Τελευταία νέα
Efsyn.gr

«Είμαι η Μπιζάν και είμαι ακόμα ζωντανή»

«It’s Bisan from Gaza and I’m still alive»… Με αυτά τα λόγια («Είμαι η Μπιζάν και είμαι ακόμα ζωντανή»), η Παλαιστίνια δημοσιογράφος, ακτιβίστρια και κινηματογραφίστρια Μπιζάν Ουόντα (Bisan Owda) ξεκινούσε τα ρεπορτάζ της από το πεδίο, τα οποία αργότερα (2023) έγιναν ντοκιμαντέρ με τον ίδιο τίτλο. Η ίδια έλαβε διεθνή αναγνώριση για τη δουλειά της, που δεν ήταν άλλη από το να καταγράφει δημοσιογραφικά τι πραγματικά συνέβαινε με τον πόλεμο και τη γενοκτονία στη Γάζα, χρησιμοποιώντας το κινητό της τηλέφωνο.
Αυτές είναι οι στιγμές στην Ιστορία όπου η δημοσιογραφία παύει να είναι ένα επάγγελμα και μετατρέπεται σε πράξη επιβίωσης – όχι επειδή κάποιος επέλεξε να γίνει πολεμικός ανταποκριτής, αλλά επειδή ο πόλεμος εισέβαλε στο σπίτι του και τον ανάγκασε να καταγράψει την ίδια του τη ζωή. Η Παλαιστίνια δημοσιογράφος Μπιζάν Ουόντα ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων: δεν έγινε γνωστή επειδή βρέθηκε στη Γάζα. Έγινε γνωστή επειδή η Γάζα βρέθηκε στη ζωή της. Τόσο, που έγινε εικόνα, ιδέα, σύλληψη, κείμενο και τρόπος επιβίωσης.
Γεννημένη το 1997 ή το 1998 (είναι 28 ή 29 ετών) στη Λωρίδα της Γάζας, η ίδια είχε δραστηριοποιηθεί ως κινηματογραφίστρια, δημοσιογράφος και ακτιβίστρια πριν από την έναρξη του πολέμου τον Οκτώβριο του 2023. Δημιουργούσε ντοκιμαντέρ, ασχολούνταν με την πολιτιστική κληρονομιά και την πλούσια κουλτούρα της Παλαιστίνης (την οποία επίσης προσπαθούν να εξαφανίσουν τελείως οι Ισραηλινοί) και δημοσίευε βίντεο μέσα από το κανάλι της «Hakawatya» – μια λέξη που παραπέμπει στον παραδοσιακό αφηγητή ιστοριών της Μέσης Ανατολής. Η αφήγηση, άλλωστε, ήταν πάντοτε το μέσο της.
Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, όταν η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ έδωσε στο δεύτερο την αφορμή για να καταστρέψει ολοσχερώς τη Γάζα, η καθημερινότητά της μετατράπηκε σε μια συνεχή καταγραφή της επιβίωσης. Σχεδόν κάθε βίντεό της άρχιζε με την ίδια φράση: «It’s Bisan from Gaza, and I’m still alive». Και δεν πρόκειται για δημοσιογραφικό εύρημα, αλλά για κυριολεξία. Κάθε νέα ανάρτηση αποτελούσε, πριν από οτιδήποτε άλλο, μια ανακοίνωση ότι είχε επιζήσει ακόμα μία ημέρα.
Η δύναμη αυτών των βίντεο δεν βρισκόταν στην τεχνική τους αρτιότητα, καθώς ήταν γυρισμένα με κινητό τηλέφωνο, μέσα σε σκηνές εκτοπισμένων, νοσοκομεία, δρόμους γεμάτους ερείπια και πρόχειρα καταλύματα. Η αξία τους βρισκόταν και βρίσκεται στην αμεσότητα. Η Ουόντα κατέγραφε τη ζωή μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να συνεχίσει να υπάρχει μέσα στον πόλεμο. Μέσα στην αδιανόητη γενοκτονία και πολιτισμική καταστροφή.
Αυτό ακριβώς ήταν που την έκανε να ξεχωρίσει: δεν παρουσίαζε στρατιωτικές αναλύσεις ούτε διπλωματικές εξελίξεις, μόνο έδειχνε ανθρώπους να ψάχνουν νερό, παιδιά να παίζουν ανάμεσα στα χαλάσματα, οικογένειες που μετακινούνταν ξανά και ξανά, ανθρώπους που περίμεναν λίγο ψωμί ή μια θέση σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο. Η δική της οπτική ήταν εκείνη του ανθρώπου που βρίσκεται μέσα στην ιστορία και όχι έξω από αυτήν.
Η απήχησή της υπήρξε εντυπωσιακή. Μέσα σε λίγους μήνες συγκέντρωσε εκατομμύρια ακόλουθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ η συγκεκριμένη σειρά βίντεο, που δημιούργησε σε συνεργασία με το Al Jazeera, απέκτησε δεκάδες εκατομμύρια προβολές παγκοσμίως. Το 2024 η δουλειά της τιμήθηκε με ένα από τα σημαντικότερα δημοσιογραφικά βραβεία στον κόσμο, το Peabody Award, ενώ αργότερα η ίδια σειρά απέσπασε το News & Documentary Emmy στην κατηγορία Outstanding Hard News Feature Story – Short Form, καθώς και το Edward R. Murrow Award. Οι διακρίσεις αυτές απονεμήθηκαν επειδή οι επιτροπές έκριναν ότι κατέγραψε με μοναδικό τρόπο την ανθρώπινη εμπειρία του πολέμου μέσα από την προσωπική της μαρτυρία.
Η αναγνώριση, ωστόσο, συνοδεύτηκε και από αντιδράσεις. Η υποψηφιότητά της στα Emmy αμφισβητήθηκε δημόσια από οργανώσεις που θεώρησαν ότι η δράση της υπερέβαινε τα όρια της δημοσιογραφίας. Η Television Academy εξέτασε τις καταγγελίες και διατήρησε κανονικά την υποψηφιότητά της, η οποία τελικά κατέληξε σε βράβευση. Αυτή η σημαντική βράβευση ανέδειξε όχι μόνο τη δύναμη του έργου της αλλά και το πόσο δύσκολο είναι σήμερα να υπάρξει δημοσιογραφική αφήγηση για τη Γάζα που να μη βρεθεί στο επίκεντρο έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων και… μηδενισμού ακόμα του έργου.
Στα τέλη Ιανουαρίου φέτος, το TikTok αφαίρεσε τον λογαριασμό της, ο οποίος είχε περίπου 1,4 εκατομμύρια ακόλουθους. Η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από δημοσιογραφικές οργανώσεις και οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου. Έπειτα από περίπου μία ημέρα, ο λογαριασμός της επανήλθε. Η ίδια δήλωσε ότι η διεθνής πίεση συνέβαλε στην αποκατάστασή του. Ωστόσο, ανέφερε ότι πολλά από τα βίντεό της εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από την πλατφόρμα ως «μη επιλέξιμα για προώθηση», γεγονός που περιορίζει την απήχησή τους. Η ίδια, παρά τις συνεχείς μετακινήσεις, τις ελλείψεις και τις συνθήκες πολέμου, εξακολουθεί να δημοσιεύει βίντεο και ενημερώσεις από τη Γάζα, παραμένοντας μία από τις πιο αναγνωρίσιμες παλαιστινιακές δημοσιογραφικές φωνές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ίσως επειδή αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή πολεμικής δημοσιογραφίας, ίσως γιατί δεν εργάζεται πίσω από δορυφορικά φορτηγά και τηλεοπτικά συνεργεία, ίσως γιατί δεν μεταφέρεται από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο ακολουθώντας τα μέτωπα – και γι’ αυτούς τους λόγους «ακολουθούμε» την Μπιζάν. Ίσως και γιατί θέλουμε να παραμείνει ζωντανή. Είναι ταυτόχρονα δημοσιογράφος, κάτοικος, πρόσφυγας μέσα στην ίδια της την πόλη και πρωταγωνίστρια των γεγονότων που καταγράφει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αφήγησή της είναι απαλλαγμένη από προσωπική οπτική· αντίθετα, είναι βαθιά προσωπική. Αλλά είπαμε: αντικειμενική δημοσιογραφία δεν υπάρχει – έγκυρη υπάρχει. Και η Μπιζάν αυτό υπηρετεί: την εγκυρότητα. Με την ίδια της τη ζωή. Τόσο υπερβολικά, τόσο απλά.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...