Η «Σύλβια» του Χάουαρντ Φαστ κυκλοφόρησε το 1960 με το ψευδώνυμο Ε.Β. Κάνινγκχαμ, καθώς γράφτηκε σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του συγγραφέα, όταν εξακολουθούσε να υφίσταται τις συνέπειες της μαύρης λίστας του μακαρθισμού. Ο συγγραφέας του «Σπάρτακου», που είχε γνωρίσει τη φυλακή, τη λογοκρισία και την απομόνωση, χρησιμοποιεί εδώ τους κανόνες του νουάρ μόνο ως πρόσχημα, καθώς το βιβλίο φέρει έντονα τα ίχνη της προσωπικής του εμπειρίας. Παρότι κυκλοφόρησε ως αστυνομικό μυθιστόρημα, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί αυτή τη φόρμα για να εξερευνήσει ζητήματα ταυτότητας, κοινωνικής ανισότητας, ενοχής και λύτρωσης.
Η υπόθεση ξεκινά όπως μια κλασική ιστορία μυστηρίου. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Αλαν Μάκλιν αναλαμβάνει, κατόπιν εντολής ενός πλούσιου επιχειρηματία, να ερευνήσει το παρελθόν της αρραβωνιαστικιάς του, της μυστηριώδους Σύλβιας Γουέστ. Η γυναίκα αυτή μοιάζει σχεδόν ιδανική: όμορφη, καλλιεργημένη, οικονομικά ανεξάρτητη, γράφει ποίηση και γνωρίζει ξένες γλώσσες. Ωστόσο, ορισμένες λεπτομέρειες του βίου της παρουσιάζουν κάποιες αντιφάσεις. Η έρευνα του Μάκλιν αποκαλύπτει σταδιακά μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα γεμάτη βία, κακοποίηση, πορνεία, φτώχεια και ακραίες εμπειρίες.
Η σταδιακή αποκάλυψη αυτής της ζωής αποτελεί και το βασικό αφηγηματικό τέχνασμα του βιβλίου. Ο Φαστ χειρίζεται με δεξιοτεχνία την προοδευτική εμφάνιση των πληροφοριών, κάθε νέο επεισόδιο ανατρέπει την προηγούμενη εικόνα της Σύλβιας και μετατρέπει την αστυνομική έρευνα σε μια υπαρξιακή διερεύνηση της ανθρώπινης συνθήκης. Η πραγματική ταυτότητα της ηρωίδας δεν αποκαλύπτεται μόνο ως μια σειρά γεγονότων αλλά ως αποτέλεσμα μιας βάρβαρης κοινωνικής πραγματικότητας. Το πιο καινοτόμο στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η «κατανόηση» με την οποία ο Φαστ αντιμετωπίζει την ηρωίδα του. Η Σύλβια δεν παρουσιάζεται ως «μοιραία γυναίκα» ούτε ως μια κοινή απατεώνισσα. Αντίθετα, αποτελεί ένα πρόσωπο που επινοεί συνεχώς νέες ταυτότητες για να επιβιώσει. Το ψέμα της δεν γεννιέται από απληστία αλλά από την ανάγκη να αποδράσει από ένα τραυματικό παρελθόν. Ο συγγραφέας δεν την καταδικάζει, ούτε τη συμπονάει, αντίθετα την «προικίζει» με θέληση, ταλέντα και ικανότητες, ενώ καταδεικνύει το πώς οι συνθήκες οδηγούν έναν ικανό νέο άνθρωπο σε υπερβολικά δραματικές επιλογές.
Howard Fast, Σύλβια | Μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου | Σελ. 403 | Πόλις
Σημειωτέον, ο Αλαν Μάκλιν διαφέρει αισθητά από τον τυπικό ντετέκτιβ της αμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Δεν διαθέτει τον κυνισμό ούτε την αυταρέσκεια των ηρώων του Ρέιμοντ Τσάντλερ ή του Ντάσιελ Χάμετ. Πρόκειται για έναν κουρασμένο άνθρωπο με έντονα ηθικά διλήμματα που συχνά αμφισβητεί ακόμα και το ίδιο του το επάγγελμα. Όσο προχωρά η έρευνα, μετατρέπεται από ψυχρός ερευνητής σε πρόσωπο που εμπλέκεται συναισθηματικά στην υπόθεση και η αποστολή του γίνεται μια εναγώνια πορεία αυτογνωσίας.
Στο μυθιστόρημα ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η σχέση της Σύλβιας με την ποίηση. Μέσα από την ποιητική της συλλογή ο Μάκλιν θα ανιχνεύσει τα πρώτα της βιώματα. Ένας πανεπιστημιακός διαβάζει τους στίχους της όχι ως λογοτεχνία αλλά ως ένα είδος ασυνείδητης αυτοβιογραφίας· οι εικόνες, οι λέξεις και οι γεωγραφικές αναφορές προδίδουν όσα η ίδια έχει επιμελώς αποκρύψει. Ο Φαστ μοιάζει να υποστηρίζει ότι η λογοτεχνία, ακόμη και όταν επινοεί, δεν μπορεί να αποκοπεί ολοκληρωτικά από την εμπειρία. Η ποίηση μετατρέπεται σε μια δεύτερη έρευνα, παράλληλη με την αστυνομική, αποκαλύπτοντας ότι η γλώσσα διαφυλάσσει πάντοτε τα ίχνη της μνήμης. Για έναν συγγραφέα όπως ο Χάουαρντ Φαστ που υποχρεώθηκε να κρυφτεί πίσω από ένα ψευδώνυμο αυτή η λεπτομέρεια αποκτά μια άλλη βαρύτητα.
Στην ουσία, η «Σύλβια» είναι ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της αφήγησης. Όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου αφηγούνται διαρκώς ιστορίες: για τον εαυτό τους, για τους άλλους, για όσα συνέβησαν και για όσα θα ήθελαν να έχουν συμβεί. Ο ντετέκτιβ δεν αναζητά μόνο γεγονότα· αναζητά αφηγήσεις, αντιφάσεις, σιωπές. Η αλήθεια προκύπτει όχι ως αντικειμενικό γεγονός αλλά ως σύνθεση πολλών επιμέρους εκδοχών. Εν ολίγοις, το «Σύλβια» μπορεί να διαβαστεί και ως ένα μυθιστόρημα για το δικαίωμα του ανθρώπου να ξαναγράψει τη βιογραφία του, ένα θέμα που διατρέχει μεγάλο μέρος του έργου του Φαστ: οι άνθρωποι δεν ταυτίζονται ποτέ ολοκληρωτικά με το παρελθόν τους· διατηρούν πάντοτε τη δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας, αρκεί να μπορούν να την αφηγηθούν ξανά και ξανά με νέο τρόπο και με ανανεωμένη έμπνευση και ορμή.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
