Η νησιωτικότητα αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πιο συχνά χρησιμοποιούμενους όρους στον δημόσιο λόγο. Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν τη σημασία των νησιών, όλες αναφέρονται στην ανάγκη ενίσχυσης της νησιωτικής Ελλάδας και όλες επικαλούνται τη συνταγματική υποχρέωση της ιδιαίτερης μέριμνας. Το ερώτημα όμως παραμένει: Αρκεί η πολιτική ρητορική όταν δεν συνοδεύεται από τα κατάλληλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής;
Πρόσφατα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, παρουσιάζοντας τη νέα στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη, υπογράμμισε την ανάγκη μετάβασης σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που θα βασίζεται σε δεδομένα, σύγχρονες μεθοδολογίες και αντικειμενική αξιολόγηση των περιφερειακών πολιτικών. Η κατεύθυνση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αναγνωρίζει ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να σχεδιάζεται μόνο με γενικές πολιτικές, αλλά απαιτεί εξειδικευμένα εργαλεία για κάθε κατηγορία περιοχών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ για τη στρατηγική περιφερειακής ανάπτυξης της Ελλάδας μετά το 2027. Η μελέτη αξιολογεί και τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας μέσω ενός σύνθετου πλαισίου με περισσότερους από πενήντα δείκτες, οργανωμένους σε έξι βασικούς άξονες: οικονομική ελκυστικότητα, πολιτισμό και τουρισμό, ανθεκτικότητα γης και κατοικίας, ευημερία των κατοίκων, συνδεσιμότητα και φυσικό περιβάλλον.
Η προσέγγιση αυτή αποτελεί σημαντική πρόοδο. Ωστόσο, αναδεικνύει ταυτόχρονα ένα ουσιαστικό κενό. Παρότι εξετάζει την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, την προσβασιμότητα, τη συνδεσιμότητα και την ποιότητα ζωής, δεν διαθέτει δείκτη που να μετρά το διαρθρωτικό κόστος της νησιωτικότητας. Περιγράφει τα αποτελέσματα, αλλά όχι την αιτία που τα παράγει.
Αυτό φαίνεται καθαρά και στην περίπτωση του Βορείου Αιγαίου. Η μελέτη καταγράφει χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, περιορισμένη παραγωγικότητα, υψηλή ανεργία των νέων, δυσκολίες συνδεσιμότητας και περιορισμένη ελκυστικότητα επενδύσεων, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει σημαντικά φυσικά και γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα. Ομως δεν μπορεί να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: Ποιο μέρος αυτών των επιδόσεων οφείλεται στη γεωγραφική ασυνέχεια και στο πρόσθετο κόστος της νησιωτικότητας;
Ακριβώς αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει η πρόταση για τη δημιουργία του Ελληνικού Συστήματος Μέτρησης της Νησιωτικότητας (ΕΣΜΝ). Η πρόταση δεν έρχεται να αντικαταστήσει τις μεθοδολογίες του ΟΟΣΑ ούτε τους υφιστάμενους αναπτυξιακούς δείκτες. Ερχεται να τους συμπληρώσει, εισάγοντας νέες έννοιες, όπως το Διαρθρωτικό Κόστος της Νησιωτικότητας και ο Διαρθρωτικός Πληθωρισμός Νησιωτικότητας, ώστε η πολιτεία να μπορεί να σχεδιάζει πολιτικές βασισμένες σε πραγματικά δεδομένα. Η πρωτοβουλία αυτή αφορά ολόκληρη τη νησιωτική Ελλάδα. Η πρόταση της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου είναι η πιλοτική εφαρμογή του ΕΣΜΝ να ξεκινήσει από το Βόρειο Αιγαίο και στη συνέχεια να επεκταθεί στις τέσσερις νησιωτικές περιφέρειες της χώρας.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον τις διεθνείς μεθοδολογίες, τη συνταγματική βάση και την πολιτική ευκαιρία να προχωρήσει ένα βήμα μπροστά. Η νησιωτικότητα δεν μπορεί να παραμένει μόνο πολιτική ρητορική. Πρέπει να μετατραπεί σε μετρήσιμη δημόσια πολιτική, με αντικειμενικούς δείκτες, διαφάνεια και συνεχή αξιολόγηση. Μόνο τότε η ιδιαίτερη μέριμνα για τα νησιά θα αποκτήσει πραγματικό αναπτυξιακό περιεχόμενο.
* Πρώην γ.γ. Βιομηχανίας, σύμβουλος περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
