της σκέψης, της πραγματικότητας έναντι της γνώσης. Με άλλα λόγια, η ακολουθία των γεγονότων είναι πιο σημαντική – έχει μεγαλύτερο βάρος ως καθοριστικός παράγοντας – σε ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα από ό,τι σκεφτόμαστε ή γνωρίζουμε για αυτή την πραγματικότητα.
Με βάση αυτές τις βασικές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε με ακρίβεια το εύρος της θεωρητικής εργασίας, δηλαδή την προσπάθεια της γνώσης που καθοδηγείται από τον σκοπό της απόκτησης αυστηρής, επιστημονικής γνώσης.
Η θεωρητική εργασία βασίζεται πάντα σε μια προκαθορισμένη πρώτη ύλη. Η [θεωρία] δεν προέρχεται από την πραγματική συγκεκριμένη πραγματικότητα ως τέτοια, αλλά από πληροφορίες, δεδομένα και έννοιες αυτής της πραγματικότητας. Το πρωτογενές αυτό υλικό υποβάλλεται, κατά τη διαδικασία της θεωρητικής εργασίας, σε επεξεργασία με τη χρήση συγκεκριμένων χρήσιμων εννοιών και εργαλείων σκέψης. Το προϊόν αυτής της επεξεργασίας είναι η γνώση.
Με άλλα λόγια, υπάρχουν μόνο πραγματικά, συγκεκριμένα και μοναδικά αντικείμενα (που καθορίζονται από ιστορικές καταστάσεις, συγκεκριμένες κοινωνίες, συγκεκριμένες εποχές). Η διεργασία της θεωρητικής εργασίας επιδιώκει να τα γνωρίσει.
Ορισμένες φορές η θεωρητική εργασία στοχεύει σε αφηρημένα αντικείμενα που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, που υπάρχουν μόνο στη σκέψη, αλλά είναι απαραίτητα εργαλεία, προϋπόθεση για να γνωρίσουμε τα πραγματικά αντικείμενα (για παράδειγμα, η έννοια των κοινωνικών τάξεων κ.λπ.). Στην διαδικασία παραγωγής γνώσης, η πρώτη ύλη μετατρέπεται (επιφανειακή αντίληψη της πραγματικότητας) σε προϊόν (αυστηρή επιστημονική γνώση σχετικά με αυτήν).
Ο όρος “επιστημονική γνώση” πρέπει να οριστεί ως προς τη σχέση του με την κοινωνική πραγματικότητα. Εφαρμοσμένος στην πραγματικότητα, αναφέρεται στην κατανόησή της με αυστηρή ορολογία, την καλύτερη προσέγγιση της πραγματικότητας ως έχει.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η διαδικασία κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως και κάθε άλλου πραγματικού αντικειμένου μελέτης, επιδέχεται απεριόριστη θεωρητική εμβάθυνση. Όπως η φυσική, η χημεία και άλλες επιστήμες μπορούν να εμβαθύνουν απεριόριστα τις γνώσεις τους σχετικά με τις πραγματικότητες που αποτελούν τα αντίστοιχα αντικείμενα μελέτης τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να εμβαθύνουν απεριόριστα τις γνώσεις τους σχετικά με την κοινωνική πραγματικότητα.
Επομένως, όσο ανεπαρκής είναι η αναμονή για μια “ολοκληρωμένη” γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας για να αρχίσουμε να ενεργούμε με σκοπό την αλλαγή της, άλλο τόσο είναι η προσπάθεια αλλαγής της χωρίς να την γνωρίζουμε σε βάθος.
Η αυστηρή επιστημονική γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας, της κοινωνικής δομής, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της ενασχόλησης με πληροφορίες, στατιστικά στοιχεία κ.λπ., μέσω πιο αφηρημένων εννοιολογικών εργαλείων, που παρέχονται και διαμορφώνονται στη θεωρία.
Μέσω της πρακτικής της θεωρητικής εργασίας επιδιώκουμε την παραγωγή αυτών των εννοιολογικών εργαλείων, κάθε φορά ολοένα και πιο ακριβών και συγκεκριμένων, που μας οδηγούν στη γνώση της συγκεκριμένης πραγματικότητας του περίγυρού μας.
Μονάχα μέσω μιας επαρκούς θεωρητικής κατανόησης, βαθιάς και επιστημονικής, είναι δυνατή η ανάπτυξη ιδεολογικών στοιχείων (φιλοδοξίες, αξίες, ιδανικά κ.λπ.) που συνιστούν επαρκή μέσα για τον μετασχηματισμό αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας με συνέπεια αρχών και αποτελεσματικότητα σε πολιτική δράση.
Πολιτική Πράξη και επίγνωση της πραγματικότητας.
Επομένως, μια αποτελεσματική πολιτική δράση αξιώνει:
την γνώση της πραγματικότητας (θεωρία), την αρμονική συνύπαρξή της με τις αντικειμενικές αξίες του μετασχηματισμού (ιδεολογία) και συγκεκριμένα, απτά, πολιτικά μέσα για την επίτευξη αυτής του μετασχηματισμού (πολιτική δράση).
Τα τρία αυτά στοιχεία συνενώνονται σε μια διαλεκτική ενότητα που αποτελεί την προσπάθεια μετασχηματισμού που επιδιώκει το κόμμα.
Θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει: Πρέπει άραγε να περιμένουμε την ολοκλήρωση της θεωρητικής ανάπτυξης για να αρχίσουμε την δράση; Όχι.
Η θεωρητική ανάπτυξη δεν είναι ακαδημαϊκό πρόβλημα, δεν ξεκινά από το μηδέν.
Βασίζεται, παρακινείται και αναπτύσσεται από την ύπαρξη ιδεολογικών αξιών και πολιτικής δράσης.
Τα στοιχεία αυτά, λίγο-πολύ σωστά, λίγο-πολύ λανθασμένα, υπάρχουν ιστορικά πριν από τη θεωρία και κινητοποιούν την ανάπτυξή της.
Η ταξική πάλη υπήρχε πολύ πριν από τη θεωρητική της νοηματοδότηση.
Ο αγώνας των εκμεταλλευομένων δεν περίμενε την εκπόνηση ενός θεωρητικού έργου.
Η ύπαρξή του προηγείται της γνώσης γι’ αυτόν, προϋπήρχε πριν γίνει γνωστός, πριν από τη θεωρητική ανάλυση της ύπαρξής του.
Επομένως, από αυτή τη βασική τοποθέτηση, καθίσταται θεμελιώδες και απαραίτητο να ενεργήσουμε, να ασκήσουμε πολιτική πράξη (praxis).
Μόνο μέσω της [πράξης], μέσω της συγκεκριμένης ύπαρξής της στις υφιστάμενες συνθήκες της ανάπτυξής της, μπορούμε να αναπτύξουμε ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο.
Το πλαίσιο αυτό δεν είναι μια άχρηστη συσσώρευση αφηρημένων δηλώσεων με κάποια συνοχή στην εσωτερική του λογική, χωρίς όμως καμία συνοχή με την εξέλιξη των πραγματικών διαδικασιών.
Προκειμένου να θεωρητικοποιήσουμε αποτελεσματικά, πρέπει να δράσουμε με σαφήνεια.
Μπορούμε να καταργήσουμε τη θεωρία με την δικαιολογία της επιτακτικής ανάγκης της πράξης; Όχι.
Μπορεί να υπάρχει, φερ’ειπείν, μια πολιτική πράξη (praxis) που βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια, και ως εκ τούτου, αβάσιμη ή δεν είναι επαρκώς θεμελιωμένη σε κατάλληλη θεωρητική ανάλυση. Αυτό είναι συνηθισμένο στο περιβάλλον μας.
Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι, στην πραγματικότητά μας ή στην πραγματικότητα της περιοχής της [Λατινικής] Αμερικής, υπάρχει επαρκής θεωρητική ανάλυση, δηλαδή μια επαρκώς εννοιολογική κατανόηση, δεν ισχύει ούτε κατά διάνοια. Αυτή η διαπίστωση ισχύει επίσης για το σύνολο της πραγματικότητας μας. Η θεωρία βρίσκεται μόνο στα αρχικά της στάδια. Ωστόσο, για δεκαετίες και δεκαετίες υπήρξαν αγώνες, υπήρξε αντιπαράθεση. Αυτή η κατανόηση δεν πρέπει να μας ωθήσει να περιφρονήσουμε τη θεμελιώδη σημασία του θεωρητικού έργου.
Στην ερώτηση που τέθηκε προηγουμένως πρέπει λοιπόν να απαντήσουμε: Προτεραιότητα έχει η πράξη, ωστόσο η αποτελεσματικότητα αυτής της πράξης εξαρτάται από μια ακριβέστερη γνώση της πραγματικότητας.
Σε μια πραγματικότητα όπως η δική μας, στην κοινωνική δομή της χώρας μας, η θεωρητική ανάπτυξη πρέπει να ξεκινήσει, όπως άλλωστε συμβαίνει παντού, από μια ομάδα αποτελεσματικών θεωρητικών εννοιών, που λειτουργούν με όσο το δυνατόν πιο εκτενή δεδομένα, τα οποία θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη για τη θεωρητική ανάπτυξη.
Τα δεδομένα από μόνα τους, που εξετάζονται μεμονωμένα, χωρίς επαρκή θεωρητική εννοιολογική επεξεργασία, δεν αντιπροσωπεύουν επαρκώς την πραγματικότητα. Απλώς διακοσμούν και συγκαλύπτουν τις ιδεολογίες στο πλαίσιο των οποίων εργαλειοποιούνται αυτά τα δεδομένα.
Οι αφηρημένες έννοιες, καθαυτές, ως επαρκείς βασικές πληροφορίες, δεν παρέχουν ούτε αυτές περαιτέρω γνώση της πραγματικότητας.
Το θεωρητικό έργο που υπάρχει στη χώρα μας συνήθως κυμαίνεται μεταξύ αυτών των δύο λανθασμένων άκρων.

media:

Screenshot-from-2026-04-19-14-24-27.png

089_La_escuelita.pdf

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...