Τελευταία νέα
Στοιχεία – γροθιά στο στομάχι: Κάηκε το 42% των δασών της Αττικής μέσα σε 10 χρόνια Νίστρουπ: «Δεν θα παίξει ο Τεττέη με την ΤΣΣΚΑ 1948, είναι στο νοσοκομείο» Νέες παραιτήσεις στο κόμμα Καρυστιανού: Αποχωρούν Μουτσάτσου και δύο ακόμα στελέχη Γενικό Κρατικό Νίκαιας: Μη μιλάτε για ελλείψεις – Η διοίκηση του νοσοκομείο απαντά στις καταγγελίες των εργαζομένων Κόμμα Καρυστιανού: Αποχώρησε η Κατερίνα Μουτσάτσου και άλλα δύο στελέχη Σε «Red Code» και την Τετάρτη Αττική και τρεις ακόμη περιοχές – «Καμπανάκι» για εκδήλωση πυρκαγιών Αποχώρησε και η Μουτσάτσου μετά τον Αυγερινό από το κόμμα Καρυστιανού Γάζα: Το Κατάρ κατηγορεί το Ισραήλ ότι καθυστερεί την εφαρμογή του σχεδίου ειρήνης Θρίλερ στις Σέρρες με νεκρό 68χρονο: Εγκληματική ενέργεια έδειξε η ιατροδικαστική Ανδρουλάκης για πυρκαγιές: Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι Η εργαστηριακοί γιατροί έστειλαν εξώδικα σε ΗΔΙΚΑ και ΕΟΠΥΥ για τους ελέγχους στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση Προβλήματα στα δρομολόγια του ΗΣΑΠ – Έπεσαν κλαδιά δέντρου στον Άγιο Νικόλαο
Efsyn.gr

«Εκκλησιάζουσες»: Όταν η εξουσία φορά γυναικείο πρόσωπο

Υπάρχουν έργα που, όσο κι αν τα γνωρίζεις, μοιάζουν να αλλάζουν πρόσωπο κάθε φορά που επιστρέφουν στη σκηνή. Ειδικά αν τα πιάσει στα χέρια του ο Θέμης Μουμουλίδης. Όπως έκανε τώρα με τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη. Που όχι μόνο συνυπογράφει τη διασκευή μαζί με τη Νεφέλη Μαϊστράλη, με αποτέλεσμα το χιούμορ να διευρύνεται (πάντα σε υψηλό επίπεδο) από το κάπως αναμενόμενο για κωμωδίες, ειδικά του Αριστοφάνη, έως πιο εκλεπτυσμένο και υποδόριο, αλλά ταυτόχρονα ο ίδιος αποφάσισε να παρουσιάσει το αρχαίο έργο με στοιχεία καμπαρέ: ο κομπέρ, ο χορός, οι πρωταγωνιστές… επί σκηνής και στα παρασκήνια ενός θιάσου καμπαρέ που πραγματικά μαγεύει.
Με τον τρόπο αυτό, ο Μουμουλίδης κατάφερε να μην εγκλωβίσει το έργο στην αρχαιολατρία ούτε στην εύκολη πολιτική επικαιροποίηση, αλλά να του δώσει έναν αέρα σύγχρονο και ταυτόχρονα διαχρονικό. Μην εκπλαγείτε, λοιπόν, αν προς το τέλος της παράστασης ακούσετε μια σκηνή από το «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Αγγελόπουλου… Στο ίδιο τέλος, όλος ο θίασος μαζί, απευθύνεται στους θεατές λέγοντας ένα ουσιαστικά μανιφέστο ζωής, πολιτικής και φιλοσοφίας. Ό,τι καλύτερο.
Οι «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη γράφτηκαν γύρω στο 392 π.Χ., σε μια Αθήνα εξαντλημένη από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και βαθιά απογοητευμένη από τις πολιτικές της ηγεσίες. Έτσι ο Αριστοφάνης προσδοκά αυτό που πάντα έβαζε στα έργα του: μια ουτοπική κατάσταση ως λύση. Εν προκειμένω, το να πάρουν την εξουσία οι γυναίκες: Η Πραξαγόρα οργανώνει τις γυναίκες της Αθήνας ώστε, μεταμφιεσμένες σε άνδρες, να καταλάβουν την Εκκλησία του Δήμου και να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πόλης. Το νέο καθεστώς υπόσχεται ισότητα, κοινή περιουσία και έναν κόσμο χωρίς κοινωνικές διακρίσεις. Πολύ γρήγορα, όμως, η ουτοπία αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της.
Ο Αριστοφάνης δεν ειρωνεύεται τις γυναίκες· ειρωνεύεται κάθε ιδεολογία που πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο αλλάζοντας μόνο τους νόμους. Εξ ου και το «μανιφέστο», που λέγαμε, στο τέλος το οποίο έρχεται για να δείξει ακριβώς αυτό που ακούγεται στην παράσταση: Το «ου» της ουτοπίας δεν είναι άρνηση. Είναι πρόσκληση. Δεν είν’ το «πουθενά». Είναι το «κάπου αλλού». Λεπτή ισορροπία; Ίσως. Ε και;
Αυτή τη λεπτή ισορροπία υπηρετεί ο Μουμουλίδης με συνέπεια. Αντί να αντιμετωπίσει το έργο ως μια διαδοχή εύκολων αστείων ή ως μια κραυγαλέα πολιτική αλληγορία, επιλέγει να αναδείξει τη βαθύτερη ανθρώπινη διάστασή του. Το γέλιο υπάρχει, όπως οφείλει να υπάρχει στον Αριστοφάνη, όμως γεννιέται κυρίως από την αναγνώριση των δικών μας αδυναμιών και της ευφυούς διασκευής. Οι μηχανισμοί της εξουσίας, οι υποσχέσεις περί δικαιοσύνης, οι μεγάλες διακηρύξεις περί ισότητας μοιάζουν ανατριχιαστικά οικείες.
Η σκηνοθεσία διατηρεί σταθερό ρυθμό και αποφεύγει την υπερβολή. Κι ας έχει χρώματα και κοστούμια περίτεχνα και μουσικές (υπέροχες οι συνθέσεις του Θοδωρή Οικονόμου) και κομπέρ (αδιανόητα καλός ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης) και γρήγορες ατάκες. Οι σκηνές εναλλάσσονται με κινηματογραφική σχεδόν οικονομία, ενώ ο λόγος του Αριστοφάνη αποκτά καθαρότητα χωρίς να χάνει τη σατιρική του δύναμη. Ο Μουμουλίδης δείχνει εμπιστοσύνη τόσο στο κείμενο όσο και στους ηθοποιούς του (οι της νεότερης γενιάς που δεν γνωρίζαμε, μας κέρδισαν απολύτως και η Μαρίνα Ασλάνογλου ως Πραξαγόρα κέρδισε επάξια το χειροκρότημά μας), αποφεύγοντας τις επιφανειακές ευκολίες που συχνά συνοδεύουν τις σύγχρονες προσεγγίσεις της αρχαίας κωμωδίας.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος του συνόλου. Οι ηθοποιοί λειτουργούν ως πραγματικός θίασος και όχι ως μεμονωμένες μονάδες που διεκδικούν τη δική τους στιγμή. Ξεχωριστή θέση κατέχει ο Χορός, που δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο αλλά ως ζωντανός οργανισμός. Συμμετέχει ενεργά στη δράση, σχολιάζει, σατιρίζει, μεταμορφώνεται και αποκτά ουσιαστικό δραματουργικό βάρος. Οι κινήσεις του, η μουσικότητα και η ενέργειά του δημιουργούν μια συνεχή αίσθηση ζωντάνιας, θυμίζοντας ότι στην αρχαία κωμωδία ο Χορός ήταν η ίδια η φωνή της κοινωνίας. Σε αυτόν συμμετέχουν ηθοποιοί-διαμάντια: Ίντρα Κέιν, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Αναστασία Τζελέπη.
Η αισθητική της παράστασης υπηρετεί την ίδια λογική. Τα σκηνικά δεν επιδιώκουν να αναπαραστήσουν έναν αρχαιολογικό χώρο, αλλά δημιουργούν ένα θεατρικό περιβάλλον όπου το παρασκήνιο, το προσκήνιο, η αρχαία ορχήστρα, η σύγχρονη καθημερινή «σκηνή», όλα υπάρχουν μαζί μπροστά στο βλέμμα του θεατή.
Όσο για τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα, αυτά συνομιλούν με τη σύγχρονη ματιά της σκηνοθεσίας με έναν μοναδικό τρόπο, ενώ οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου μεταβάλλουν διαρκώς τη θερμοκρασία της αφήγησης, από το ξέφρενο γέλιο στη στοχαστική ειρωνεία.
Εκεί, όμως, όπου η παράσταση αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή της είναι στη διαπίστωση ότι, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, ελάχιστα έχουν αλλάξει. Οι κοινωνίες εξακολουθούν να αναζητούν σωτήρες, να επενδύουν σε εύκολες υποσχέσεις και να πιστεύουν πως μια αλλαγή προσώπων αρκεί για ν’ αλλάξει και η πραγματικότητα. Ακόμα και τα προβλήματα είναι τα ίδια. Ο Αριστοφάνης γνώριζε πως το πρόβλημα δεν είναι ποτέ μόνο το πολίτευμα ή οι κυβερνώντες, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Και ο Μουμουλίδης φωτίζει ακριβώς αυτή τη διαπίστωση. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της παράστασης: ότι κάνει το κοινό να γελά, αλλά και να αναρωτηθεί πόσο μακριά βρισκόμαστε σήμερα από την Αθήνα του Αριστοφάνη.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...