Τα περίφημα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο φαίνεται πλέον να αποτελούν παρελθόν, με την κυβέρνηση να βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας πολιτικής που για χρόνια παρουσίαζε ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να υποστηρίξει ότι η περίοδος της σχετικής ηρεμίας αξιοποιήθηκε για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και την προώθηση εξοπλιστικών προγραμμάτων. Ωστόσο, το ερώτημα που παραμένει είναι τι ακριβώς κέρδισε η Ελλάδα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε μπροστά της μια περίοδο κατά την οποία θα μπορούσε να επιχειρήσει μια ουσιαστική διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αντί γι’ αυτό, προτίμησε να επενδύσει στην εικόνα της αποκλιμάκωσης, ενώ η Άγκυρα συνέχιζε να διατηρεί και να διευρύνει την ατζέντα των διεκδικήσεών της. Έτσι, σήμερα η Αθήνα καλείται να αντιμετωπίσει μια Τουρκία που εμφανίζεται πιο ενεργή και περισσότερο αποφασισμένη να μετατρέψει τις διεκδικήσεις της σε πραγματικά δεδομένα.
Οι τελευταίες εξελίξεις στο Αιγαίο ενισχύουν αυτή την ανησυχία. Οι τουρκικές τοποθετήσεις σχετικά με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας δείχνουν ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται πλέον σε διακηρύξεις, αλλά επιχειρεί να διαμορφώσει τετελεσμένα στην πράξη. Και η ελληνική κυβέρνηση, αντί να εμφανίζεται ως ο παράγοντας που καθορίζει τις εξελίξεις, μοιάζει increasingly να βρίσκεται στη θέση εκείνου που απαντά εκ των υστέρων.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από την υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου. Ένα έργο που παρουσιάστηκε ως στρατηγικής σημασίας έχει μετατραπεί σε ακόμη ένα πεδίο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με την Αθήνα να αναζητά ισχυρότερη γαλλική στήριξη. Εάν πράγματι η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει μόνη της σε ένα έργο που η ίδια θεωρεί κρίσιμο για τα συμφέροντά της, τότε εύλογα δημιουργούνται ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα περί «απομόνωσης» της Τουρκίας δυσκολεύεται να σταθεί απέναντι στην πραγματικότητα. Η Άγκυρα διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, επιχειρεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με το Κάιρο και ενισχύει τη θέση της στον μουσουλμανικό κόσμο. Αντίθετα, η Αθήνα αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διατήρηση της επιρροής της σε μια σειρά από περιφερειακά μέτωπα.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι η περίοδος των «ήρεμων νερών» τελειώνει. Είναι ότι η κυβέρνηση καλείται τώρα να εξηγήσει γιατί δεν αξιοποίησε αυτή την περίοδο για να δημιουργήσει μια πιο σταθερή και αποτελεσματική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία. Τα εξοπλιστικά προγράμματα ασφαλώς ενισχύουν την αποτρεπτική δυνατότητα της χώρας, όμως η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην αγορά οπλικών συστημάτων.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η συζήτηση για τη μεταφορά των Patriot από την Κάρπαθο στην Κρήτη. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται επιχειρησιακούς λόγους και τις αυξημένες ανάγκες προστασίας της Κρήτης, ιδιαίτερα λόγω της στρατηγικής σημασίας των αμερικανικών εγκαταστάσεων. Ωστόσο, οι πληροφορίες περί τουρκικών πιέσεων για την απομάκρυνσή τους από την Κάρπαθο δημιουργούν εύλογα πολιτικά ερωτήματα, τα οποία η Αθήνα οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια.
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η Τουρκία προετοιμάζεται, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, να ενισχύσει θεσμικά το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Αν οι τουρκικές διεκδικήσεις αποκτήσουν και νομοθετικό περίβλημα, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε μια ακόμη πιο δύσκολη κατάσταση.
Η πραγματικότητα είναι ότι η εποχή της επικοινωνιακής διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Η κυβέρνηση μπορεί να επιμένει ότι τα «ήρεμα νερά» ήταν επιτυχημένη επιλογή, όμως σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας πολιτικής που άφησε την Τουρκία να κινείται με μεγαλύτερη άνεση στο περιφερειακό πεδίο.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν η Αθήνα διαθέτει ένα πραγματικό σχέδιο για τη νέα κατάσταση ή αν θα συνεχίσει να κινείται από κρίση σε κρίση, αναζητώντας κάθε φορά τη στήριξη τρίτων. Για μια κυβέρνηση που έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα της ισχυρής Ελλάδας, η σημερινή πραγματικότητα αποτελεί αναμφίβολα μια δύσκολη δοκιμασία.
Διαβάστε περισσότερα
