Τα Ανώγεια είναι ο τόπος του Αγροτικού Πολιτισμού, των Αγώνων των Μνημείων, της Ιστορίας και της Αντίστασης.
Ένας ιστορικός κτηνοτροφικός κύρια Δήμος ο οποίος παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ορεινοί Δήμοι – Κοινότητες συνεχίζει να αντέχει, να επιβιώνει και να εξελίσσεται μέσα σε ένα τοπίο αυστηρό και άγριο, αλλά συνάμα εντυπωσιακό και γοητευτικό.
Το σύνολο σχεδόν του εδάφους της περιοχής των Ανωγείων είναι ορεινό και στα παλιότερα χρόνια, ήταν καλυμμένο με πυκνή βλάστηση κυρίως πρίνων, σφενδάμων, δρυών και αζιλάκων.
Ίσως η δύναμη της φύσης να ήταν που γοήτευσε τους πρώτους κατοίκους βοσκούς πριν από πολλούς αιώνες (10 -11 αιώνα μ. Χ.).
Η μικρή σχετικά γεωργική περιοχή των Ανωγείων απλώνεται σε ρεματιές και σε πλαγιές διαφόρων λόφων ή σε μικρά οροπέδια.
Ανάμεσα στα ευρήματα που βρέθηκαν το 1962 στους τάφους του Δερβενίου (Θεσσαλονίκη) ξεχωριστή θέση κατέχει ένας μεγάλος χάλκινος κρατήρας του 330 π. Χ. με ολόγλυφες διακοσμήσεις, σπάνιο εύρημα ανθρώπινου πολιτισμού.
Οι διακοσμήσεις αυτές αναπαριστάνουν το γάμο του Διόνυσου (θεός του κρασιού και του αμπελιού) και της Αριάδνης (κόρης του Μίνωα).
Τα αμπέλια, δώρο εκλεκτό δοσμένο κατευθείαν από το γιο του Δία και της Σεμέλης, στο βασιλιά Μίνωα χάρισαν σε αυτόν τον τόπο τη χαρά και το χρυσάφι με απλοχεριά, με αφθονία και συντελέσανε σημαντικά στην οικονομική άνθισή του, βοηθώντας δυναμικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού, του αξιοθαύμαστου Μινωικού Πολιτισμού.
Οι Κρήτες του Μίνωα σχημάτιζαν πρώτα από όλα, έναν αγροτικό πληθυσμό.
Ο Αμπελώνας του Μίνωα εξάλλου, ήταν φημισμένος σε όλον τον αρχαίο κόσμο, όπως και το κρητικό κρασί αφού ήταν ένα από τα κυριότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Κρήτης.
Ο Μούστος όπως φαίνεται από την εγκατάσταση του Βαθύπετρου (Αρχάνες) έτρεχε μέσα σε ένα κάδο με χερούλια που βρίσκονταν πιο χαμηλά. Μόλις γέμιζε ο κάδος αυτός έχυναν το μούστο σε μεγάλα πήλινα πιθάρια. Πενήντα μέρες αργότερα γύρω στις αρχές Νοεμβρίου έβγαζαν ένα σκούρο κόκκινο αρκετά δυνατό κρασί και τότε άρχιζαν γιορτές, πομπές, μουσική, τραγούδια, χοροί.
Οι ιερείς που ασκούσαν την Ιατρική στα περίφημα ιερά του Ασκληπιού (γιός του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, θεός της Ιατρικής και της υγείας) χρησιμοποιούσαν το κρασί της Κρήτης ως φάρμακο, για πολλές αρρώστιες.
Στο Ασκληπιείο του Λέντα έτρεχαν εκείνα τα χρόνια ασθενείς από αποκρυσμένες περιοχές άλλων πολιτισμών. Άνθρωποι που χρειάζονταν βοήθεια και θεραπευτική αγωγή, κατέφευγαν στα νότια παράλια της Κρήτης για να βρουν γιατρειά. Το κόκκινο κρασί ιδιαίτερα ήταν θεραπευτικό μέσο.
Ιδιαίτερα φημισμένο ήταν το κρασί της Αρχαίας Λύττου (Ξυδάς). Πρόσφατα με τις ανασκαφές που γίνονται στην περιοχή ανακαλύφθηκε μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Κρήτης.
Στην Κρήτη τους Ρωμαϊκούς Χρόνους (87π.Χ. – 323μ.Χ.) τα κύρια προϊόντα ήταν το στάρι και το κριθάρι. Επιπλέον, η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοπαραγωγή αποτελούσαν σημαντικούς κλάδους της αγροτικής οικονομίας.
Λέγεται πως ο αυτοκράτορας Νέρωνας έπινε μόνον κρητικό κρασί και μάλιστα διαλεγμένο από τους αμπελώνες της Σητείας.
Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ.) γεννήθηκε στο Κόμο αναφέρει ένα κρητικό κρασί με την ονομασία passum, το οποίο επαινείται για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, δηλαδή ως ιατρικό παρασκεύασμα, και αναμειγνυόταν με διάφορες άλλες ουσίες.
Στην Κρήτη τα Βυζαντινά χρόνια ( Α’ περίοδος 323-828 μ. Χ. και Β’ περίοδος 961-1204 μ.Χ.), η δεύτερη σε σημασία καλλιέργεια μετά τα σιτηρά ήταν η καλλιέργεια του αμπελιού και η παραγωγή κρασιού.
Δεν ξέρουμε ποιες επιπτώσεις είχε στην παραγωγή του κρασιού η Αραβική κατοχή (828 – 961 μ.Χ.). Μάλλον η καλλιέργεια των αμπελιών είχε σταματήσει.
Αλλά στο τέλος του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα η καλλιέργεια του αμπελιού ήταν και πάλι ανεπτυγμένη.
Ο Θεόδωρος Πτωχοπρόδρομος (12ος αιώνας) γνωστός Βυζαντινός ποιητής αναφέρει: «ουδέ γαρ οίνον πίνουσιν Χιώτικον εις κόρον, αλλά γλυκύ Μυτιληναίον και Κρητικόν αθύρην ίνα χυμούς εκβάλλωσιν τους της ξηροφαγίας».
Οι Βενετοί (1210-1669 μ. Χ.) ενίσχυσαν την αμπελοκαλλιέργεια.
Το 1263 μ. Χ. το κρασί ήταν ένα από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα του νησιού. Όταν ο Buondelmonti, Φλωρεντίνος ιερωμένος, επισκέφτηκε την Κρήτη το 1415 μ.Χ. το κρασί ήταν το πρώτο προϊόν στις εξαγωγές. «Τα πλοία φτάνουν εδώ από όλα τα μέρη του κόσμου και φορτώνουν κάθε χρόνο το λιγότερο 20.000 βαρέλια εξαιρετικής ποιότητας».
Εξάλλου την ίδια εποχή ο Ερρίκος ο Πρίγκηπας της Πορτογαλίας, ζήτησε να του φέρουν κλήματα από την Κρήτη για να φυτέψει στη Μαδέρα που είχε αποικιστεί από τους Πορτογάλους το 1421.
Ο περιηγητής Belon που γράφει στα μέσα του 16ου αιώνα, 1550 μ.Χ., είναι μάρτυρας της αφθονίας και της ποιότητας των κρητικών κρασιών.
Η εξαγωγή της Μαλβαζίας είναι το κυριότερο εμπόριο του νησιού. Ο «γλυκύς οίνος Μαλβαζία» είχε ως οινοβάση το παραγόμενο από διάφορες ποικιλίες μέσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το Λιάτικο, το Αδάνι ή Αϊδάνι, το Αθήρι, το Θραψαθήρι, το Μοσχάτο, το Λαδικινό κ.λ.π. και μεταφέρεται στην Αγγλία, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αλεξάνδρεια και στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1512 μ.Χ. σύμφωνα με αριθμητικά δεδομένα η Κρήτη είχε παράξει 100.000 τόνους κρασί. Από την ποσότητα αυτή η μισή έφυγε στο εξωτερικό, 35.000 τόνοι από το Ηράκλειο και 15.000 τόνοι από το Ρέθυμνο.
Μετά το 1575 η Βενετία προσπαθεί να εξασφαλίσει σχετική αυτάρκεια σιτηρών στο νησί. Οι αξιωματούχοι κάνουν συχνά επιθεωρήσεις στην ύπαιθρο και ενθαρρύνουν τους αγρότες να αναπτύξουν την καλλιέργεια των σιτηρών. Είχε καταληφθεί το 1522 μετά από πολιορκία η Ρόδος και το 1570-1571 η Κύπρος και άρχισαν να προετοιμάζονται.
Το 1576 o περιφερειάρχης Foscarini λαμβάνει μέτρα περιοριστικά της αμπελοκαλλιέργειας. Για να αυξήσει την καλλιέργεια των δημητριακών απαγορεύει να φυτεύεται εις το εξής «αμπέλι εις αγρόν αροτριόσιμο μη έχοντα προ δεκαετίας αμπέλι φυτεμένο».
Το 1584 βγαίνει απόφαση από τους Βενετούς να ξεριζωθούν τα αμπέλια στην ενδοχώρα του Ηρακλείου και να αντικατασταθούν με καλλιέργειες σιτηρών.
Στην Κρήτη η αμπελουργία πολλές φορές άνθισε και πολλές φορές έφθασε στα όρια της εξαφάνισης.
Το 1592 έχουμε επιδημία πανώλης . στο νησί. Ο μισός πληθυσμός του Ηρακλείου χάθηκε όπως αναφέρει ο Σπανάκης στα Κρητικά Χρονικά, οπότε έχουμε έλλειψη εργατικών χεριών.
Το 1645-1669 είχαμε την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς και την παράδοση του Χάνδακα (Ηρακλείου) από τους Ενετούς.
Ο πόλεμος έπληξε το εξαγωγικό εμπόριο (αποκλεισμός, έλλειψη εργατικών χεριών, καταστροφές από μάχες κ.λ.π.). Η παραγωγή κρασιών ποιότητας, που ήταν το σημαντικότερο προϊόν της κρητικής οικονομίας μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Το περίφημο κρασί Μαλβαζία εξαφανίζεται από τη διεθνή αγορά.
Τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας έχουμε έξοδο του πληθυσμού από το νησί. Οι Οθωμανοί, σε αντίθεση με τους Ενετούς, σε πολιτικό επίπεδο θέλησαν να σπάσουν το εμπορικό μονοπώλιο των Ενετών στην αμπελοκαλλιέργεια και γι’ αυτό το λόγο την περιόρισαν και την κυνήγησαν.
Το 1834-1835, περίοδος που περιηγήθηκε στην Κρήτη ο Robert Pashley, υπάρχει ελάχιστη αμπελουργία.. Το 1838 εκτιμώνταν ότι τα αμπέλια κάλυπταν 16.000 στρέμματα. Το νησί έχει ρημάξει από τους ξεσηκωμούς και ο πληθυσμός έχει πέσει στις 130.000-135.000 κατοίκους. «Καιεμένοι πάρτα Ανοιανοί και έτι οι Χρουσανιώται, απού πολεμάτε την Τουρκιά ωσάν και οι Λακιώται», σελίδα 141 Α’ τόμος Ταξίδια στην Κρήτη του Robert Pashley.
Το 1830-1840 έχουμε Αιγυπτιακή κατοχή της Κρήτης και γινότανε μόνο εξαγωγές σταφίδας,
Το 1859 εισάγεται στη Γαλλία η φυλλοξήρα και προσβάλλει τότε 10 εκατ. στρέμματα σε λίγα χρόνια. Έπαθε μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.
Την περίοδο που χτυπιέται η Γαλλία από την φυλλοξήρα έχουμε άνθιση της αμπελουργίας στη Κρήτη. Τριπλασιασμός της ποσότητας στην παραγωγή κρασιού και σταφίδας. Τα κρασιά που προέρχονται από τον Μυλοπόταμο και το Αμάρι έχαιραν εκτίμησης στο εξωτερικό.
Εν τω μεταξύ η παγκόσμια παραγωγή ανήρχετο. Η Γαλλία αντικαθιστούσε τους αμπελώνες της με αμερικάνικα υποκείμενα και οι ΗΠΑ μπαίνουν δυναμικά στη διεθνή αγορά.
Μετά το 1890 υπάρχουν πλεονάσματα αμπελουργικών προϊόντων διεθνώς και οι παραγωγοί της Κρήτης αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα διάθεσης των προϊόντων τους.
Το 1893 στην εφημερίδα Ηράκλειο σελίδα 51 αναφέρεται: «ουδείς πλέον μένει εν αμφιβολία ότι οι κρητικοί οίνοι διέρχονται κατά τα τελευταία έτη μία εκ των σπουδαιοτέρων εκείνων κρίσεων, καθάς ο οινοπαραγωγός εμβάλλεται εις αμηχανίαν τοιαύτην ώστε να διερωτάται αν πρέπει να εξακολουθήσει την παρασκευήν του οίνου ή να εγκαταλείψει αυτήν…».
Το 1898-1913 έχουμε την Κρητική Πολιτεία και με παρέμβαση της το 1901-1903 αρχίζει η καλλιέργεια της σουλτανίνας. Το 1915 αρχίζει να εξαπλώνεται. Το 1922 με τον ερχομό των προσφύγων έχουμε την ανάπτυξη στην καλλιέργεια της σουλτανίνας. Απογειώνεται μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του’80.
Το 1983 έχουμε την μεγαλύτερη παραγωγή σταφίδας σουλτανίνα περί τους 103.000 τόνους.
Τον Απρίλιο του 1977 διαπιστώθηκε για πρώτη φορά στην Κρήτη η φυλλοξήρα στο χωριό Χουστουλιανά της Μεσαράς. Θα μείνει ιστορική χρονιά στη μακρόχρονη πορεία της αμπελοκαλλιέργειας.
Το 1985 έχουμε περίπου 290.000 στρέμματα σουλτανίνας στην Κρήτη και παραγωγή 79.000 τόνους σταφίδα. Επιτραπέζια σταφύλια 35.000 στρέμματα και παραγωγή 50.900 τόνους και οινοποιήσιμα σταφύλια 125.000 στρέμματα και παραγωγή 80.500 τόνους. Σύνολο 450.000 στρέμματα. Σήμερα έχουμε γύρω στα 90.000 στρέμματα κύρια για παραγωγή οινοποιήσιμων σταφυλιών. Παράγουμε πολύ καλής ποιότητας κρασιά που ταξιδεύουν σε μακρινές αγορές και αντέχουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Στην Ελλάδα υπάρχουν 350-400 Ελληνικές ή καλλιεργούμενες από πολύ παλιά ποικιλίες αμπελιού.
Στην παγκόσμια αμπελουργία έχουν καταγραφεί περισσότερες από 9.000 ποικιλίες, χωρίς να περιλαμβάνονται οι παραλλαγές, τα συνώνυμα αλλά και τα προϊόντα των ποικίλων και πολυάριθμων διασταυρώσεων.
Στην Κρήτη τη δεκαετία του ’60 ο σπηλαιολόγος Πλατάκης γράφει ότι υπάρχουν πάνω από 40 ποικιλίες.
Από τη μεταποίηση των σταφυλιών μπορούμε να έχουμε προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης, όπως κρασί, τσικουδιά, ξύδι, χυμό σταφυλιού, σταφίδα. Επιπλέον γλυκό κουταλιού, μουσταλευριά, πετιμέζι κλπ.
Το σταφύλι εκτός από τη διατροφή είναι ένα από τα αρχαιότερα φρούτα στην ανθρώπινη ιστορία. Βρίσκει τη θέση του σε πολλές προτάσεις της κοσμετολογίας.
Με τον όρο σταφυλοθεραπεία εννοούμε την μονοδίαιτα με σταφύλι. Από το αμπέλι στη διατροφή χρησιμοποιούμε τα φύλλα και τις κορυφές των βλαστών.
Οι Ανωγειανοί έκαναν τις συναλλαγές τους κυρίως με το Ηράκλειο. Με γαϊδουράκια και μουλάρια πάνω σε δύσβατα μονοπάτια σκεπασμένα με αγκαθωτούς θάμνους, περνούσαν μέσα από απότομες πλαγιές και επικίνδυνα φαράγγια.
Η οινοποιητική αμπελουργία υπάρχει δυναμικά από το 1870 και το κρασί το αποθηκεύανε όπως το λάδι και όταν ζοριζότανε οικονομικά πουλούσανε ένα γομάρι (περίπου 100 κιλά) για να καλύψουν ανάγκες.
Ένα βράδυ ένας λίγο γραφικός Ανωγειανός έφθασε στη Χανιώπορτα ακριβώς τη στιγμή που είχε κλείσει. Αναφέρεται ότι οι Χριστιανοί δωροδοκούσαν τους Τούρκους φρουρούς της Χανιώπορτας με κρασί αν και η θρησκεία τους το απαγορεύει. Δυσαρεστημένος ξεφόρτωσε τον γάιδαρο, έστρωσε κάτω στο χώμα και προσπάθησε να κοιμηθεί. Ήταν όμως αδύνατο. Ο θυμός για την άδικη και αυταρχική αυτή συμπεριφορά των Τούρκων φούντωνε μέσα του όλο και περισσότερο. Το πρωί ξαναφόρτωσε το εμπόρευμά του στον γάιδαρο και προχώρησε στην ανοικτή πια πύλη. Μόλις ήταν ακριβώς κάτω από τη μεγάλη καμάρα σταμάτησε τον γάιδαρο και κοιτάζοντας προκλητικά τον Τούρκο πορτιέρη λέει: Αν θέλω μπαίνω, αν θέλω δεν μπαίνω. Δεν μπαίνω. Και ξαναγύρισε πίσω στα Ανώγεια χωρίς να πουλήσει το κρασί και τα τυριά που έφερνε. Τέλος πάντων… έκανε αυτό που ο ίδιος ήθελε και όχι αυτό που επέτρεπαν οι Τούρκοι…
Η ζωή στα Ανώγεια την εποχή του μεσοπολέμου ήταν σκληρή για τους κατοίκους γιατί η γη ήταν βραχώδης και άγονη και η οικονομία του χωριού βασιζόταν κυρίως στη κτηνοτροφία και δευτερευόντως στη γεωργία που η απόδοση ήταν κυριολεκτικά στο έλεος των καιρικών συνθηκών.
Στο Ηράκλειο πουλούσαν τα προϊόντα της κτηνοτροφίας και γεωργίας και αγόραζαν τα στοιχειώδη για να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Στο Ηράκλειο έστελναν και τα παιδιά στο Γυμνάσιο. Όσοι είχαν την οικονομική δύναμη.
Το ντόπιο, κύρια κόκκινο κρασί και η τοπική τσικουδιά μαζί με σταφίδες, καρύδια, αμύγδαλα και ξερά κιοφτέρια (μουσταλευριά) που ετοίμαζαν το καλοκαίρι συμπλήρωναν τις προμήθειες.
Μέχρι το 1939 το μεγαλύτερο μέρος του κάτω αοριού και μέχρι τα καμπιά σπερνόταν με δημητριακά κ.ά. Στα παλιότερα μάλιστα χρόνια για το σκοπό αυτό οι Ανωγειανοί διέθεταν 200 ζευγάρια βοδιών.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ιδρύθηκε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός και λίγο αργότερα ο κτηνοτροφικός Συνεταιρισμός.
Τη δεκαετία 1950-1960 στα Ανώγεια εμπόριο κρασιού και τσικουδιάς έκαναν οι:
Αεράκης Μανώλης η Νινομανωλης
Καλομοιρης Γιαννης η Ντουλγερογιαννης
Νταγιαντάς Γιάννης ή Κιοντανέλης
Νταγιαντάς Γιώργης ή Λαμπρινογιώργης
Ξημέρης Νικόλαος ή Λιάπης που όταν επέτρεφε έφερνε πήλινα από τις Μαργαρίτες.
Οι ποικιλίες που καλλιεργούσαν ήταν το Λιάτικο, το κοτσιφάλι, ο Ταχτάς, το Θραψαθήρι – Αθήρι, το Βιδιανό, το Ροζακί, το Πλυτό, το Μαντηλάρι, το Ακουμινάτο, το Ρωμέικο, το Μοσχάτο, το Εφτάκιλο, το Λαδικινό, το Συρίκι κλπ.
Μετά το 1960 η παραγωγή είχε αυξηθεί και μάζευαν – αγοράζανε και για τα οινοποιεία μεγάλες ποσότητες μέχρι το 1985-86 οι:
Ανδρεαδάκης Λευτέρης (Αρίφης)
Κεφαλογιαννης Μανωλης (Γιωργαλης)
Κλάδος Γιώργης (Κλαδογιώργης) – Σίσαρχα. Για ένα χρόνο είχε συνεργάτη τον Κωστή Σπυριδάκη ή Ασιθιανόκωστα
Μεμμος Γιωργος (Μεμογιωργιος)
Μέμμος Λέαρχος (Μεμολέαρχος)
Νταγιαντάς Χαραλάμπης (Νταγιαντοχαραλάμπης)
Ρούλιος Χαρίτος (Κουβεντές)
Σαλούστρος Γιώργης (Κορκολογιώργης)
Φασουλάς Γιώργης (Γιωργουλής)
Τα οινοποιεία που προμηθεύονταν από τα Ανώγεια ήταν οι:
Αλεξάκης – Ηράκλειο
Ένωση Ηρακλείου – Κορώνη Μαγαρά και Δαφνές
Μηλιαράκης – Πεζά
Ολυμπιάς – Κουνάβοι
Τις μεταφορές έκαναν με φορτηγά οι:
Κονιός Νίκος (Ταγιαρόνικος)
Φασουλάς Βασίλης (Χουμάς)
Από το 1975 και μετά αναπτύσσεται και η σταφιδοκαλλιέργεια μέχρι αρχές της δεκαετίας του ΄90. Υπάρχει αναφορά ότι το 1980 συγκεντρώθηκαν 150 τόνοι σταφίδα.
Ο Γιώργος Ιωάννου Σμπώκος εκπαιδευτικός και Δήμαρχος αναφέρει από το Στατιστικό Δελτίο του δήμου Ανωγείων για το έτος 1991ότι τα Ανώγεια έχουν: 80.000 αιγοπρόβατα, 1200 στρέμματα σταφιδάμπελα, 1150 στρέμματα κρασάμπελα, 32.000 ελαιόδενδρα, 4.500 αχλαδιές, 1.100 μηλιές, 1.000 αμυγδαλιές, 500 καρυδιές κ.ά.
Σημαντικό στοιχείο της τοπικής κοινωνίας ήταν και οι αργαλειοί που επαγγελματικά έφθασαν στους 450 και που γίνεται προσπάθεια να μη σβήσει αυτή η τέχνη με τη σχολή υφαντικής που ιδρύθηκε πρόσφατα.
Ολόκληρη η ιστορία της Κρήτης και ευρύτερα του Μεσογειακού χώρου υπήρξε βαθιά επηρεσμένη από την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή κρασιού.
Μυθολογία, ζωγραφική, γλυπτική, ποίηση, ήθη και έθιμα, συνήθειες διατροφής, εμπόριο, ιατρική ακόμα και η θρησκεία μας, σε χαρές και λύπες, φέρουν τη σφραγίδα του αμπελιού.
Τέλος: επιστροφή στο παρελθόν με τις γνώσεις, τα μέσα και τις εμπειρίες του σήμερα και του αύριο για να ξαναζωντανέψει η Ύπαιθρος.
*Ομιλια του Γιώργου Ανδρεαδάκη, Τεχνολόγου Γεωπόνου, Επίτιμος πρόεδρος του συλλόγου Ανατολικής Κρήτης, στην παρουσίαση του μουσικού έργου «ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ» του Γιάννη Καλομοίρη στην πλατεία «ΑΡΜΙ» των Ανωγείων.
Ο κος Ανδρεαδάκης είναι συνεργάτης της Εφημερίδας των Συντακτών
Διαβάστε περισσότερα
