12/08/2026 12:17 πμ.
Πριν λίγο καιρό ανέβηκε ένα κείμενο με τίτλο “μια αναγκαία κριτική στην δειλία”. Αυτό το κείμενο φαίνεται σαν ένα κείμενο-απάντηση στην ανακοίνωση της Ρόζα Νερα, αλλά και μια δήλωση πέρα αυτό. Εμάς δεν θα μας απασχολήσει εδώ το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Ρόζα Νέρα. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή ούτε το indymedia ο κατάλληλος χώρος για αυτό. Εμάς θα μας απασχολήσει το βασικό περιεχόμενο με το οποίο τα συντρόφια επέλεξαν να δομήσουν την σκέψη τους και να αρθρώσουν την κριτική τους: Η “δειλία”.
Πριν λίγο καιρό ανέβηκε ένα κείμενο με τίτλο “μια αναγκαία κριτική στην δειλία”. Αυτό το κείμενο φαίνεται σαν ένα κείμενο-απάντηση στην ανακοίνωση της Ρόζα Νερα, αλλά και μια δήλωση πέρα αυτό. Εμάς δεν θα μας απασχολήσει εδώ το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Ρόζα Νέρα. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, ούτε το indymedia ο κατάλληλος χώρος για αυτό. Εμάς θα μας απασχολήσει το βασικό περιεχόμενο με το οποίο τα συντρόφια επέλεξαν να δομήσουν την σκέψη τους και να αρθρώσουν την κριτική τους: Η “δειλία”.
Το ζήτημα της δειλίας με έναν τρόπο επιστρέφει πάντα στις πιο απελπισμένες στιγμές του κινήματος. Εκεί που τίποτα δεν φαίνεται πραγματικά δυνατό, το μόνο που απομένει είναι το θάρρος κάποιων. Παρόλα αυτά, αυτό το αντανακλαστικό, ακόμα και αν θεωρείται ότι απαντάει στην δυσκολία, το κάνει μόνο ιδεολογικά, γιατί στην τελική δεν αποτελεί παρά εσωτερίκευση της ηττοπάθειας και εκδήλωση της απουσίας πραγματικής συλλογικής προοπτικής.
Αλλά ας το πιάσουμε από την αρχή.
1ον Σε ποιο κίνημα παγκοσμίως, έγινε κεντρικό σαν ζήτημα η ρήξη με το φόβο(Υπ1); Πότε, πού και πώς προβληματοποιήθηκε ο φόβος σαν πολιτικό βαρίδι; Ποια είναι αυτά τα κινήματα, γιατί πρέπει να πάρουμε διδάγματα από αυτά και ποια είναι αυτά τα διδάγματα που μπορούμε να πάρουμε;
Ακόμα και στα εθνοαπελευθερωτικά κινήματα, η αντίστοιχη προβληματοποίηση γίνεται μέσα από την ανάδειξη της ηρωικής, μαρτυρικής φιγούρας. Μόνο μέσα από αυτήν ο φόβος και η δειλία γίνεται αντικείμενο περιφρόνησης, αλλά ακόμα και εκεί αυτό γίνεται έμμεσα, είναι κάτι δευτερεύoν. Ακόμα και εκεί, γίνεται αντιληπτό ότι είναι άλλο να εξυμνείς τον ήρωα και άλλο να κάνεις ευθεία επίθεση σε όσα φοβούνται. Γιατί ο ηρωισμός σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι παρά το μέσο όπου μία οργάνωση, ένας μηχανισμός ή ένα κίνημα (συνήθως και τα 3 αυτά συναρθρωμένα) επιδιώκει να πείσει τον κόσμο αν όχι να ακολουθήσει το παράδειγμά τους, τουλάχιστον να (υπο)στηρίξει την οργάνωση. Η έμμεση ρήξη με τον φόβο δηλαδή, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται εργαλειακά ως μέσο έμπνευσης, ως μέσο πειθούς και μόνο όταν τα πράγματα σκουρύνουν, μετατρέπεται σε μέσο λοιδορίας. Και η κριτική μας σε αυτά είναι ότι, ήδη από την απαρχή της, μία τέτοια προσπάθεια πατάει σε μία κοινότυπη ιεράρχηση που αξιώνει την δύναμη και επιτίθεται στην αδυναμία. Και για αυτό, ήδη από τις στιγμές που χρησιμοποιείται ως μέσο έμπνευσης ή πειθούς, καλλιεργείται και στρώνεται το έδαφος ώστε όσα δεν “εμπνευστούν” αρκετά και δεν συστρατευτούν να σκουπιδιαστούν ακραία.
Υπ1: Τα δόγματα ασφαλείας μέσα από την καταστολή και την επιτήρηση καλλιεργούν τον φόβο και μέσα από το φόβο αναβαθμίζουν την επιτήρηση και τη καταστολή. Παρόλα αυτά, πέρα από όσα τους προσφέρει ο φόβος, τα σύγχρονα κράτη φαίνεται να μην ενδιαφέρονται καθόλου για το βαθμό νομιμοποίησης των πολιτικών τους. Εκεί φαίνεται να δημιουργείται μία ένταση πάνω στην οποία κρίνεται η αποτελεσματικότητα της σύγχρονης διακυβέρνησης: η “στρατηγική της έντασης” κάποια στιγμή θα πρέπει να αναμετρηθεί με τους τόνους φόβου που σιγά σιγά υποχωρούν και τότε θα πρέπει να βρεθεί ένα συμπλήρωμα στον φόβο και την καταστολή, το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει. Για αυτό, τα σύγχρονα κράτη επιβιώνουν με την μία στρατηγική της έντασης να αρχίζει πριν τελειώσει η προηγούμενη. Covid, πόλεμος, κρίσεις, σκάνδαλα, κρατικές δολοφονίες, “εγκληματικότητα”, μαφίες κ.ο.κ. Ο φόβος σε κάθε ένα από αυτά τα σημεία δημιουργεί ρήγματα στο δικό μας στρατόπεδο που δεν ξέρει πάνω σε τί να (πρώτο)συγκροτηθεί, καθώς συσπειρώνει το στρατόπεδο του αντιπάλου (κράτους, κεφαλαίου και υποστηρικτών τους), αλλά πάντα και μόνο προσωρινά, και φυσικά ιδεολογικά. Το θέμα όμως είναι τί δημιουργεί τον φόβο κάθε φορά. Είναι οι ολοκληρωμένες εξηγήσεις των ειδικών του κράτους και οι μερικές απαντήσεις του κινήματος αυτές που κάνουν το έδαφος εύφορο για να αναπτυχθουν τα δόγματα ασφαλείας. Πίσω από τον φόβο, υπάρχει η σύγχυση και αυτή συντηρείται όσο δεν υπάρχει συνολική προοπτική, συνολική στρατηγική. Το σπάσιμο του φόβου σε αυτήν την περίπτωση ακόμα και αν μπαίνει κεντρικά, παραμένει ακόμα και εκεί κάτι δευτερεύον.
2ον Εμείς είμαστε αναρχικά. Δεν μπαίνουμε σε τέτοιου είδους ιεραρχήσεις. Και όταν η αναρχία σταματήσει να θεωρεί αυτές τις διακρίσεις προβληματικές, απλώς θα σταματήσουμε να είμαστε αναρχικά. Με αυτήν την έννοια θέλουμε να είμαστε σαφή: όταν κάποιο ξαναεπιλέξει να βάλει το φόβο κάποιου συντροφιού στο στόμα του, όπως το βλέπουμε εμείς, θα πρέπει να το κάνει με σκοπό να το βοηθήσει να ξεπεράσει αυτόν τον φόβο. Διαφορετικά, καλά θα κάνει να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Ο φόβος μας, όταν και αν αυτός υπάρχει, δεν μπορεί να γίνεται η πολιτική καραμέλα κανενός πολιτικάντη. Κανενός απελπισμένου. Και σε κάθε κουβέντα από εδώ και μπρος, καλό θα ήταν όπου κάποιος προσπαθεί να κάνει πολιτική μέσα από την εξομοίωση του φόβου με την κρατική πολιτική, με τον αριστερό ρεφορμισμό, με την αντεπανάσταση και την αντιεξέγερση, καλό θα ήταν αυτό το άτομο να το ξανασκεφτεί. Αυτό που επιδιώκουμε δεν είναι η απαρχή μίας ακόμη ρήξης, είναι η ανάδειξή της. Δεν είμαστε εμείς αυτά που δεν θέλουμε όλα τα άτομα να μιλάνε και να εκφράζονται. Είναι οι πολιτικάντηδες κάθε χώρου αυτοί που μέσα από guilt trips προσπαθούν να επιβάλλουν την απελπισία τους σε ολόκληρο το σώμα. Εμείς απλώς δηλώνουμε ότι η ανοχή σε τέτοιου είδους συμπεριφορές λειτουργεί ως η βάση πολλαπλών ρήξεων και μάλιστα πάνω σε ένα σημείο μη αμιγώς πολιτικό που υπερπολιτικοποιείται διαχρονικά.
3ον Ο φόβος μας, όταν και αν αυτός υπάρχει, είτε είναι προσωπικό εμπόδιο που δεν βρίσκει συλλογικές διεξόδους, είτε είναι συλλογικό πρόβλημα που επειδή δεν λύνεται συλλογικά, το πολιτικό σώμα ζητάει από τα άτομα να τον εσωτερικεύσουν ως ατομικό σφάλμα. Ο φόβος μας συχνά κάτι λέει σε σχέση με το τί πρέπει να κάνουμε. Κάποιες φορές, απλώς δεν λέει τίποτα. Στην πρώτη περίπτωση καλό θα ήταν να ακούμε. Στην δεύτερη περίπτωση καλό θα ήταν να αφουγκραζόμαστε και να εξηγούμε. Να δίνουμε χρόνο και να φροντίζουμε η διαδικασία να προχωράει συμπεριλαμβάνοντας το άτομο και ας αφήνει πίσω κομμάτια του. Και τα κομμάτια αυτά δεν μπορούν να αφήνονται πίσω μέσα από την τιμωρία. Ούτε μέσα από την περιφρόνηση. Πόσο μάλλον και με τα δύο.
4ον “Αποδεχτήκαμε την δειλία. Απαρνηθήκαμε τις πολιτικές και ηθικές μας υποχρεώσεις. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τυφλωμένα από φόβο, προσπαθούμε και να τα μεταλαμπαδεύσουμε στους υπόλοιπους και στους επόμενους”
Το ζήτημα μας λένε εδώ τα συντρόφια είναι να μην εξωτερικεύεις τον φόβο σου. Να μην το μοιράζεσαι με τους άλλους και ειδικά με τους επόμενους. Εκεί τραβάνε τα συντρόφια την κόκκινη γραμμή, απέναντι σε ένα πλήθος ρεφορμιστών που οφείλουν να βιώνουν τον ρεφορμιστικό τους φόβο ατομικά.
Στο ίδιο κείμενο τα συντρόφια κάνουν αναφορά στο ένοπλο και στην ρόζα νέρα. Νιώθουμε ότι χρησιμοποιούν και τα δυο για να δωσουν έμφαση σε ένα αχρείαστο δίπολο στο οποίο τίθεται ως πυξίδα της πολιτικής δράσης και ως κεντρικός εξηγητικος άξονας για τις πολιτικές μας επιλογές ο φόβος και η εξαφάνισή του. Δείχνουν την Ρόζα Νέρα σαν να λένε: να ορίστε ένα πραγματικό παράδειγμα αυτού που βάζουμε απέναντι. Λες και το κείμενο της Ρόζα Νέρα εκφράζει τον πολιτικό της φόβο απέναντι στην καταστολή και όχι τις πολιτικές της θέσεις. Λες και εμείς θα πρέπει όταν λέμε ότι διαφωνούμε με την Ρόζα Νέρα να εννοούμε ότι διαφωνούμε με κάποιους φοβισμένους και όχι με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Βάζουν και το ζήτημα του ένοπλου λες και η πολυμορφία των μέσων είναι θέμα έλλειψης φόβου και δειλίας. Τα συντρόφια χρησιμοποιούν έναν αντιπερισπασμό: μέσα από ιεραρχήσεις των συναισθημάτων προβαίνουν σε ιεραρχήσεις υποκειμένων και έτσι καταλήγουν σε ιεραρχήσεις των μέσων. Τέτοιου είδους πολιτικά σχήματα φτιάχνουν ένα εκρηκτικό μίγμα με όλων των ειδών τις εξουσιαστικές νοηματοδοτήσεις που μπορεί να αναπνεύσει κανένα παντού στον αέρα γύρω του. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση η πραγματική διαδοχή είναι διαφορετική: (1) δυσκολία από την έλλειψη πραγματικών απαντήσεων σε δεδομένα ζητήματα, (2) προσωποποίησή της σε αποδιοπομπαίους τράγους, (3) απρόσκοπτη συνέχιση αυτού που ο φόβος έθεσε υπό αμφισβήτηση.
Εδώ θα θέλαμε να κάνουμε μία υποσημείωση. Το ένοπλο δεν είναι ένδειξη αποφασιστικότητας ενός κινήματος. Ούτε λέει κάτι σχετικά με την δειλία τόσο αυτών που παίρνουν τα όπλα, όσο και αυτών που δεν τα παίρνουν. Το ένοπλο αποτέλεσε κινηματική στρατηγική. Ήταν και παρέμεινε για αιώνες συνεδεμένο με τις μοριακές αντιστάσεις και τις διεργασίες στο σύνολο των πεδίων του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού. Σε αυτό πήραν μέρος οι “απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας”. Αλλά αυτά πάνω κάτω είναι γνωστά. Το θέμα είναι αλλού.
Η κριτική στο ένοπλο έγινε μέσα από τον α/α/α χώρο την δεκαετία του ’60-’70 κυρίως μέσα από την κριτική στην λενινιστική πρωτοπορία, όπως αυτή εμφανίζεται στην κομματική ή στην ένοπλή της έκφανση. Μέρος αυτής της κριτικής παρόλα αυτά συνδέθηκε με μία ταξική ανάλυση που έβαζε μπροστά το ζήτημα της αλλοτρίωσης και όχι το ζήτημα της εκμετάλλευσης, το ζήτημα της επανάστασης στην καθημερινή ζωή και όχι της κοινωνικής επανάστασης. Μίας ανάλυσης που είχε ως υπόβαθρο μία εμφανή καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη.
Βλέπουμε, λοιπόν, μετά την κριτική στην λενινιστική πρωτοπορία ένα νέο υβρίδιο που πήρε τα πάνω του κυρίως την προηγούμενη δεκαετία. Μία ένοπλη πρωτοπορία αποσυνεδεμένη από την επαναστατική προοπτική, αποσυνεδεμένη από τις κοινωνικές και ταξικές της αναφορές. Μία πρωτοπορία που δεν θεωρεί τον εαυτό της τέτοια, γιατί υποστηρίζει ότι δεν θέλει να πείσει κανένα, πόσο μάλλον τους “υποταγμένους υπηκόοους”. Αυτό που υποστήριξε ότι επιδιώκει είναι να δείξει στο κράτος ότι δεν το βάζει κάτω. Εν μέρει λογικό, αν σκεφτεί κανένα ότι η κοινωνία των πολιτών είναι η μορφή με την οποία το κράτος διαχέεται στα πιο απίθανα μέρη· λίγο μηδενιστικό, αν σκεφτεί κανένα ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά πέραν από τον εαυτό (οι μετανάστες, οι καταπιεσμένοι, και όλοι οι υπό σε αυτήν την παράδοση δεν είναι παρά το ιδεολογικό συμπλήρωμα μέσα από το οποίο η εξέγερση του ατόμου βρίσκει την γενική ηθική της νομιμοποίηση)· λίγο ηρωικό αφού είναι λίγο του τύπου “μόνοι μας και όλοι σας”· και τελικώς ηττοπαθές, γιατί αδυνατεί να διαβάσει την κοινωνική κίνηση και μένει κολλημένη στο καρέ όπου το κίνημα έχει υποχωρήσει. Μόνο σε αυτήν την δεύτερη φάση του ένοπλου είναι που ο φόβος προβληματοποιείται ως ατομικό πολιτικό βαρίδι και το ένοπλο γενικά ως η αυθεντικότερη μορφή εξεγερτικής δράσης. Για να το κλείνουμε λοιπόν. Το ένοπλο ως κινηματική στρατηγική, όσο μένει μέσα στο μοτίβο σκέψης που βλέπει στην μία μεριά την αλλοτριωμένη κοινωνία, την παθητικότητά της και την αδυναμία της, και από την άλλη τους πραγματικούς επαναστάτες, που έξω από αυτό το δράμα επιλέγουν με προσωπικό κόστος να κρατήσουν ζωντανό το νόημα της επανάστασής (τους), τόσο το ένοπλο όπως και κάθε άλλο μέσο θα χρησιμοποιείται ως πολιτική τσόντα για να αναπαράγει μία ιεραρχική διάκριση που στο κέντρο της πάντα θα είναι ο (δυνατός) εαυτός.
5ον Υπάρχει λοιπόν μία αντίληψη που συνδέει την δειλία και τον φόβο με το ένοπλο και αυτό για να παράξει μία αχρείαστη διάκριση ανάμεσα στον χώρο και τα εν δυνάμει συντρόφια μας. Μία διάκριση που βαθαίνει μέσα στον χώρο για να τον διακρίνει από τους μάχιμους και τους χέστες. Και τελικώς μέσα σε κάθε άτομο για να το εγκαλέσει να συναινέσει στις πιο, ενίοτε, ηλίθιες επιλογές. Εξηγήσαμε το κομμάτι της αντίληψης που μπορεί να εμφανίζεται είτε σε μεμονωμένα άτομα, είτε σε παρεάκια, είτε σε συλλογικότητες ακόμα.
Αλλά πέρα από αυτό θέλουμε να επισημάνουμε ένα ακόμα βασικό, ίσως βασικότερο σημείο. Σχεδόν κάθε φορά που εμφανίζεται το ζήτημα του φόβου, σχεδόν κάθε φορά υπάρχουν οργανωτικές ελλείψεις. Και κάθε φορά που ο φόβος γίνεται τόσο κεντρικό ζήτημα, οι οργανωτικές ελλείψεις είναι απλά ξεδιάντροπα παραμελημένες. Με αυτήν την έννοια, όταν επιστρέφει το ζήτημα του φόβου το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι καν εκεί. Δεν νικάς το κράτος απλά με την δύναμη της θέλησης, δεν νικάς το κράτος με τον ηρωισμό, δεν το νικάς με τον αυθορμητισμό. Όλα αυτά είναι κινηματικές κοινοτυπίες αντίστοιχες με την πολιτική κοινοτυπία ότι τον φασισμό θα τον νικήσει η αγάπη. Η αντιπαράθεση με το κράτος δεν είναι θέμα αποφασιστικότητας μόνο, ούτε θέμα αγωνιστικού ήθους. Είναι θέμα οργανωτικό, είναι θέμα στρατηγικής, είναι θέμα συντροφικότητας σε κάθε επίπεδο. Όλα τα άλλα είναι ευπρόσδεκτα όταν και αν προκύψουν από μόνα τους.
6ο Ο φόβος είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται συλλογικά. Δεν σημαίνει πως θα σταματήσει να υπάρχει μέσα μας. Δεν σημαίνει οτι μαγικά θα τον ξεπεράσουμε. Θα έχουν όμως προκύψει συγκεκριμένες τακτικές και εργαλεία που μπορούμε να αναπροσαρμόζουμε και να χρησιμοποιούμε κάθε φορα. Κίνδυνος υπάρχει, αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανένα. Και όπου υπάρχει κίνδυνος, γεννιέται υπό την οποιαδήποτε μορφή του και ο φόβος. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να αναπτύξουμε μια συλλογική έλλειψη του αισθήματος του κινδύνου, κάτι τέτοιο για οποιοδήποτε κίνημα θα ήταν καταστροφικό. Για να το πούμε απλα: η έλλειψη της αίσθησης ότι αυτό που κάνεις μπορεί να φέρει συνέπειες ειναι επικίνδυνη, κάθε νοήμον πλάσμα φοβάται και βρίσκει τρόπους να προχωρήσει παρακάτω. Αν επικρατήσει μια αδιαφορία προς το συναίσθημα, δεν θα συζητιούνται ουσιαστικά οι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να χτίσουμε αντιστάσεις, δεν θα μπορούμε να χρησιμοποιούμε τον φόβο ως εργαλείο που οξύνει τις στρατηγικές και τα πλάνα μας (έχει και αυτή την λειτουργία, ενίοτε). Καλύτερα να φοβόμαστε και να φτιάχνουμε λεπτομερή πλάνα που απαντάνε στον φόβο, παρά να καταλήγουμε σε μια λογική “ο,τι ειναι να γινει, ας γινει”. Καλύτερα ο φόβος να γινεται συλλογική δύναμη, παρα να μένει μέσα μας μέχρι να μετουσιωθεί σε κούραση ή παραίτηση.
Κλείνοντας, αυτό που θέλουμε να ξαναεπισημάνουμε είναι απλό: ο φόβος δεν μπορεί να γίνεται το κεντρικό σημείο σε ένα κίνημα. Θα είναι πάντα εκεί, αφού αποτελεί αναπόσπαστο ανθρώπινο συναίσθημα. Με τον ίδιο τρόπο θα είναι πάντα εκεί και ο αυθορμητισμός, η αγανάκτηση, η ελπίδα, ο εκνευρισμός και η φροντίδα. Το ζήτημα είναι να υπάρξει μία μετατόπιση του κέντρου βάρους από το δυνατό άτομο στην συλλογικότητα. Και όταν λέμε συλλογικότητα, δεν εννοούμε μία συνάρθρωση πολλών δυνατών ατόμων, αλλά μία οντότητα που μπορεί να χωράει το σύνολο αυτών για τους οποίους λέει ότι δρα. Το θέμα είναι, λοιπόν, να φτιαχτούν λειτουργικά οργανωτικά σχήματα και να δημιουργηθούν συντροφικές σχέσεις που θα μπορούν αυτά που χρειάζονται να γίνονται κτήμα όλων και αυτά που δεν χρειάζονται να μεταβολίζονται με συντροφικότητα.
Όλα τα άλλα αναπαράγουν μία κουλτούρα αγωνιστών που θα είναι πάντα διατεθειμένοι να σκουπιδιάσουν όποιο δεν συμφωνεί μαζί τους, θα δημιουργούν διαρκώς θέσεις ανωτερότητας με βάση τα δικά τους συναισθήματα και προφανώς θα νιώθουν ότι προδίδονται διαρκώς. Αυτή η κουλτούρα αγωνιστών παρ’ όλα αυτά δημιουργεί τον ίδιο φαύλο κύκλο: αντισυντροφικότητα, διαρκής απομάκρυνση παλιών και νέων συντρόφων, απελπισία για την έλλειψη μαζικότητας και επένδυση σε ηρωικά σχήματα που δικαιολογούν τα αποτελέσματα που φέρνουν οι συγκεκριμένες τους συμπεριφορές. Όταν εμφανίζεται μια προβληματική, συλλογικά προσπαθούμε να βρούμε μια λύση, να ξεπεράσουμε το εμπόδιο με σκοπό να συνδεθούμε με τα συντρόφια μας και να απευθύνουμε τον λόγο και την δράση μας στο ευρύτερο κοινωνικό σώμα. Όταν η αντίδραση παραμένει ενα στεγνό “σκάσε και κολύμπα”, ας μην υπάρχει μετά η διερώτηση γιατί δεν πλέουμε όλα στις ίδιες θάλασσες.
ΥΓ1: δεν θέλουμε να αναπαράξουμε μία κριτική – και ας πιστεύουμε ότι έχει κομμάτια αλήθειας- ότι ο κόσμος απομακρύνεται από τον χώρο λόγω της αδυναμία του χώρου ή των κινημάτων να εξελιχθούν και να αντιμετωπίσουν τις παθογένεις και τις δυσκολίες τους. Αυτό θα σήμαινε ότι πιστεύουμε ότι υπάρχει άλλος δρόμος έξω από το χώρο ή τα κινήματα. Και εμείς, παρότι “χέστες” (όπως ίσως θα καταλάβατε), συνεχίζουμε να βρίσκουμε νόημα, αξία και προοπτική σε αυτά. Πιστεύουμε ότι οι δυσκολίες και οι “παθογένεις” του χώρου είναι κοινωνικές “παθογένειες”, είναι κοινωνικές δυσκολίες, είναι παντού τριγύρω μας – απλώς στον χώρο εμφανίζονται σε μία πιο ειδικά καθορισμένη μορφή.
Παρά τη διαφωνία μας με τον βασικό άξονα του κειμένου, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα σημείο που πιθανώς συμφωνούμε, αν το αποσπάσουμε από την θυσιολατρική αντίληψη. Οι καιροί είναι τέτοιοι που χρειάζεται τεράστια προσπάθεια όχι μόνο για την επανάσταση, αλλά για να μπει ένα φρένο στον εφιάλτη, πράγματα που φαίνεται πως ταυτίζονται. Και κάπου εδώ εμείς, κάποια λίγα στρατευμένα, όσα προσωπικά αποθέματα και να δώσουμε βλέπουμε πως δεν φτάνει, και ξεφυσάμε καθώς οι προσπάθειες των γύρω μας μοιάζουν αναντίστοιχες των περιστάσεων. Φταίει η εποχή; Φταίμε εμείς; Φταίει η καταστολή; Φταίει ότι ο φεμινισμός μας έχει κάνει φλώρους; Δεν έχουμε την απάντηση ακριβώς (εκτός από αυτό για τον φεμινισμό, που δηλαδή έλεος) αλλά μπορούμε να δούμε ότι, πολλές φορές, μέρος αυτού που εμφανίζεται ως πρόβλημα εμφανίζεται και ως φόβος. Εμείς θα λέγαμε καλύτερα ότι εμφανίζεται ως έλλειψη δέσμευσης. Ίσως και να είναι το ίδιο με μια διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση, που θεωρούμε ότι και αυτό ακόμα έχει σημασία. Ίσως κιόλας αυτό να είναι το ζήτημα στο τώρα. Καλύτερα να μπορείς να αναγνωρίζεις τα πολιτικά αδιέξοδα και να τα προβληματοποιείς συντροφικά ως τέτοια, με σκοπό να βρεις σε αυτά πρακτικές λύσεις, παρά να δημιουργείς δίπλα αδιέξοδα και να προσπαθείς να κλείνεις τα υπόλοιπα μέσα σε αυτά. Και νιώθουμε ότι η πρακτική και πολιτική επιμονή στον φόβο είναι ένα διπλό αδιέξοδο: ενοχοποιεί την αδυναμία την ώρα που λέει ότι μιλάει στο όνομα του αδύναμου και αξιώνει την δύναμη την ώρα που λέει ότι θέλει να αντιμάχεται κάθε εξουσία.
ΥΓ2: Η αντιεξέγερση δεν είναι συνώνυμο της αντεπανάστασης. Η αντιεξέγερση αποτελεί πεδίο γνώσης και κλάδο μέσα από τον οποίο παράγονται πολιτικο-στρατιωτικές επιχειρήσεις με έντονο το στοιχείο της ψυχοσυναισθηματικής χειραγώγησης. Η βασική στοχοθεσία της έγκειται στην διάσπαση του εχθρού-πληθυσμού. Άμα συμφωνούμε σε αυτό, τότε φορέας της αντιεξέγερσης είναι μόνο ο μηχανισμός εκείνος που έχει την υλική δυνατότητα να παράγει τέτοιου τύπου ευρείες επιχειρήσεις. Με αυτήν την έννοια, δεν υπάρχουν κομμάτια του πληθυσμού που γίνονται φορείς της αντιεξέγερσης, γιατί πολύ απλά όλα τα κομμάτια του πληθυσμού, είναι ταυτόχρονα στόχοι της. Γιατί, όπως είπαμε πριν, στοχοθεσία της αντιεξέγερσης είναι η διακυβέρνηση μέσω της διάσπασης. Η διάσπαση αυτή μπορεί να εμφανιστεί με πολλούς τρόπους (ειρηνικός πολίτης – ταραχοποιός διαδηλωτής, καλός – κακός αναρχικός κλπ) αλλά ως βάση και ως στόχο έχει την εμφάνιση της διαφοράς μάχιμος – άμαχος. Όχι για να χτυπήσει τους μάχιμους, αλλά γιατί αυτή η διάκριση συχνά παράγει όλη τον νοηματικό πλούτο που χρειάζεται να παραχθεί, ώστε ο πληθυσμός ως σύνολο να απορρίψει από μόνος του την δυνατότητα να αυτοκυβερνηθεί ή να επιλέξει να πάψει να κυβερνάται – “εδώ δεν τα βρίσκουμε μεταξύ μας”. Σκοπός της αντιεξέγερσης είναι μόνο προσωρινά ο μάχιμος και είναι ταυτόχρονα, τόσο η παραγωγή της φιγούρας του μάχιμου όσο και η παραγωγή της φιγούρας του άμαχου, η στρατηγική επιτυχία που κάνει τα αντιεξεγερτικά επιτελεία να κολυμπούν σαν ψάρια στο νερό εκεί που προηγουμένως υπήρχε για αυτά μόνο βούρκος και βόρβορος.
