26/08/2026 9:39 πμ.
Εισήγηση της εκδήλωσης «Ο δικαστικός εμπαιγμός ως μέρος της συγκάλυψης της αστυνομικής βίας» | 3 χρόνια από την κρατική δολοφονία του Κώστα Μανιουδάκη, Παρασκευή 28/08: https://anoixti4kmanioudakis.noblogs.org/post/2026/08/26/eisigisi-ekdilosis-o-dikastikos-empaigmos/
ΓΙΑ ΤΩΡΑ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ
ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ
Τριήμερο εκδηλώσεων για τα 3 χρόνια από την κρατική δολοφονία του Κώστα Μανιουδάκη
28-30 Αυγούστου 2026
Εκδήλωση – Συζήτηση: «Ο δικαστικός εμπαιγμός ως μέρος της συγκάλυψης της αστυνομικής βίας»
Συμμετέχουν:
Ανοιχτή συνέλευση για την κρατική δολοφονία του Κώστα Μανιουδάκη
Θανάσης Καμπαγιάννης, δικηγόρος της οικογένειας Μανιουδάκη στην υπόθεση δολοφονίας του Κωστή
Αναστάσης Μανιουδάκης
Μαρία Σφέτσου, δικηγόρος της οικογένειας του Μοχάμεντ Καμράν στην υπόθεση δολοφονίας του Καμράν από μπάτσους στο ΑΤ Ομόνοιας (διαδικτυακά)
Γιάννης Μάγγος, πατέρας του Βασίλειου Μάγγου
Εδώ και χρόνια, η ελλαδική πραγματικότητα βρίσκει τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα σε μια συνθήκη εντεινόμενης φτωχοποίησης και συνολικής απαξίωσης της ζωής.
Το κράτος έχει κηρύξει πόλεμο στην κοινωνία και σε αυτόν τον πόλεμο, η αστυνομία αποτελεί το έμμισθο «στρατιωτικό» σώμα που είναι επιφορτισμένο με την «πρόληψη» και την αναχαίτιση των (επερχόμενων) αντιστάσεων, ατομικών και συλλογικών. Ο ρόλος της «αναβαθμίζεται» για να εφαρμόζονται ανεμπόδιστα οι κρατικές πολιτικές και οι καπιταλιστικές προσταγές, που συναντιούνται στην καταλήστευση του φυσικού και κοινωνικού πλούτου.
Ειδικά στη συγκυρία που διανύουμε, ο κατασταλτικός μηχανισμός ντοπάρεται ιδεολογικά από το ελληνικό κράτος, καθώς κατέχει έναν ρόλο ζωτικής σημασίας για την κυριαρχία: Αυτόν του να σπέρνει τον φόβο στην κοινωνία, για να μην αφήνεται άλλη επιλογή στους από τα κάτω, πέρα από τη σιωπή, την παραίτηση και την αποδοχή της υποτίμησής τους.
Υπό αυτήν την οπτική, η βία της αστυνομίας δεν αποτελεί παρέκκλιση, αλλά σαφή οδηγία από τον πολιτικό της προϊστάμενο – από το υπουργείο «προστασίας του πολίτη».
Και ακριβώς γι’ αυτό η αστυνομία απολαμβάνει πολιτικής νομιμοποίησης-επιβράβευσης στο δολοφονικό της έργο. Σε όλες τις περιπτώσεις αστυνομικής βαρβαρότητας στήνονται πολυεπίπεδοι μηχανισμοί συγκάλυψης, για να εξασφαλίσουν πως οι μπάτσοι δεν θα έχουν καμία συνέπεια για τις πράξεις τους, και πως θα συνεχίσουν ανενόχλητοι να κρίνουν ποιες ζωές είναι άξιες να βιωθούν – και ποιες όχι. Σε όλες τις περιπτώσεις αστυνομικής βαρβαρότητας στήνονται πολυεπίπεδοι μηχανισμοί συγκάλυψης, για να επιβάλλουν ως κανονική ακριβώς αυτήν τη βαρβαρότητα.
Κατ’ αντιστοιχία, η συγκάλυψη της αστυνομικής βαρβαρότητας εγγυάται από το ίδιο υπουργείο, που «κάνει πλάτες» στους υπαλλήλους του. Σε πρώτο χρόνο, οι κατά τόπους αστυνομικές διευθύνσεις είναι αυτές που αναλαμβάνουν να κατασκευάσουν τα υπερασπιστικά αφηγήματα, και να τα διοχετεύσουν στα (τοπικά) μέσα ενημέρωσης, ώστε να διαχυθεί η δική τους αφήγηση.
Ανάμεσα στα δεκάδες καθημερινά περιστατικά αστυνομικής βίας, μόλις λίγα καταφέρνουν να πάρουν δημοσιότητα ως τέτοια. Και από αυτά, μόνο ένα μικρό ποσοστό επιτυγχάνει να «αναμετρηθεί» με τη δικαιοσύνη – είτε την αστική δικαιοσύνη, όπως εφαρμόζεται μέσα από το δικαστικό σύστημα, είτε την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως διαμορφώνεται από το «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιότητα είναι καθοριστική ώστε να μην θαφτεί κανένα έγκλημα: Αναπόφευκτα αποτελεί ένα βάρος που «σηκώνει» ο περίγυρος των θυμάτων της αστυνομικής βίας, επιζώντων ή νεκρών – βάρος το οποίο οφείλει να «ανακουφίσει» ο κόσμος του αγώνα, συνεισφέροντας με φαντασία και ευρηματικότητα στην οργάνωση δράσεων και στην περαιτέρω δημοσιοποίηση, στην ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, ασκώντας πίεση, συνομιλώντας με το πένθος, σημαδεύοντας την κοινωνική μνήμη. Η «συνάντηση» αυτή είναι ικανή να φωτίσει νέα μονοπάτια όσον αφορά το ζήτημα της δικαιοσύνης.
Έναν χρόνο πριν γράφαμε πως «η συγκάλυψη δεν πολεμάει την αλήθεια, αλλά τη φωνή, το ανάστημα και τον αγώνα της κοινωνίας». Και είναι η ίδια η κοινωνία αυτή που, μόλις με τη φωνή της, απλά συζητώντας για ένα περιστατικό, πρώτη θα βάλει το λιθαράκι για την απόδοση δικαιοσύνης. Η δική μας εμπειρία δείχνει πως η θεσμική δικαιοσύνη, η δικαστική εξουσία, συνήθως ακολουθεί την κοινωνική πίεση που ασκείται, ειδικά γύρω από υποθέσεις αστυνομικής βίας. Οι διώξεις που ασκούνται σε ποινικό επίπεδο, συνήθως γίνονται αφότου έχουν αποδοθεί πρώτα κοινωνικά οι κατηγορίες.
Η συγκάλυψη είναι μια διαρκής διαδικασία, που παραμένει σε ισχύ ακόμα και όταν τα «περιστατικά» γίνονται (νομικές) «υποθέσεις». Το αστυνομικό αφήγημα επιχειρείται να επιβληθεί σε κάθε σημείο αυτών των υποθέσεων: Από τις «διαρροές» ή τις «έγκυρες πληροφορίες» στα media, τις ΕΔΕ, τις ανακοινώσεις των συνδικαλιστικών οργάνων της αστυνομίας, τις προκαταρκτικές έρευνες, τις ανακρίσεις, κ.ο.κ.
Σε κάθε σημείο αυτών των υποθέσεων φαίνεται ο βαθμός διαπλοκής μεταξύ αστυνομίας και δικαστικής αρχής: Φανερές και υπόγειες συνομιλίες, δικαστήρια ζωσμένα με μπάτσους κατά την ανάκριση των συναδέλφων τους, δικογραφίες για την υπεράσπιση των μπάτσων που προβάρονται ενώπιον δικαστικών (όπως η υπόθεση Μπελιβάνη). Κυρίως όμως, σε κάθε σημείο αυτών των υποθέσεων φαίνεται το μέγεθος της βούλησης του ελληνικού κράτους να προστατέψει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο τους φονιάδες του. «Αυτό που αποκαλείται συγκάλυψη, αποτελεί στην ουσία μια επιθετική αναδιατύπωση της πραγματικότητας, με πρωταρχικό σκοπό την επίδειξη της υπεροχής των κυρίαρχων, και τη διατήρηση της ολοκληρωτικής επίθεσης στην καθημερινότητα των από κάτω».
Στον αντίποδα, σε υποθέσεις όπου στοχοποιούνται αγωνιστές και αγωνίστριες, το αστυνομο-δικαστικό σύμπλεγμα επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση. Όταν μπαίνουν στο στόχαστρο οι αγώνες, όταν δηλαδή το κράτος επιχειρεί να κάμψει την κοινωνική αντίσταση, όλες οι διαδικασίες γίνονται fast-track, και μη επαρκείς ενδείξεις επιστρατεύονται ως αδιάσειστα στοιχεία. Την ίδια στιγμή, η μιντιακή κάλυψη αυτών των υποθέσεων χτίζεται με διαδοχικά, συμπληρωματικά μεταξύ τους, άρθρα και ρεπορτάζ, που αναπαράγουν τα αστυνομικά σενάρια, διανθίζοντάς τα όμως με κινηματογραφικού τύπου αφηγήσεις των γεγονότων, και αυθαίρετες υποθέσεις όσον αφορά τα ψυχολογικά προφίλ των διωκόμενων. Η ανάσυρση της υπόθεσης Marfin για 3η φορά, μετά από 16 χρόνια, είναι απολύτως ενδεικτική. Επιχειρώντας να κλείσει παραδειγματικά τον λογαριασμό των μαζικών αντιμνημονιακών κοινωνικών αγώνων, το κατασταλτικό επιτελείο αποφάσισε πως εξιχνίασε την υπόθεση, παρουσιάζοντας –κατά κοινή ομολογία– αμφιβόλου βαρύτητας ενδείξεις. Κι όμως, και τα 3 άτομα που «φωτογραφήθηκαν» στο επικοινωνιακό σόου της καταστολής προφυλακίστηκαν μέσα σε λίγες μέρες.
Κλείνουμε επαναφέροντας τη συζήτηση στον αγώνα. Στον συλλογικό αγώνα, που οργανώνεται οριζόντια και ανοίγει μέτωπα από τα κάτω – από τη σκοπιά και το συμφέρον των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, των απόκληρων και των περιθωριοποιημένων. Στον αγώνα που κουβαλάει εξ ορισμού το όραμα ενός δίκαιου κόσμου – στον αγώνα που κάθε βήμα είναι εξερεύνηση της δικαιοσύνης στο εδώ και στο τώρα.
Επιμένουμε να προτάσσουμε πως το να αγωνίζεσαι δεν είναι κάτι σύνθετο. Απλά βήματα, μικρά, φαντασία, δοκιμή, επαναπροσδιορισμός, ρίσκο, πίστη, συζήτηση. Συλλογικά και οριζόντια. Για να γυρίσουμε τον κόσμο ανάποδα.
ΜΟΝΟ ΑΜΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΣΑΙ ΑΓΩΝΙΖΕΣΑΙ ΠΟΛΕΜΑΣΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΛΠΙΖΕΙΣ
ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
ανοιχτή συνέλευση για την κρατική δολοφονία του Κώστα Μανιουδάκη
anoixti_kmanioudakis_xania@espiv.net
anoixti4kmanioudakis.noblogs.org
media:
Εισήγηση_εκδήλωσης_Ο_δικαστικός_εμπαιγμός_ως_μέρος_της_συγκάλυψης_της_αστυνομικής_βίας.pdf
