Μπορεί οι μικρές ζυθοποιίες να έχουν μικρό μερίδιο στη συνολική αγορά μπίρας, ξεχωρίζουν ωστόσο για τον τοπικό χαρακτήρα τους, την έμφαση στη διατήρηση της ποιότητας και τη στενή σχέση που χτίζουν με τους καταναλωτές στον τόπο παραγωγής τους.
Την ίδια στιγμή, δραστηριοποιούνται σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με μεγάλους παίκτες και μια απαιτητική αγορά που συνολικά δέχεται πίεση τα τελευταία χρόνια. Τόσο εξαιτίας του αυξημένου κόστους και της μείωσης της κατανάλωσης στην εστίαση, όσο και λόγω της τάσης για περιορισμό του αλκοόλ.
Στην Ελλάδα υπολογίζεται πως δραστηριοποιούνται συνολικά 72-75 ανεξάρτητες μικροζυθοποιίες. Σημαντική παρουσία καταγράφουν στα νησιά, από την Κρήτη και την Κέρκυρα έως τη Χίο και τις Κυκλάδες. Εκεί, ο τουρισμός συμβάλλει στην ανάπτυξή τους, σε έναν κλάδο ο οποίος έτσι κι αλλιώς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην τουριστική κατανάλωση. Η εστίαση αποτελεί το βασικό πεδίο ανάπτυξης για τους μικρούς παίκτες της αγοράς, οι οποίοι συνήθως έχουν περιορισμένη παρουσία στη λιανική.
Στις ιστορίες των ανθρώπων που αποφάσισαν να δημιουργήσουν τα δικά τους σήματα μπίρας αποτυπώνεται κάτι παραπάνω από μια επιχειρηματική απόφαση. Είναι, ταυτόχρονα, η επιθυμία τους να αναδείξουν τα προϊόντα του τόπου τους, συνδέοντας την μπίρα με την τοπική γαστρονομία και τη συνολική εμπειρία του επισκέπτη. Σε πολλές περιπτώσεις, ασχολήθηκαν με τη μικροζυθοποιία χωρίς προηγουμένως να έχουν σχέση με τον κλάδο. Μια ιδέα, μια αφορμή ή η απόφαση να δημιουργήσουν κάτι καινοτόμο που συνδέεται με το νησί τους αποτέλεσαν την αφετηρία.
Ο Σπύρος Καλούδης, ιδρυτής της Κερκυραϊκής Ζυθοποιίας
Με έμφαση στην τοπική ταυτότητα της Κέρκυρας
Για τον Σπύρο Καλούδη, ιδρυτή της Κερκυραϊκής Ζυθοποιίας, με βασικό brand την Corfu Beer, το κίνητρο ήταν να δημιουργήσει ένα ελληνικό προϊόν που θα έχει εμφανή θέση στο τραπέζι ντόπιων και τουριστών, αποτυπώνοντας την ταυτότητα του νησιού και την αυθεντική φιλοξενία της Κέρκυρας. Με οικογενειακή δραστηριότητα στο επιχειρείν αλλά χωρίς προηγούμενη ενασχόληση με την μπίρα, ο κ. Καλούδης ξεκίνησε το 2006 την παραγωγή από το χωριό Αρίλλας στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού.
Οπως λέει στην «Εφ.Συν.», κίνητρό του ήταν όχι ο βιοπορισμός αλλά κυρίως να αναδείξει ένα ελληνικό προϊόν που παράγεται στο νησί. Αποτελώντας μία από τις πρώτες μικροζυθοποιίες της χώρας, η Κερκυραϊκή Ζυθοποιία παράγει σήμερα περίπου 18.000-20.000 εκατόλιτρα ετησίως και απασχολεί, μαζί με τους εποχικούς, συνολικά 60 εργαζόμενους. Στοχευμένα, εξηγεί ο κ. Καλούδης, έχει παρουσία κυρίως στην εστίαση, λειτουργώντας ως συνοδευτικό της τοπικής γαστρονομίας. Παράλληλα, με το brand «Royal Ionian» που περιλαμβάνει προϊόντα χωρίς αλκοόλ έχει στραμμένο το βλέμμα και στις διεθνείς αγορές, ενώ με το σήμα «ΚΟΡΥΦΩ» που στην ετικέτα του απεικονίζει το Παλαιό Φρούριο της Κέρκυρας, φιλοδοξεί να αναδείξει ακόμα περισσότερο την ταυτότητα του νησιού.
Η Κερκυραϊκή Ζυθοποιία κατά τη διάρκεια των 20 ετών της έχει ταξιδέψει «σε γερά Μποφόρ», λέει ο κ. Καλούδης, συμπληρώνοντας πως στόχος σήμερα ευρύτερα για τη μικροζυθοποιία είναι να στηριχθεί η ελληνική παραγωγή και να προβληθούν τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά κάθε τόπου.
Από ένα… κιτ ζυθοποίησης στην «μπίρα Χίου»
Για τους δύο φίλους, τον Ιάκωβο Αμυγδάλο και τον Μάνο Ναζλίδη, η ιδέα για τη δημιουργία της μπίρας Χίου ξεκίνησε το 2011 μέσα από την αναζήτησή τους για τη δημιουργία ενός καινοτόμου προϊόντος που θα συνδέεται με το νησί. Τελικά, και χωρίς να έχουν προηγούμενη εμπειρία, αφορμή στάθηκε ένα… κιτ για αυτοσχέδια παρασκευή μπίρας που αγόρασε ο Μάνος από το εξωτερικό.
«Η μπίρα μοιάζει λίγο με τη μαγειρική. Ξεκινήσαμε με δειλά βήματα το 2012 σε έναν μικρό χώρο κάτω από το σπίτι στον Κάμπο Χίου», εξηγεί στην «ΕΦ.ΣΥΝ.» ο κ. Αμύγδαλος. Η πρώτη συνταγή της Fresh Chios Beer έκανε την εμφάνισή της στην τοπική αγορά και σύντομα βρέθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας.
Το 2019, εν μέσω Covid-19, η παραγωγή της Μικροζυθοποιίας Χίου μεταφέρθηκε σε νέες εγκαταστάσεις συνολικής επιφάνειας 1.200 τ.μ, στην περιοχή των Βαβύλων. Σήμερα, η εταιρεία συνεχίζει να αναπτύσσεται σταθερά, διαθέτει 5-6 κωδικούς με το brand Χίος, μία εκ των οποίων με μαστίχα Χίου, ενώ παράλληλα έχει συνεργασίες για τα σήματα Αλως και Βrewtiful. Οπως εξηγεί ο κ. Αμύγδαλος το μερίδιο της παραγωγής των πραγματικά μικρών ζυθοποιείων της χώρας δεν ξεπερνά το 2% της συνολικής παραγωγής. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ωστόσο, ως ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία θεωρούνται ακόμα και μονάδες με ετήσια παραγωγή έως και 200.000 εκατόλιτρα μπίρας, επομένως το συνολικό μερίδιο εμφανίζεται μεγαλύτερο.
Το «ακριβό χόμπι» του Γιάννη Λιονάκη δημιούργησε το κρητικό brand «Χάρμα»
Φρέσκια μπίρα με άρωμα Κρήτης
Καμία εμπειρία με τη ζυθοποιία δεν είχε και ο Γιάννης Λιονάκης, μηχανολόγος μηχανικός στο επάγγελμα. Το 2007, αναζητώντας κάτι διαφορετικό δημιούργησε, ως ένα «ακριβό χόμπι», όπως λέει στην «Εφ.Συν.», την Κρητική Ζυθοποιία με το brand «Χάρμα». Στη δική του περίπτωση, η ιδέα ήρθε έπειτα από ένα ταξίδι στην Αμερική και την επιθυμία του να προσφέρει σε ντόπιους και επισκέπτες μια φρέσκια μπίρα που θεωρούσε ότι έλειπε από την ελληνική αγορά.
Η παραγωγή ξεκίνησε με βαρελίσια μπίρα, σε έναν χώρο δίπλα στο πατρικό του σπίτι, στο χωριό Ζουνάκι του Πλατανιά Χανίων. Η ενασχόληση της οικογένειάς του με την εστίαση συνέβαλε, ώστε στην αρχή η Χάρμα να βρει θέση στα τραπέζια της περιοχής. Μετά την επέκταση του ζυθοποιείου το 2015, η εταιρεία πέτυχε τον δεκαπλασιασμό της παραγωγικής της δυναμικότητας.
Σήμερα η ετήσια παραγωγή της φτάνει περίπου τα 15.000 εκατόλιτρα. Η μπίρα Χάρμα διατίθεται σε 7 διαφορετικούς τύπους ενώ πρόσφατα λάνσαρε και το brand Vendeta, με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Οι μπίρες της Κρητικής Ζυθοποιίας έχουν παρουσία κυρίως στον κλάδο της εστίασης, με διανομή στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη καθώς και σε κάποια επιλεγμένα σημεία λιανικής. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Λιονάκης, προτεραιότητα για τον ίδιο παραμένει η διατήρηση της ποιότητας του προϊόντος και καθώς πρόκειται για φρέσκια μπίρα, επιδιώκει τη διανομή της κυρίως σε κοντινά σημεία πώλησης.
Διαβάστε περισσότερα
