Οι πρόσφατες εξελίξεις στη γεωπολιτική σκακιέρα της ευρύτερης περιοχής μας δυστυχώς δικαιώνουν όσους ήμασταν επιφυλακτικοί με τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης περί ενίσχυσης της θέσης της Ελλάδας και διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας. Αποδείχθηκαν επικοινωνιακές ρητορείες μιας χρήσεως, αποκλειστικά για το εσωτερικό ακροατήριο.
Αυτές τις μέρες ζούμε το τέλος της πολιτικής των «ήρεμων νερών», την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπηρέτησε με αντιφάσεις και με μικροπολιτικούς υπολογισμούς, χωρίς εθνικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Ασφαλώς δεν θα συνταχθούμε με τις πολεμοχαρείς κραυγές όσων θα επιθυμούσαν τα νερά ανάμεσα στις δύο χώρες μας να ταραχθούν ανεπανόρθωτα. Η επιλογή της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να είναι οι σχέσεις καλής γειτονίας και οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την άλλη πλευρά, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η χώρα μας δεν πρέπει να έχει μια αξιόπιστη πολιτική υπεράσπισης των εθνικών της συμφερόντων και της κυριαρχίας της. Μια πολιτική διαμορφωμένη με διαφάνεια και ειλικρίνεια πρωτίστως στο εσωτερικό της χώρας, με τη συμβολή και τη συναίνεση όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων.
Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν σεβάστηκε η κυβέρνηση. Και τα επίχειρα της επιλογής αυτής σήμερα τα πληρώνουμε όλοι. Τι πετύχαμε άραγε σε αυτά τα χρόνια εφαρμογής της πολιτικής των «ήρεμων νερών»; Η ώρα του απολογισμού και της αξιολόγησης έφτασε και η τελική αποτίμηση θα είναι επικίνδυνα φτωχή.
Γιατί σε όλο αυτό το διάστημα της σχετικής ηρεμίας στις διμερείς μας σχέσεις, η Ελλάδα επένδυσε σε υπέρογκα εξοπλιστικά προγράμματα, χωρίς όμως καμία συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και χωρίς τη δέσμευση ότι οι εταίροι μας δεν θα προμηθεύουν με στρατιωτικό εξοπλισμό την Τουρκία όσο αυτή θα παραμένει αναθεωρητική δύναμη.
Από την άλλη, η Τουρκία ενίσχυσε σαφώς τη θέση της διεθνώς αλλά και στην περιοχή μας. Φιλοξένησε πρόσφατα τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη και ταυτόχρονα, στις αρχές Αυγούστου, συνυπέγραψε την κοινή αμυντική συμφωνία της Μέκκας με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, η οποία χαρακτηρίστηκε ως «σουνιτικό ΝΑΤΟ» και προβλέπει αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή των τριών χωρών, αλλάζοντας τις περιφερειακές ισορροπίες. Αισθάνεται μάλιστα τόση αυτοπεποίθηση, που προετοιμάζει το περίφημο νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια πατρίδα», ανακηρύσσοντας θαλάσσια πάρκα που ξεπερνούν την αιγιαλίτιδα ζώνη της.
Ακόμα και ο πιο φανατικός υπέρμαχος της κυβέρνησης δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η χώρα μας διαθέτει αντίστοιχη αυτοπεποίθηση. Παραμένει εγκλωβισμένη σε μια φοβική και μονοδιάστατη πολιτική, που επικαλείται ευκαιριακά το διεθνές δίκαιο, τη στιγμή που για την Ελλάδα θα έπρεπε να είναι σημαία ή που συντάσσεται πλήρως και χωρίς καμία διαφοροποίηση με την ακραία πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου σε μια σχέση που κινδυνεύει να αποβεί βλαπτική για τα εθνικά μας συμφέροντα.
Χρειάζεται, επομένως, να ανατάξουμε τους όρους αυτής της εθνικής ήττας που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας και να ξαναβρούμε την εθνική μας αυτοπεποίθηση. Ασφαλώς η αμυντική επάρκεια της χώρας μας είναι πρώτιστης σημασίας αγαθό, αλλά θα πρέπει να συνδυάζεται με μια συνεπή εθνική στρατηγική που θα προστατεύει αδιαπραγμάτευτα τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.
Αυτό όμως δεν θα το πετύχουμε με κενές ρητορείες ούτε με μια επίπλαστη εικόνα επιτυχίας που διαψεύδεται από τα γεγονότα. Θα το πετύχουμε με μια επιστροφή στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με την ενίσχυση των διεθνών συμμαχιών της χώρας μας πάντα στη βάση του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και της απόρριψης του αναθεωρητισμού, με την αμυντική μας θωράκιση με ενεργό συμμετοχή των δικών μας παραγωγικών δυνατοτήτων.
Αυτά είναι τα υλικά με τα οποία φιλοδοξούμε να οικοδομήσουμε συλλογικά έναν νέο πατριωτισμό, με δημοκρατία, διαφάνεια και αυτοπεποίθηση.
*Δικηγόρος, LLM
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
