Τελευταία νέα
Ένα αντισυμβατικό πολιτικό ντοκιμαντέρ για την ΕΛΑΣ Η Σαντορίνη και οι εξωφρενικές χρεώσεις FT: Το Ιράν εξετάζει πλήγματα στην Ευρώπη αν ο Τραμπ κλιμακώσει τον πόλεμο – Οι χώρες πιθανοί στόχοι Αλβανία: Νεκρός Πορτογάλος τουρίστας μετά από συμπλοκή σε παραλία – Ο ύποπτος κρυβόταν σε πορτμπαγκάζ, 11 συλλήψεις ΕΛΑΣ: Η γέννηση ενός κόμματος πίσω από την κάμερα Το ελληνικό χωριό όπου το 70% των ζευγαριών έχει τουλάχιστον τρία παιδιά «Τουρισμός για όλους»: Αντίστροφη μέτρηση για το voucher έως 600 ευρώ Τραγωδία στην Κύπρο: Βρέφος πέντε μηνών βρέθηκε νεκρό στο κρεβάτι του Ο Μεντιλίμπαρ θέλει Χιλ Χαλκιδική: Νερό και ρεύμα «απουσιάζουν» σε καλοκαιρινές διακοπές Ηράκλειο: Εκτός υπηρεσίας αστυνομικός ακινητοποίησε καταζητούμενο και τραυματίστηκε Αρχαιολογικό μουσείο-γιαπί στη Χίο: Το υπουργείο Πολιτισμού δίνει απαντήσεις, χωρίς εξηγήσεις
Efsyn.gr

Λήρος Δεκαπενταυγούστου

Πάτησε την προκυμαία, το πρώτον, το 1973. Άγουρος έφηβος στην πάλλευκη παρθένο, ολόφωτη, εκτυφλωτική. Όλο το Αρχιπέλαγος ήταν φως.
Το μαθητικό γκρουπ πάτησε τα μάρμαρα της Καταπολιανής, παριανά μάρμαρα αιώνων, εσώγλυφες κολυμπήθρες, γιγαντοκίονες, δέσμες αντηλιάς, δροσιά και μυρωδιά κεριού. Δεκαετίες αργότερα, ένιωσε το ίδιο στην Αγία Ειρήνη της Πόλης.
Το νησί είχε ψυχή κολυβάδικη ακόμη, παπαδιαμαντική, την έφερε ο ηγούμενος της Λαγκουβάρδας Φιλόθεος Ζερβάκος, συνεχιστής των παριανών Αρσένιου και Αθανάσιου. Μίλησε στους κεχηνότες έφηβους, που δεν καταλάβαιναν τι αντικρίζουν, μόνο ένιωθαν κάτι βαθύ, αληθές. Θυμήθηκε τον Φιλόθεο όταν διάβαζε τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, Στου Τιμονιού τ’ αυλάκι. Κάτι κατάλαβε.
Η φανουρόπιτα
Ξαναπάτησε στην Πάρο του τουρισμού, κάπως ανθιστάμενη ακόμη, μια εσπέρα και μια νυχτιά, ύστερα από πολλά χρόνια:
το βλέμμα αγκαλιάζει παμφάγο την Εκατονταπυλιανή. Ο εσπερινός τελείται μαγικός, στο γυμνό κέλυφος, γυμνό σαν όστρακο ηλικίας δεκαπέντε αιώνων. Είναι παραμονή του Αγίου Φανουρίου, οι προσκυνητές έρχονται από τη νεωτερικότητα του έξω, του πολύφωτου τουρισμού, και μεμιάς διακτινίζονται στον άχρονο κόσμο του ιερού. Άχρονο; Χμ, έχει και το ιερό, χρόνο και τρόπο, αλλά κρατά κι έναν πυρήνα απαράλλαχτο: να, οι γυναίκες προσφέρουν φανουρόπιτα, καθεμιά με τη δική της γεύση, «βοήθειά σας», ο μεγαλομάρτυς στρατιώτης Φανούριος ζητά την πίτα, για να συγχωρεθεί η μάνα του.
Στο προαύλιο του αρχαίου προσκυνήματος οι σημερινοί άνθρωποι γλιστρούν μαλακά στα λειασμένα μάρμαρα. Από τη βουή στην ησυχία, από το ριψοκίνδυνο έξω στο φυλαγμένο μέσα, από την ένταση στην ύφεση, αναζήτηση της αδιάφορης ισορροπίας. Με δυο δρασκελιές μεταβάλλεται ο ρυθμός του κόσμου.
Γάτα στην ξερολιθιά
Μια γάτα ακροπατάει στην ξερολιθιά. Είναι κόκκινη τιγρέ, ο καλαμιώνας ρουφάει το χρώμα της και το κορμί της. Το σούρουπο πυκνώνει τους χρωματικούς τόνους σε γη, θάλασσα και ουρανό· τα φώτα της πόλης και των studios to rent αντιστέκονται. Στο αποκάρωμα του Αυγούστου τα τζιτζίκια ωρύονται, κοπάζουν, και ξαναπιάνουν. Μακριά ακούγονται σκυλιά.
Απ’ το Κρωτήρι αγκαλιάζω με το βλέμμα τον μαλακό κόλπο της Παρ’κιάς. Ακούω σμάρια ανθρώπους να αναδεύονται πίσω από τοίχους, ηλιοψημένους, φρέσκους, χαλαρούς, σε διακοπές. Ετοιμάζονται για το τελετουργικό του δείπνου και του ποτού. Είμαι ένας από αυτούς, μόνο που απόψε δεν θα δειπνήσω μαζί τους. Θα μείνω στη βεράντα, αργός κι αλατισμένος, απ’ το λυκόφως ώς το χάραμα, πλάι στα καλάμια και τις ελιές.
Ζάλη seersucker
Με μια δρασκελιά, αποβιβάστηκε από το ντόλφιν και πάτησε την προκυμαία. Το πρωί είχε ψηφίσει δακρυόεις το μνημόνιο, η κυβέρνηση είχε χάσει τη δεδηλωμένη, πηγαίναμε για εκλογές. «Σύντροφε», ένας άνθρωπος στο σκοτάδι τον πήρε με γιωτα-χι, τον οδήγησε σε ένα ρουμ, σε τουριστική έρημο έξω απ’ τη Νάουσα. Υγρασία και καύσωνας. Κοιμήθηκε ανονείρευτος, θα εκπροσωπούσε τη εκπεσούσα κυβέρνηση στις τελετές του Δεκαπενταυγούστου. Το πρωί χωρίς καφέ, στεγνός, κάλεσε ταξί να κατέβει στην Παρ’κιά.
Πάτησε πάλι τα μάρμαρα της Καταπολιανής. Η λιτανεία σύρθηκε αργά στην παραλία και τους δρόμους της πολίχνης. Αργά, βασανιστικά. Το seersucker κοστούμι μούσκεψε όλο, έσταζε, ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως, ήταν η ιστορία και η ζάλη των ημερών.
Ωσπερ μέλισσαι κηρίον
Στα μάτια του περνούσαν οι Αύγουστοι στο Αρχιπέλαγος, οι Αύγουστοι της νιότης με δουλειά σεζόν, να μαζεύει γόπες από την υγρή άμμο, μαγειρείο, τουαλέτες, κι ύστερα πλύσιμο ξύρισμα λευκό πουκάμισο, σερβίρισμα για πουρμπουάρ, τα πρώτα ένσημα, το πρώτο φύλλο Ελευθεροτυπίας που είδε στην ταβέρνα, οι παννυχίδες μετά το μεροκάματο του μπαρ, τα πεφταστέρια, οι κασέτες, τα λιγοστά βιβλία στο τραπέζι.
Δεκαπενταύγουστος μέσης ηλικίας στη Σύρο: η σεράνο της Μαριώρας.
Εστυψε το σακκάκι seersucker, το παντελόνι δεν μπορούσε να το στύψει, κάθε κύτταρο αποζητούσε καφέ. Πήρε τηλέφωνο τον Σταύρο. Πήγαν στου Τάσου. Του πρόσφεραν νερό, καφέ, κουλούρια, μια παρηγοριά. Από τη βεράντα αγνάντευε το Αιγαίο, γλαυκό, με ιριδισμούς, τσακίσματα, αεικίνητο, ειρωνικό. Άκουγε τους φίλους κι άκουγε έσω τον Μέγα Παρακλητικό, όπως πάντα τέτοιο καιρό: Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε, και την εμήν κατασχούσαι καρδίαν, κατατιτρώσκουσι βέλει των θλίψεων.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...