Πώς θα αντιδρούσε άραγε η Συραγώ Τσιάρα εάν μια ακτιβιστική ομάδα γέμιζε με συνθήματα την είσοδο της Εθνικής Πινακοθήκης αλλά και το «σώμα» ενός αγάλματος που εκτίθεται απέξω, επιμένοντας ότι ο δημιουργός του έργου υπήρξε γνωστός κακοποιητής γυναικών;
Πώς θα αντιδρούσε η ίδια εάν η υπουργός Πολιτισμού την πίεζε ώστε να παραταθεί μια περιοδική έκθεση (εξαιρετικά κακότεχνων) έργων ενός φίλου του πατέρα της; Τι θα έκανε η Κατερίνα Γρέγου εάν η έκθεση στο ΕΜΣΤ ενός περιώνυμου ξένου καλλιτέχνη διεθνούς κύρους περιλάμβανε το πραγματικό κουφάρι μιας φάλαινας που σαπίζει μολύνοντας και βρομίζοντας τους χώρους του μουσείου; Πώς θα αντιμετώπιζε η ίδια μια αφρικανική κολεκτίβα που η περφόρμανς της περιλαμβάνει αναπαράσταση της καθημερινότητας ενός αφρικανικού χωριού μέσα στους χώρους του μουσείου, αλλά όταν λήγει η έκθεση, τα μέλη αρνούνται να φύγουν και ζητούν άσυλο; Και τι κάνεις ως καλλιτεχνικός διευθυντής ενός τέτοιου φορέα με τους συνδικαλιστές εργαζομένους που διαμαρτύρονται ηχηρά ζητώντας κανονικές συμβάσεις;
Στην αφίσα της σειράς είναι εμφανής η ειρωνεία για την περίφημη μπανάνα (το έργο Comedian, δηλαδή) του Μαουρίσιο Κατελάν: η ταμπέλα κάτω από το έργο που αφήνει ενεό τον διευθυντή του μουσείου, Αντόνιο Ντουμά (Οσκαρ Μαρτίνεθ), γράφει «αριστούργημα μπανάνας»!
Αυτά λίγο-πολύ αντιμετωπίζει ο 60χρονος Αντόνιο Ντουμά όταν, περνώντας από διαγωνισμό και παρότι είναι ο λιγότερο οραματιστής σε ό,τι αφορά την αποστολή της σύγχρονης τέχνης, επιλέγεται ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο σημαντικότερο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Μαδρίτης. Δεν μιλάμε όμως για μια πραγματική συνθήκη αλλά για τη μυθοπλαστική εξτραβαγκάντσα της καταπληκτικής σειράς 12 επεισοδίων, 30λεπτης διάρκειας έκαστο, από την Αργεντινή «Κακές τέχνες» (2024, «Bellas artes» ο πρωτότυπος τίτλος) που προτείνει αυτόν τον καιρό στο ελληνικό κοινό η πλατφόρμα του Cinobo. Πρόκειται για δημιουργία ισπανοαργεντίνικης παραγωγής του υπερταλαντούχου διδύμου των Αργεντινών Gastón Duprat και Mariano Cohn (που κι εδώ συνεργάζονται στο σενάριο με τον Andrés Duprat), των ίδιων που είχαν κάνει την περίφημη και πολυβραβευμένη ταινία «Επιφανής πολίτης» («El ciudadano ilustre»), για να αφηγηθούν, συνδυάζοντας το κοινωνικό σχόλιο με το πικρόχολο χιούμορ, τι συμβαίνει όταν ένας νομπελίστας Λογοτεχνίας επιστρέφει στη γενέτειρά του ύστερα από 40 χρόνια για να ανακηρυχθεί «επίτιμος δημότης», αλλά και τη μαύρη σπονδυλωτή κωμωδία «Homo sapiens?» (γνωστή και ως «Homo argentum») που είχε παρουσιαστεί στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποδομώντας με καυστικό χιούμορ και ειρωνεία τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας.
Στις «Κακές τέχνες» η δαιμόνια ομάδα επιστρέφει στον κόσμο της τέχνης, επιλέγοντας αυτή τη φορά τα εικαστικά και ως τόπο δράσης ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης, όπου η αισθητική, η πολιτική ορθότητα, η αγορά, η γραφειοκρατία και η ματαιοδοξία συγκρούονται καθημερινά. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Martín Bustos, στενός συνεργάτης της ομάδας, ο οποίος επιλέγει γρήγορο ρυθμό, κοφτούς διαλόγους και μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη παρατήρηση των χαρακτήρων, αφήνοντας το χιούμορ να προκύπτει από τις ίδιες τις καταστάσεις και όχι από εύκολες ατάκες.
Η διεθνής κριτική είδε στο «Bellas artes» μια φυσική συνέχεια της κινηματογραφικής διαδρομής των δημιουργών. Η Cineuropa σημειώνει ότι η σειρά συνεχίζει την «καυστική ειρωνεία» με την οποία οι Duprat και Cohn αποδομούν (με αγάπη πάντως) εδώ και χρόνια τον κόσμο της τέχνης, σχολιάζοντας με δηκτικό χιούμορ τις ιδιαίτερες συνθήκες, τις μόδες, τις ιδεολογικές βεβαιότητες και τη ματαιοδοξία που μπορεί να κρύβονται πίσω από έναν θεσμό, αλλά και τις απρόβλεπτες «τρικλοποδιές» που καλείται να αντιμετωπίσει ένας διευθυντής. Παράλληλα επαινεί τον Bustos για τον σφιχτό ρυθμό των ημίωρων επεισοδίων και για τη δεξιοτεχνία με την οποία διαχειρίζεται ένα μεγάλο σύνολο χαρακτήρων και απολαυστικών guest εμφανίσεων.
Αν υπάρχει όμως ένας λόγος για τον οποίο η σειρά ξεχωρίζει, αυτός είναι ο Oscar Martínez. Ο σπουδαίος Αργεντίνος ηθοποιός –βραβευμένος στη Βενετία για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στον «Επιφανή πολίτη» και μόνιμος συνεργάτης των Duprat και Cohn– ενσαρκώνει εδώ τον διευθυντή του μουσείου, Αντόνιο Ντουμά, έναν άνθρωπο βαθιά καλλιεργημένο, αριστοκρατικό, είρωνα και ταυτόχρονα αφόρητα δύσκολο στις σχέσεις τόσο με τους συνεργάτες του όσο και με τον γιο του. Ο Ντουμά πηγαινοέρχεται στο μουσείο με ηλεκτρικό πατίνι, έχει μια αμφιλεγόμενη σχέση με την πρώην γυναίκα του, δεν ξέρει πώς να επικοινωνήσει με τον εγγονό του, είναι εξαιρετικά μορφωμένος σε ό,τι αφορά την τέχνη, αλλά κι επιφυλακτικός απέναντι στις ακρότητες.
Σχεδόν όλες οι διεθνείς κριτικές συμφωνούν ότι η σειρά στηρίζεται στην παρουσία του. Το El Séptimo Arte γράφει ότι το «Bellas artes» «περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον χαρακτήρα του Oscar Martínez», ο οποίος καταφέρνει να μετατρέψει έναν ιδιότροπο και συχνά αντιπαθή ήρωα σε μια αφοπλιστικά γοητευτική φυσιογνωμία. Η Cineuropa τον χαρακτηρίζει για άλλη μία φορά τον ιδανικό εκφραστή του σύμπαντος των δημιουργών, καθώς ενσαρκώνει με λεπτή ειρωνεία την αλαζονεία και τις αντιφάσεις ενός ανθρώπου που πιστεύει ακράδαντα στην υψηλή τέχνη, αλλά βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με τη μικρότητα της πραγματικότητας.
Στο πλευρό του Martínez εμφανίζονται η Ángela Molina, η Ana Wagener, η Aixa Villagrán, ο Koldo Olabarri, ο Miguel Garcés, ενώ σε χαρακτηριστικές συμμετοχές συναντά κανείς τους José Sacristán, Dani Rovira, Fernando Albizu και Ludwika Paleta, ένα καστ που, σύμφωνα με τη Cineuropa, «στέκεται στο ύψος των περιστάσεων» ενισχύοντας τη σάτιρα χωρίς να επισκιάζει τον πρωταγωνιστή.
Δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για το σύγχρονο σινεμά της Αργεντινής χωρίς να αναφερθεί και στις ερμηνείες του Martínez και πρωτίστως στους Mariano Cohn και Gastón Duprat. Εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες, το δημιουργικό δίδυμο έχει οικοδομήσει ένα απολύτως αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό σύμπαν, όπου η σάτιρα, η κοινωνική παρατήρηση και η ηθική αμφισημία συνυπάρχουν με ένα χιούμορ λεπτό, συχνά δηλητηριώδες. Ξεκίνησαν τη διαδρομή τους στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τη βιντεοάρτ και τον πειραματικό κινηματογράφο, με έργα που παρουσιάστηκαν σε κορυφαία μουσεία, όπως το MoMA, το Guggenheim, το Pompidou, η Tate και το Museo Reina Sofía, πριν στραφούν στην τηλεόραση και αργότερα στη μυθοπλασία.
Από τις πρώτες τους ταινίες, όπως το «El artista και το «El hombre de al lado», μέχρι τον «Επιφανή πολίτη», το «Mi obra maestra», το «Competencia oficial» (το «Official Competition», με πρωταγωνιστές την Πενέλοπε Κρουζ και τον Αντόνιο Μπαντέρας), τις σειρές «El Encargado», «Nada» (με τη συμμετοχή του Ρόμπερτ ντε Νίρο) και, πιο πρόσφατα, το «Bellas artes», οι Cohn και Duprat επιστρέφουν διαρκώς στα ίδια αγαπημένα τους θέματα: τη ματαιοδοξία της διανόησης, τους μηχανισμούς εξουσίας στον χώρο της τέχνης, τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την απάτη, αλλά και τη γελοιότητα που κρύβεται πίσω από κάθε μορφή κοινωνικού κύρους. Οι ήρωές τους δεν είναι ποτέ αμιγώς συμπαθείς ή αντιπαθείς· είναι αντιφατικοί, εύθραυστοι και βαθιά ανθρώπινοι.
Καθοριστικός συνεργάτης τους είναι ο Andrés Duprat, αδελφός του Gastón, ιστορικός τέχνης και επί σειρά ετών διευθυντής του Εθνικού Μουσείου Καλών Τεχνών της Αργεντινής, ο οποίος συνυπογράφει τα περισσότερα σενάριά τους. Η βαθιά γνώση του για τον κόσμο των μουσείων και της αγοράς τέχνης δίνει στα έργα τους μια σπάνια αίσθηση αυθεντικότητας, ενώ ο σαρκασμός τους στρέφεται όχι μόνο κατά των καλλιτεχνών αλλά και κατά συλλεκτών, επιμελητών, κριτικών και πολιτιστικών θεσμών.
Ο διεθνής Τύπος συχνά τους συγκρίνει με τον Ρούμπεν Εστλουντ, τον Αλεξάντερ Πέιν ή ακόμα και τον Μπουνιουέλ, για την ικανότητά τους να μετατρέπουν την κοινωνική παρατήρηση σε μαύρη κωμωδία. Οι ίδιοι, πάντως, απορρίπτουν τις ταμπέλες, δηλώνοντας πως είναι «εικονοκλάστες» που δεν σέβονται αυθεντίες, συμβάσεις ή ιεραρχίες και ότι τους ενδιαφέρει ένα σινεμά που να επικοινωνεί με το ευρύ κοινό χωρίς να θυσιάζει την καλλιτεχνική του φιλοδοξία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι ταινίες τους έχουν συμμετάσχει στα σημαντικότερα διεθνή φεστιβάλ –Βενετία, Κάνες, Βερολίνο, Τορόντο, Σάντανς και Σαν Σεμπαστιάν–, έχουν αποσπάσει δεκάδες διεθνή βραβεία και έχουν γνωρίσει αλλεπάλληλες διασκευές σε άλλες χώρες. Στον πυρήνα όμως όλου αυτού του έργου παραμένει η ίδια ιδέα: η τέχνη, η διανόηση και η εξουσία είναι στοιχεία της ανθρώπινης κωμωδίας.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
