Τελευταία νέα
Από τη Μονή Κορώνας μέχρι τον Μεσενικόλα – Μια διαδρομή γεμάτη εικόνες στην καρδιά της Θεσσαλίας Τσίπρας: Δεν θα αυξήσουμε ούτε ένα ευρώ τον φόρο στη μεσαία τάξη – Το πάρτι της διαφθοράς θα σταματήσει Μετρό: Πτώση και παράσυρση άνδρα από συρμό στον «Άγιο Αντώνιο» – Διακοπή δρομολογίων στη γραμμή 2 Αλέξης Τσίπρας: Μείωση φόρων στους μισθωτούς, φορολόγηση του πλούτου και αλλαγή παραγωγικού μοντέλου Κυριάκος Μητσοτάκης: Για μπάνιο στην παραλία στο Μαράθι Χανίων ΣΥΡΙΖΑ: Πολάκης ή Δούρου; Ο Παππάς κρατά το κλειδί στην ιδεολογική μάχη του κόμματος Παπαζάχος: Σεισμός ενδιάμεσου βάθους τα 7,4 Ρίχτερ στην Κολομβία – Οι αντίστοιχες περιπτώσεις στην Ελλάδα Επεισόδιο μεταξύ Ρομά και Λατινοπούλου στην Τήνο: Προπηλακισμοί και βρισιές [βίντεο] «Να παραιτηθεί για το καλό της παράταξης» – Πιέσεις στον Χριστοδουλάκη μετά τις αποκαλύψεις για τις συμβάσεις της Datamed Τι δροσερό που είναι το μπετό! Αμερικανοσοσιαλιστές μουσουλμάνοι Αλέξης Τσίπρας: «Η φορολογία θα στραφεί στον μεγάλο πλούτο – Καμία επιβάρυνση για επιχειρήσεις και μεσαία τάξη»
Efsyn.gr

Χωρίς λαϊκά τραγούδια

Έβλεπα προσηλωμένος μια ταινία για τον Γιάννη Τσαρούχη. Μιλούσε για τη διαδρομή του, τη ζωγραφική, τη θέση του καλλιτέχνη. Πάντα ενδιαφέρων. Κάποια στιγμή συνομιλεί με τον Μάνο Χατζιδάκι, ερωτάται πώς ήταν το κοινωνικό περιβάλλον τη δεκαετία του 1930 και λίγο μετά τον πόλεμο, αν ασφυκτιούσε στις ακαδημαϊκές και αστικές συμβάσεις. Ο Τσαρούχης απαντά: «Εγώ γύρευα αριστοκρατία, να συναναστρέφομαι ανθρώπους που ξέρουν να μιλάνε, να φερθούνε… Και το βρήκα, το είδα στους ανθρώπους που χόρευαν ζεϊμπέκικο, βρήκα στiλ αυθεντικό… Δεν το λέω ταξικά, είδα την αισθητική».
Τσαρούχης και Χατζιδάκις όρισαν εν πολλοίς το πρόσωπο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Είδαν μια άλλη χώρα, πέραν της δυτικοφιλίας και του μεγαλοϊδεατισμού, μια ενδοχώρα βαλκανίζουσα, αυθεντική, στο ρεμπέτικο, στον Καραγκιόζη, στις καθημερινές τελετουργίες των λαϊκών ανθρώπων. Υπό μία έννοια, έφεραν στην επιφάνεια τη φωνή των υποτελών τάξεων μέσα από την αισθητικοποίηση, οικειοποιήθηκαν τις μορφές της λαϊκής τέχνης, κι αυτό το λαμπερό νέο κράμα, οι «λαϊκές ζωγραφιές» τους, έγινε το άλλο εθνικό πρόσωπο, απέναντι στο πρόσωπο της εθνικοφροσύνης και του ελληνοχριστιανισμού.
Τι ακούει ο λαός;
Είπε ο Τσαρούχης ότι στους ανθρώπους του ζεϊμπέκικου είδε την αισθητική, όχι την ταξικότητα. Ο Χατζιδάκις αργότερα θα υποστηρίξει ότι το λαϊκό τραγούδι δεν είναι αυτό που επιβάλλουν οι μόδες, ότι ο λαός συνηθίζει τα τραγούδια που του επιβάλλει η βιομηχανία. Είχε δίκιο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Ο λαϊκός άνθρωπος πώς αποκτά συνείδηση του δικού του πολιτισμού, της δικής του φωνής; Όχι διαμεσολαβημένα από φωτισμένους διανοούμενους, αλλά ως δική του φωνή, συστατικό της τάξης του, της καταγωγής του, της γειτονιάς του.
Ο Τσαρούχης πήρε απ’ το χέρι τον Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν και τον πήγε στο λαϊκό σπίτι με τις Καρυάτιδες στην οδό Ασωμάτων, τον πήγε στις ταβέρνες του Πειραιά, να μνημειώσει φωτογραφικά τους ανθρώπους που χόρευαν το ζεϊμπέκικο, με τον Λαύκα να παίζει μπουζούκι στο μικρό πάλκο. Φτιαχνόταν έτσι η λαϊκότητα, εκλεκτικισμός των αισθητικών μορφών, από αισθητές προικισμένους με διορατικότητα. Αλλά πόσο οι ίδιοι οι φορείς και γεννήτορες αυτών των μορφών «αριστοκρατίας» είχαν συνείδηση της αριστοκρατικότητάς τους; Δεν είναι εύκολη η απάντηση.
Τα τραγούδια των ρεμπέτηδων, ακόμη και τα μεταπολεμικά ρεμπετολαϊκά, δεν απαντούν σε τέτοια ερωτήματα· τα τραγούδια περιέχουν τα βάσανα της ζωής, τους χαμηλούς ορίζοντες των προσφυγόσπιτων, το λιμάνι, και περισσότερο τη λαχτάρα για ζωή, για ταξί, μπίρες και καλαμαράκια.
Μέχρι να γίνουν κι αυτά «μπουζούκια», να ανέλθουν σε κοσμικές ταβέρνες, με πελάτες όχι πια την εργατιά και τη φτωχολογιά, αλλά ευτραφείς αστούς και πρώην μαυραγορίτες, όπως εικονίζονται στις ταινίες. Ο κόσμος συνηθίζει τα τραγούδια που του επιβάλλει η βιομηχανία, λέει προσφυώς ο Χατζιδάκις, τα τραγούδια που παρεμβάλλονται στις ταινίες, τα τραγούδια που μεταδίδουν οι εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών.
Στις πίστες
Τα σκέφτομαι όλα αυτά αφού είδα πάλι τον Στράτο Διονυσίου ντουέτο με τη Βίκυ Μοσχολιού στα «Δειλινά», αρχές δεκαετίας του 1980. Οι τελευταίοι μεγάλοι λαϊκοί τραγουδιστές υπήρχαν πια μόνο στις λαμπερές ακριβές πίστες. Ο λαός βεβαίως τους τραγουδούσε και τους λάτρευε, αλλά τα μαγαζιά με τις γαρδένιες και τις φιάλες τα συντηρούσαν οι νεόπλουτοι και οι νεομαυραγορίτες. Αισθάνομαι ότι ήδη τότε, το 1980, το λαϊκό τραγούδι γινόταν φάντασμα. Από την αισθητικοποίηση έμπαινε στη νεκροφάνεια, στον επιθανάτιο ρόγχο «Ηλία, ρίχτο!». Ενδιαμέσως είχε περάσει στις μπουάτ, στο λαϊκό έντεχνο, στις συναυλίες, στη μαζική δισκογραφία, στην τηλεόραση.
Μετά τη δεκαετία το 1980, συμβατικά μιλώντας, δεν υπάρχουν οι λαϊκοί άνθρωποι που θα παρήγαν και θα εκφράζονταν με ένα ιδίωμα δικό τους, πέραν της βιομηχανίας και της μόδας. Οι μεροκαματιάρηδες, η φτωχολογιά, οι εργάτες και οι ξωμάχοι έχουν συρρεύσει στο άστυ, αποκηρύσσουν ή αποκρύπτουν τη σβουνιά της καταγωγής. Θέλουν να γίνουν μικροαστοί. Χορεύουν το ζεϊμπέκικο σαν μαϊμούδες, σαν μια σβησμένη ανάμνηση, σαν χαλκομανία. Τελούμε εν συγχύσει, πλέουμε στο κενό.
Τριγωνάκι σκαληνό, 1986
Κι όμως το 1980 συνέβαιναν κάποια πράγματα. Ο φίλος Γιώργος μού στέλνει δυο λεπτά χαμένης ηχογράφησης από συναυλία του Νίκου Παπάζογλου και της τρομερής μπάντας του στο Σέιχ Σου, 18 Αυγούστου 1986. Τι ήχος, τι αίσθημα, τι διονυσιασμός και αριστοκρατία! Φάνκι, πλακωμένες ηλεκτρικές κιθάρες, μπουζούκια, βιολιά, κλαρίνα, και η χρυσή φωνή με τα γυρίσματα του αμανετζή και του ψάλτη. Είναι ο μοναχικός κομήτης ανανέωσης του λαϊκού, ηλεκτρική προέκταση της «Εκδίκησης της Γυφτιάς», καλούπι για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Τινάζω τη μελαγχολία σαν σβησμένη στάχτη. Ανάβω κερί στη μνήμη του Νίκου και όσων δεν ζουν πια από εκείνη την μπάντα. Σαράντα χρόνια. Τα τραγούδια ανάβουν ακόμη.
Δυο λεπτά χαμένης ηχογράφησης από συναυλία του Νίκου Παπάζογλου και της τρομερής μπάντας του στο Σέιχ Σου. Τι ήχος, τι αίσθημα, τι διονυσιασμός και αριστοκρατία!

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...