Καταλυτική συμβολή στο πρόβλημα της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα έχει η στεγαστική κρίση, καθώς το υψηλό κόστος στέγασης αποτελεί κύριο παράγοντα στην κατάρρευση των γεννήσεων κατά 44% από το 2008 – 2009.
Η ραγδαία μείωση των γεννήσεων δεν αποτελεί μόνο ένα κοινωνικό φαινόμενο ή αλλαγή του τρόπου ζωής, αλλά συνδέεται άμεσα με τη βαθιά στεγαστική κρίση, όπως αποδεικνύει πρόσφατη μελέτη από στοιχεία της Eurostat, η οποία δημοσιεύθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Σύμφωνα με την έκθεση, το κόστος στέγασης αποτελεί άμεσο ανασταλτικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας και τη γονιμότητα. Τα μαθηματικά του προβλήματος, όπως παρουσιάζονται στην ανάλυση, δείχνουν ότι για κάθε αύξηση κατά 1% στο μερίδιο του στεγαστικού κόστους επί του διαθέσιμου εισοδήματος πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., μειώνεται ο δείκτης γονιμότητας κατά 0,56%, συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ακριβό στεγαστικό κόστος αναβάλλει τη μητρότητα, καθώς αυξάνει τη μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί κατά 0,21% για κάθε 1% αύξησης της επιβάρυνσης.
Εφαρμόζοντας το μαθηματικό μοντέλο του ΔΝΤ στα ελληνικά δεδομένα, προκύπτουν ανησυχητικά συμπεράσματα. Στην Ελλάδα, το κόστος στέγασης απορροφά μεσοσταθμικά το 35% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ε.Ε. 27 βρίσκεται μόλις στο 19%.
Αυτή η τεράστια διαφορά των 16 ποσοστιαίων μονάδων μεταφράζεται σε μια επιπλέον κάθετη μείωση του δείκτη γονιμότητας στην Ελλάδα κατά 8,96% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ακριβή στέγη στερεί πρακτικά από τη χώρα σχεδόν το 9% των δυνητικών της γεννήσεων. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την απόκλιση του ελληνικού δείκτη γονιμότητας (1,24 παιδιά ανά γυναίκα) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (1,34%).
Το ντόμινο των επιπτώσεων, όμως, δεν σταματά στο δημογραφικό, υποβαθμίζοντας συνολικά το βιοτικό επίπεδο. Βάσει της μελέτης, μια αύξηση 1% στο μερίδιο του στεγαστικού κόστους οδηγεί σε αύξηση του ποσοστού συνωστισμού των νοικοκυριών κατά 2,34%. Επίσης, αυξάνει το ποσοστό σοβαρής στεγαστικής στέρησης κατά 1,43%. Η οικονομική πίεση είναι τέτοια, που ανεβάζει τον κίνδυνο φτώχειας κατά 0,92%, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και επιβαρύνει την υγεία των πολιτών.
Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ υπογραμμίζουν ότι οι αρνητικές επιπτώσεις του κόστους στέγασης στη γονιμότητα, την υγεία και τη φτώχεια είναι εντονότερες στις χώρες της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπου περιλαμβάνεται και η Ελλάδα.
Πικρή πρωτιά
Στοιχεία της Eurostat, που περιλαμβάνονται σε ανάλυση που δημοσίευσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (γράφημα), φέρνουν στην επιφάνεια το πολύ υψηλό ποσοστό του πληθυσμού με καθυστερήσεις σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, αποτυπώνοντας μια χαώδη απόκλιση της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα:
Το ποσοστό του πληθυσμού με καθυστερούμενες οφειλές στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 42%. Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σημειώνουμε ότι η δεύτερη χειρότερη χώρα στην Ε.Ε. (Ρουμανία) βρίσκεται κάτω από το 20%.
Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης (EU27) είναι μόλις στο 9%. Δηλαδή, το ποσοστό αυτών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές στέγασης στην Ελλάδα είναι σχεδόν πενταπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών δεν φαίνεται να έχει αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση. Ενώ το 2015, στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης, το ποσοστό ήταν στο 49%-50% και το 2019 υποχώρησε στο 41%-42%, το 2025 ο δείκτης παραμένει σταθερός στο 42%. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η δυσκολία πληρωμής λογαριασμών και ενοικίων δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο και δεν περιορίζεται τα τελευταία χρόνια, παρά την οικονομική ανάπτυξη, την αύξηση της απασχόλησης και των μισθών.
«Μαύρη τρύπα»
Η αιτία της αδυναμίας πληρωμών εντοπίζεται στο γεγονός ότι η στέγαση απορροφά πλέον δυσανάλογο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος:
Η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη επιβάρυνση στην Ευρώπη, με το κόστος στέγασης να απορροφά μεσοσταθμικά το 35% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε.-27 είναι 19%.
Το ποσοστό των πολιτών που δαπανούν πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός τους αποκλειστικά για τη στέγαση (Δείκτης Υπερβολικής Επιβάρυνσης – Housing Cost Overburden Rate) φτάνει το 26%-27% στην Ελλάδα, ποσοστό υπερτριπλάσιο από το 8% που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε.-27.
Η Αθήνα, μάλιστα, συγκαταλέγεται στις πρωτεύουσες με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των εισοδημάτων από το κόστος στέγασης στην Ευρώπη, καθώς το μέσο νοικοκυριό καλείται να διαθέσει έως και το 57% του μισθού αποκλειστικά για το ενοίκιο.
Σε ανάλυση του ΔΝΤ σημειώνεται, πάντως, ότι τα στοιχεία για την υπερβολική επιβάρυνση από στεγαστικές δαπάνες πρέπει να διαβάζονται με προσοχή. Οι επιπτώσεις της δαπάνης άνω του 40% του εισοδήματος για στέγαση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θέση ενός νοικοκυριού στην εισοδηματική κατανομή μιας χώρας, τονίζεται. Ενα νοικοκυριό υψηλού εισοδήματος μπορεί να διαθέτει το 40% του εισοδήματός του για στέγαση χωρίς να το αισθάνεται ως βάρος ή χωρίς να δυσκολεύεται να «τα βγάλει πέρα». Αντιστρόφως, για ένα νοικοκυριό χαμηλού εισοδήματος, η δαπάνη ακόμη και του 10% του εισοδήματός του για στέγαση μπορεί να αποβεί προβληματική…
Ασφυξία ενοικιαστών και αγοραστών
Πρόσφατη ανάλυση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ σκιαγραφεί μια ασφυκτική κατάσταση τόσο για τους ενοικιαστές όσο και για τους υποψήφιους αγοραστές:
Οι τιμές των κατοικιών «τρέχουν» πολύ ταχύτερα από την αύξηση των εισοδημάτων. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η αναλογία τιμής κατοικίας προς εισόδημα (price-to-income ratio) στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 25% από το 2015, καθιστώντας την αγορά κατοικίας όλο και πιο απρόσιτη για τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Στην Αθήνα, η μέση τιμή αγοράς κατοικίας ξεπερνά πλέον τις 2.200 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σε περιοχές κοντά στο κέντρο.
Παράλληλα, αυξημένος είναι και ο δείκτης τιμής προς ενοίκιο (price-to-rent ratio), υποδηλώνοντας πιθανή υπερτίμηση της αγοράς ακινήτων (σημειώνεται ότι η Κομισιόν «βλέπει» υπερτίμηση 10%-20%).
Τα ενοίκια στην Αττική έχουν αυξηθεί υπερβολικά. Οι φτηνότερες προσφερόμενες κατοικίες στα δυτικά προάστια του Λεκανοπεδίου κοστολογούνται με μέση τιμή τα 8,89 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στα νότια προάστια η τιμή φτάνει μέχρι και τα 12,99 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η μέση τιμή ενοικίασης στην Αθήνα έχει αυξηθεί κατά 42% από το 2017 έως σήμερα. Ως άμεσο αποτέλεσμα, το 39% των ενοικιαστών δηλώνει αδυναμία να καλύψει τις βασικές δαπάνες διαβίωσής του μετά την πληρωμή του ενοικίου.
Το μηνιαίο κόστος απόκτησης κατοικίας μέσω δανείου ανέρχεται περίπου στα ίδια επίπεδα με το ενοίκιο, παραμένοντας ευάλωτο στην πορεία των επιτοκίων.
Οι πολίτες διστάζουν να δανειστούν. Ανθρωποι ηλικίας 45 έως 55 ετών, έχοντας βιώσει τις συνέπειες των διαδοχικών κρίσεων, είναι πιο συντηρητικοί στην ανάληψη στεγαστικού δανείου.
Το κόστος στέγασης αυξάνεται και από την εφαρμοζόμενη φορολογική πολιτική, καθώς οι δαπάνες για ενοίκιο ή για την αποπληρωμή στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας δεν εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα των πολιτών.
Οι πολιτικές επιδότησης ενοικίων, επειδή δεν συνδυάζονται με μέτρα συγκράτησης των τιμών, καταλήγουν τελικά στο να ικανοποιούν τις υψηλότερες απαιτήσεις των ιδιοκτητών, αυξάνοντας περαιτέρω τα ενοίκια.
«Βραχνάς» η ενέργεια
Το κόστος ενέργειας αποτελεί κρίσιμη παράμετρο στην εξίσωση της βιωσιμότητας των νοικοκυριών, ιδιαίτερα μετά τις διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις.
● Μόνο για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας (περίπου 400 kwh μηνιαίως), ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον βασικό μισθό των 771 ευρώ καθαρά απαιτείται να δαπανήσει περίπου το 10% του εισοδήματός του.
● Κάθε ένοικος πολυκατοικίας επιβαρύνεται αναλογικά με τους λογαριασμούς ρεύματος των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίοι θεωρούνται επαγγελματικοί. Αυτό σημαίνει υψηλότερες χρεώσεις ανά κιλοβατώρα, αναλογικά αυξημένο ΦΠΑ και εξαίρεση από τα μέτρα μείωσης ή επιδότησης της λιανικής τιμής.
● Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες του ΟΟΣΑ με τα υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας. Το πρόβλημα οξύνεται επειδή το 51% του κτιριακού αποθέματος της χώρας κατασκευάστηκε πριν από το 1980, γεγονός που συνεπάγεται χαμηλή ενεργειακή απόδοση και μεγάλες απαιτήσεις κατανάλωσης ενέργειας.
● Προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ» ή το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» έχουν περιορισμένη τελική επίδραση. Ακόμη και για όσους μείωσαν τις ενεργειακές τους ανάγκες, η όποια εξοικονόμηση περιορίστηκε από τις μεγάλες ανατιμήσεις στο ρεύμα. Επιπλέον, το υψηλό κόστος της απαιτούμενης ιδίας συμμετοχής και ο χρόνος καταβολής των ενισχύσεων αποτρέπουν πολλούς δικαιούχους από την αξιοποίηση αυτών των προγραμμάτων.
Δημογραφική κατάρρευση μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση
Σε μια Ευρώπη που γερνά ανησυχητικά, η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χώρες με τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας (fertility rate), με μεγάλη απόκλιση από τον μέσο όρο: ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 1,34 παιδιά για κάθε γυναίκα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ενώ στην Ελλάδα έχει πέσει σε 1,24.
Οι γεννήσεις υποχώρησαν από τις 117.600 ετησίως το 2008-2009, δηλαδή πριν το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης, σε περίπου 65.000 το 2025-2026, ενώ μειώνονται οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και η τεκνοποίηση μετατίθεται μετά τα 30.
Στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) αποτυπώνουν το μέγεθος της δημογραφικής συρρίκνωσης:
● «Βουτιά» των γεννήσεων: Καταγράφεται πτώση 44% στις ετήσιες γεννήσεις συγκριτικά με τη διετία 2008-2009.
● Συρρίκνωση αναπαραγωγικής βάσης: Ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκε δραματικά κατά 28% (περίπου 480.000 λιγότερες γυναίκες).
● Μητρότητα σε μεγαλύτερη ηλικία: Πάνω από 1 στις 10 γεννήσεις (11,2%) προέρχεται πλέον από γυναίκες 40 ετών και άνω, ποσοστό υπερεξαπλάσιο σε σχέση με το 1980 (1,8%). Μόλις το 30% των μητέρων είναι πλέον κάτω των 30 ετών.
Η μέση ηλικία τεκνοποίησης έχει πλέον αγγίξει τα 32,3 έτη. Οπως έχει επισημάνει ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνης, η καθοδική πορεία οφείλεται σε ένα πολύπλοκο πλέγμα ανασφάλειας. Η ασταθής ένταξη στην αγορά εργασίας, τα μειωμένα πραγματικά εισοδήματα και, ιδίως μετά το 2020, η έντονη στεγαστική κρίση στα αστικά κέντρα, αναγκάζουν τα νέα ζευγάρια να αναβάλουν τη δημιουργία οικογένειας.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η δημογραφική ανάκαμψη δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μέτρα επιδοματικής πολιτικής (π.χ.: επιδόματα γέννησης). Απαιτεί ένα σταθερό περιβάλλον που να προσφέρει προσιτή κατοικία, επαρκείς δομές προσχολικής φροντίδας, προστασία της μητρότητας και σταθερή απασχόληση. Χωρίς ένα τέτοιο δίχτυ ασφαλείας, η υπογεννητικότητα θα συνεχίσει να υπονομεύει το ασφαλιστικό σύστημα, την αγορά εργασίας και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.
Διαβάστε περισσότερα
