–Μια μικρή συνεισφορά στη μνήμη του
Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο σημαντικός διανοητής και δάσκαλος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έφυγε από κοντά μας την εβδομάδα που πέρασε. Παρόλο που σπούδασε Κοινωνιολογία, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της επιστημονικής του ανάλυσης, το έργο του χαρακτηρίζεται από διεπιστημονικές προσεγγίσεις, αφού χρησιμοποιεί εργαλεία και μεθόδους από την Πολιτική Οικονομία, την Ανθρωπολογία, την Πολιτική Φιλοσοφία και την Ψυχολογία.
Το πιο σημαντικό όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι είναι ο πρώτος και ίσως ο μόνος μέχρι σήμερα που μας προσέφερε μια ανάλυση της φύσης και της εξέλιξης του εκπαιδευτικού μας συστήματος, μέσα από δομή και την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού. Η διαχρονική αυτή συμβολή του Τσουκαλά, που φυσικά δεν είναι και η μοναδική, παραμένει εξαιρετικά διαφωτιστική και επίκαιρη στις μέρες μας, όπου η Ανώτατη Παιδεία αποτελεί κεντρικό πεδίο πολιτικής, ιδεολογικής και εντέλει ταξικής αντιπαράθεσης.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ήταν το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής του Τσουκαλά, ο ελληνικός τίτλος της είναι «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830 – 1922)» – την υπερασπίσθηκε στη Σορβόννη (Παρίσι 1) το 1974. Η σύλληψη είναι πρωτοποριακή, επιχειρηματολογεί ότι η ιδιαιτερότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε κυρίως με τη μεταφορά κεφαλαίων από Έλληνες της διασποράς, επηρέασε τη δομή της ελληνικής κοινωνίας και συνακόλουθα του εκπαιδευτικού συστήματος.
Συγκεκριμένα, επειδή οι Έλληνες του εξωτερικού ήταν πρωτίστως έμποροι, τα κεφάλαια που κατευθύναν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος προορίζονταν κυρίως για μη παραγωγικές δραστηριότητες του τριτογενούς τομέα, όπως η αγορά γης, με σκοπό κέρδη από τη μεταπώληση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών στο νεοσύστατο κράτος. Το τελευταίο με τη σειρά του δημιούργησε αυξημένες ανάγκες για προσωπικό με πανεπιστημιακή μόρφωση.
Έτσι, η μετακίνηση του πληθυσμού από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα στην Ελλάδα δεν ακολούθησε τον παραδοσιακό δρόμο της προλεταριοποίησης. Βασικός στόχος των αστικοποιημένων αγροτικών πληθυσμών ήταν η τριτοβάθμια εκπαίδευση (με κατεύθυνση κυρίως τις θεωρητικές επιστήμες), μιας και ήταν βασικό εφόδιο για καριέρα στον τριτογενή τομέα. Έτσι εξηγείται ο μαζικός και συμπεριληπτικός χαρακτήρας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος από συστάσεως του ελληνικού κράτους.
Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, το 1922 βρήκε την Ελλάδα μια χώρα που κυριαρχούσε η αγροτική μικροϊδιοκτησία και τα μικροαστικά υπαλληλικά στρώματα των πόλεων. Τα τελευταία προέρχονταν πέρα από την αστική τάξη και τα ανώτερα μεσαία στρώματα και από τον αγροτικό πληθυσμό και παράγονταν και αναπαράγονταν από το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε αυτά τα δεδομένα, αλλά για λίγο. Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Βενιζέλος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα παραδοσιακό δυτικοευρωπαϊκό ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα. Επιδίωξε τον περιορισμό των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τις θεωρητικές σχολές και τον αναπροσανατολισμό της εκπαίδευσης προς τεχνικές σχολές, που έδιναν πτυχία δεύτερης κατηγορίας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Τσουκαλάς σε ένα άρθρο του 1975, ο Βενιζέλος είχε δηλώσει το 1930: «Θα καταργήσω 80 γυμνάσια και ας πέσω» – εννοούσε φυσικά τα παλιά κλασικά γυμνάσια.
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 οδήγησε σε περιορισμό των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατά 30%, όμως, μετά το 1932 ο αριθμός των εισακτέων άρχισε να αυξάνεται εκ νέου. Με δύο λόγια, η μεταρρύθμιση απέτυχε ολότελα, η προοπτική του πανεπιστημιακού πτυχίου συνέχισε να συγκινεί τα παιδιά των εργατών και των αγροτών, παρά τον βίαιο περιορισμό των δυνατοτήτων απόκτησής τους και των επαγγελματικών προοπτικών που τα συνόδευαν. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Τσουκαλάς, «πρόκειται για τυπικό φαινόμενο… εμμονής των πολιτιστικών προτύπων και μετά την εξαφάνιση των οικονομικών και κοινωνικών προϋποθέσεων…», που τα προκάλεσαν.
Αντίστοιχες αλυσιτελείς προσπάθειες δημιουργίας ενός αδιάβροχου, ταξικού εκπαιδευτικού συστήματος έγιναν στη δεύτερη προσπάθεια εκβιομηχάνισης της ελληνικής οικονομίας, το διάστημα 1952 – 1970. Το συνολικό αποτέλεσμα συνοψίζεται σε αυτό που γράφει ο Τσουκαλάς σε ένα άρθρο του 1975, που έχει κορμό τη διδακτορική του διατριβή. Στην Ελλάδα, 1 στους 8 περίπου φοιτητές προερχόταν από την εργατική τάξη και την αγροτιά, την ίδια ώρα που η αναλογία στη Γαλλία ήταν 1 στους 36. Σίγουρα αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατεύθυνση και στην επιρροή του φοιτητικού κινήματος σε ολόκληρη τη Μεταπολίτευση.
Στα χρόνια μετά το 1992 και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η ανάγκη μαζικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διατηρήθηκε. Το ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής οικονομίας έσπρωξε εκ νέου σε μια οικονομία υπηρεσιών, που είχε την ανάγκη μαζικής «παραγωγής» πανεπιστημιακών αποφοίτων. Όμως, το συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα, που με τόση διορατικότητα και αναλυτική εμβρίθεια περιέγραψε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς 60 χρόνια νωρίτερα, παρέμεινε αγκάθι για το σύστημα.
Το προφανέστερο παράδειγμα είναι ότι η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών αποφοίτων –των μορφωμένων, αν προτιμάτε– στην Ελλάδα ψηφίζει σταθερά Αριστερά. Ένα φαινόμενο που, εκτός από την Ελλάδα, παρατηρείται μόνο στην Ιαπωνία («Πολιτικές Διαιρετικές Τομές και Κοινωνικές Ανισότητες», Τσούκαλης και Στραβελάκης 2024). Έτσι φτάνουμε στο σήμερα και στην προσπάθεια απαξίωσης των πανεπιστημιακών πτυχίων μέσα από την αυθαίρετη ανωτατοποίηση τριτοτέταρτων ΙΕΚ από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Σε όλη αυτήν την πορεία, η ανάλυση και η μεθοδολογία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά παραμένει κρυστάλλινη και ανεξίτηλη, όπως θα παραμείνει και η μνήμη του σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
The post Η πρωτοποριακή και ανεξίτηλη συμβολή του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στην ανάλυση των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα – Του Ν. Στραβελάκη appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
