Τελευταία νέα
ΗΠΑ: Απελάθηκε στη Βρετανία ο ακροδεξιός ομογενής Μίλο Γιαννόπουλος Συνελήφθη ειδικός φρουρός για σεξουαλική παρενόχληση ανήλικης Συναγερμός στην Ευρώπη για το φυσικό αέριο: Σε χαμηλό 13 ετών τα αποθέματα Drone και βόμβες στη Λειψία: Ο Μερτς θα τα παίξει όλα για όλα κατά της Ρωσίας Εκρηκτική η κατάσταση στην Κρήτη με τους πρόσφυγες Νέο πογκρόμ Ισραηλινών εποίκων κατά Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη ΠΑΟΚ: Θλάση ο Λουσέ και εκτός αποστολής για το Περιστέρι Στην Αμυνα ποντάρουν οι εταιρείες τεχνολογίας FIR Αθηνών: Έκλεψαν από την ΥΠΑ τα καλώδια για την εγκατάσταση συστήματος επικοινωνιών- Είχαν χαλκό Η παραδοσιακή Γιορτή της Σαρδέλας την Κυριακή στο λιμάνι της Πρέβεζας Πυρκαγιά στην Εγνατία Οδό στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας – Ξεκίνησε από φορτηγό και επεκτάθηκε σε χαμηλή βλάστηση Ολυμπιακός: Χωρίς Ροντινέι αλλά με Γκονσάλες στην Τρίπολη
Efsyn.gr

Οι ταινίες της εβδομάδας: Καινούργιος, αλλά βαρετός Ρίντλεϊ Σκοτ

Παρά το αστραφτερό πρωταγωνιστικό δίδυμο των Τζέικομπ Ελόρντι – Τζος Μπρόλιν, «Ο Αστερισμός του Σκύλου» μάς έκανε να αναρωτηθούμε πού χάθηκε η οξυδερκής ματιά ενός οραματιστή κινηματογραφιστή

Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα
(Teenage Sex and Death at Camp Miasma, Η.Π.Α., 2026, 112’)
• Σκηνοθεσία: Τζέιν Σένμπρουν
• Ηθοποιοί: Χάνα Αϊνμπιντερ, Τζίλιαν Αντερσον, Τζακ Χέιβεν
Η καινούργια ταινία του ταλαντούχου Τζέιν Σένμπρουν, (Queer Φοίνικας στο 79ο Φεστιβάλ των Καννών και ταινία έναρξης του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα), που το 2024 σκηνοθέτησε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς («ISawtheTVGlow»), επιστρέφει με μια queer ταινία, βουτηγμένη στο αίμα, το ακομπλεξάριστο χιούμο, γεμάτη με πλάνα από σοκολάτες, ζελεδάκια και ένα σχόλιο για την ανάγκη να βρούμε τον πραγματικό εαυτό μας, απελευθερωμένοι από τις κοινωνικές συμβάσεις.
Η νεαρή κινηματογραφίστρια Κρις μεγαλωμένη με τα horror των ’80s-’90s, θέλει να αναβιώσει το ξεχασμένο «CampMiasma», όπου ένας gender-fluid δολοφόνος τρομοκρατεί κατασκηνωτές. Για να το πετύχει, αναζητά την 60χρονη πλέον πρωταγωνίστρια των original ταινιών, Μπίλυ Πρέστον, που ζει απομονωμένη. Η συνάντησή τους οδηγεί σε ένα αιματοβαμμένο χάος πόθου, τρόμου και τρέλας.
Το Σένμπρουν αποτελεί σίγουρα μία από τις πιο φρέσκες φωνές του ανεξάρτητου κινηματογράφου και στη νέα του ταινία αποδεικνύει ότι, πέρα από τη σκοτεινή και μελαγχολική δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους, μπορεί να παραδώσει μια πιο ανάλαφρη, αλλά εξίσου προκλητική και ανατρεπτική ταινία. Καταφέρνει με ιδιαίτερα έξυπνο τρόπο να αποδομήσει αλλά και να τιμήσει το είδος του τρόμου, δημιουργώντας μια πιο ευκολοχώνευτη ταινία, ενώ παράλληλα, κινείται ανάμεσα σε δύο αφηγηματικούς άξονες που σταδιακά συγκλίνουν.
Στον πρώτο άξονα, η ταινία εξερευνά την ανακάλυψη της προσωπικής και σεξουαλικής μας ταυτότητας, τη συμφιλίωσή μας με το φαντασιακόκαι τις διάφορες πτυχές του εαυτού μας αλλά και την ανάγκη να διαπεράσουμε τον τοίχο των προκαταλήψεών μας, ώστε τελικά να μπορέσουμε να αποδεχτούμε το ποιοι πραγματικά είμαστε. Πάνω σε αυτόν άξονα το Σένμπρουν κατασκευάζει τον χαρακτήρα της Κρις, που ουσιαστικά είναι το alteregoτου, η οποία μέσα από την συνάντησή της με την πρωταγωνίστρια της πρώτης ταινίας «CampMiasma», που την υποδύεται η υπέροχη πάντα Τζίλιαν Άντερσον, ανακαλύπτει τελικά το ποια πραγματικά είναι και διεκδικεί τον αληθινό της εαυτό.
Στον δεύτερο άξονα το έργο λειτουργεί ως ένα φόρος τιμής αλλά και μια αποδήμηση των ταινιών τρόμου που μεγάλωσε η Κρίς. Εδώ μέσα από μια αστεία και σατιρική προσέγγιση, το Σένμπρουν θέτει το ερώτημα: κατά πόσο έργα που μπορεί να μας παρακίνησαν να γίνουμε καλλιτέχνες ή μπορεί να σημάδεψαν την παιδική και εφηβική μας ηλικία και ως ένα βαθμό να καθόρισαν το προσωπικό μας γούστο, μπορούν τώρα που επανεξετάζονται με τα σημερινά δεδομένα και προκύπτουν διάφορες προβληματικές γύρω από την κατασκευή τους (π.χ. την δεκαετία του ’80, το είδος τρόμου σίγουρα μπορεί να κατηγορηθεί για μισογυνισμό), μπορούμε ακόμα να τα αγαπάμε. Αυτή τη σχέση αγάπης-μίσους το Σένμπρουν την «δένει» αριστουργηματικά με τον πρώτο άξονα, χωρίς ποτέ η ταινία να χάνει την camp αισθητική της και να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό της.
H προσκόλληση στην αυτοαναφορικότητα μαζί με την μέτα-αφήγηση, υπερφορτώνουν σίγουρα το δεύτερο μισό της ταινίας και όπως και στην προηγούμενη δουλειά του, η αφήγηση γίνεται σταδιακά γρήγορη και αποκτά μια πιο σουρεαλιστική προσέγγιση, χάνοντας την ευκαιρία να αναπτύξει καλύτερα τις θεματικές του. Αυτό που βλέπεις όμως έχει μια αλήθεια, είναι ένα διαφορετικό βλέμμα, μια ιστορία που αξίζει να την παρακολουθήσεις.

Ο Αστερισμός του Σκύλου
(The Dog Stars, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, 2026, 118’)
• Σκηνοθεσία: Ρίντλεϊ Σκοτ
• Ηθοποιοί: Τζέικομπ Ελόρντι, Τζος Μπρόλιν, Μάργκαρετ Κουόλι
Η νέα ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πίτερ Χέλερ, αφηγείται την ιστορία του Χιγκ, ενός νεαρού πιλότου που, μαζί με τον ειδικό στην επιβίωση Μπάνγκλεϊ, έχει δημιουργήσει ένα λειτουργικό αλλά απομονωμένο καταφύγιο σε έναν σκληρό μετα-αποκαλυπτικό κόσμο. Όταν όμως ο Χιγκ λαμβάνει ένα μυστηριώδες ραδιοφωνικό μήνυμα, αποφασίζει να βγει από την ασφάλεια του καταφυγίου και να αναζητήσει την ελπίδα και την ανθρωπιά που εξακολουθεί να πιστεύει πως υπάρχουν.
Είναι οδυνηρό, μερικές φορές, να παρακολουθείς τη νέα δουλειά ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου και να αναρωτιέσαι πού έχει χαθεί εκείνη η οξυδερκής σκηνοθετική ματιά, η ματιά ενός οραματιστή κινηματογραφιστή που εδώ μοιάζει να έχει κρατήσει μόνο μερικά ψήγματα της σκηνοθετικής του ευφυΐας. Το τελικό αποτέλεσμα του νέου εγχειρήματός του Ρίντλεϊ Σκοτ μοιάζει περισσότερο με μια συρραφή και ανακύκλωση γνώριμων ιδεών γύρω από έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο, παρά με μια ταινία που έχει κάτι ουσιαστικά καινούργιο να πει.
Ξεδιπλώνει μια ιστορία δίχως ανατροπές, μέσα από έναν αργό ρυθμό, επιλέγοντας να δώσει προτεραιότητα στην ανθρώπινη διάσταση, στη σημασία της επικοινωνίας και την ανάγκη για συντροφιά. Γνωρίζει βέβαιαπώς να διαχειρίζεται τον αφηγηματικό ρυθμό, μετακινείται με άνεση ανάμεσα στις σκηνές εξερεύνησης, περισυλλογής, – διαμορφώνοντας έτσι το πορτρέτο του Χιγκ μέσα από μεγάλες σιωπές και πανοραμικά πλάνα μιας εντυπωσιακής φύσης, που αναδεικνύουν την απομόνωσή -, και τις σκηνές δράσης, που ακόμα και αυτές όμως μοιάζουν απλώς αντιγραφή από άλλες ταινίες και σειρές του είδους, όσο εντυπωσιακές και να είναι.
Η ευκολία με την οποία εναλλάσσει τον κινηματογραφικό ρυθμό αποτελεί ίσως το μοναδικό στοιχείο που προσδίδει κατά διαστήματα δυναμική στην ταινία. Το αδιαμφισβήτητο σκηνοθετικό του ταλέντο μοιάζει εδώ να σπαταλιέται σε μια ιστορία που παραμένει άνευρη, χωρίς συναισθηματικό βάθος και πλαισιώνεται από κλισέ μονοδιάστατους χαρακτήρες.

Γράμματα Αγάπης
(Love Letters, Γαλλία, 2025, 96’)
• Σκηνοθεσία: Αλίς Ντουάρ
• Ηθοποιοί: Ελα Ρουμφ, Μόνια Τσόκρι, Νοεμί Λβόβσκι
Η Σελίν περιμένει το πρωτότοκο παιδί της. Αλλά δεν είναι αυτή που είναι έγκυος. Σε τρεις μήνες, η σύζυγός της, Νάντια, θα γεννήσει την κόρη τους. Για να μπορέσει να αναγνωριστεί από τις αρχές ως γονιός αυτού του παιδιού, η Σελίν πρέπει να συγκεντρώσει συστατικές επιστολές από 15 ανθρώπους του κοντινού και του ευρύτερου περιβάλλοντός της. Θα τα καταφέρει;
Η Αλίς Ντουάρ σκηνοθετεί ένα λιτό, χωρίς μεγάλες εντάσεις και αφηγηματικά γνώριμο δράμα, – υποψήφιο για Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Καννών το 2025 και βραβευμένο με το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος το 2026 – , πουλόγω των δύο πρωταγωνιστριών(Ελα Ρουμφ & Μόνια Τσόκρι)και της χημείας που υπάρχει μεταξύ τους, καταφέρνει να ξεχωρίσει.
Η ταινία κινείται με έναν διακριτικό τρόπο ανάμεσα στη ρεαλιστική απεικόνιση των προβλημάτων που βιώνει το ζευγάρι και την αγάπη που τις ενώνει, προσπαθώντας να ξεπεράσουν όχι μόνο τις δυσκολίες της εγκυμοσύνης, αλλά και να έρθουν αντιμέτωπες με έναν παράλογο και άνισο νόμο.
Το ζεστό και ανθρώπινο πλαίσιο που δημιουργεί η σκηνοθέτις, έχοντας και η ίδια ανάλογη εμπειρία, καθώς απέκτησε την κόρη της με τη σύζυγό της το 2018 και χρειάστηκε να την υιοθετήσει για να αναγνωριστεί νομικά ως μητέρα της, μπορεί να μην φαίνεται ανά στιγμές ενδιαφέρον ή κινηματογραφικά θελκτικό, αλλά βοηθάει ώστε να συνδεθείς με τις πρωταγωνίστριες, να τις βιώσεις ως ανθρώπους, να αντιληφθείς τις δυσκολίες τους, αλλά και να νιώσεις τη χαρά τους, την αφοσίωση και την αγάπη τους για το επερχόμενο παιδίκαι για τη σχέση τους. Έτσι δίχως υπερβολές η Ντουάρ φέρνει στην επιφάνεια τις κοινωνικές προεκτάσεις του νομικού πλαισίου και ταυτόχρονα αφηγείται μια τρυφερή ιστορία αγάπης.

Το Τέλος της Οδού Όουκ
(The End of Oak Street, ΗΠΑ, 2026, 99’)
• Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ
• Ηθοποιοί: Αν Χάθαγουεϊ, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Μέισι Στέλα
Ένα μυστηριώδες κοσμικό φαινόμενο μεταφέρει την Οδό Όουκ και ολόκληρη τη γειτονιά σε έναν άγνωστο τόπο. Η οικογένεια Πλατ βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με μια αδιανόητη πραγματικότητα και, καθώς προσπαθεί να επιβιώσει και να επιστρέψει, ανακαλύπτει πως η μεγαλύτερη δύναμή της είναι οι οικογενειακοί δεσμοί.
Ο δημιουργός του υπέροχου «Σε Ακολουθεί» («It Follows», 2014), Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριο της νέας του ταινίας, μοιάζοντας εδώ να έχει ξεχάσει όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν την δεύτερη μεγάλου μήκους του, έναν εξαιρετικό συνδυασμό τρόμου και παραβολής. Στη νέα του ταινία επιχειρεί να μετατρέψει την παρωχημένη ιδέα της εισβολής δεινοσαύρων σε ένα αμερικανικό προάστιο, σε μια κλασική αλληγορία για την ψευδαίσθηση του Αμερικανικού Ονείρου και την επίπλαστη ασφάλεια που υποτίθεται ότι προσφέρουν οι ήσυχες και καλά απομονωμένες περιοχές των προαστίων, ενώ παράλληλα, προσπαθεί να μετατοπίσει το βάρος της αφήγησης στο οικογενειακό δράμα.
Όλα τα παραπάνω παρουσιάζονται μέσα από χιλιοειπωμένες σεναριακές ιδέες, υπερβολές και στερεοτυπικούς χαρακτήρες, σε μια ταινία που προσπαθεί διαρκώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην κακόγουστη κωμωδία, τον ανύπαρχτο τρόμο και το ρηχό δράμα. Ο Μίτσελ σκηνοθετεί ανέμπνευστα και διεκπεραιωτικά, χωρίς ρυθμό. Στην αρχή στήνει μια σειρά από υποπλοκές που δημιουργούν την προσδοκία ότι θα εξερευνηθούν σε βάθος, όμως όσο η ταινία κυλάει, όλες παραμερίζονται και εγκαταλείπονται, για να δώσουν τη θέση τους σε μια άχαρη και φτηνή εκδοχή του «Τζουράσικ Παρκ». Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία χωρίς ένταση, χωρίς εκπλήξεις, σαν μια άψυχη κατασκευή, που σε αφήνει παγερά αδιάφορο.

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ
Μυστικά και Ψέματα
(Secrets & Lies, Μ. Βρετανία, 1996, 136’)
• Σκηνοθεσία: Μάικ Λι
• Ηθοποιοί: Μαριάν Ζαν-Μπατίστ, Τίμοθι Σπολ, Φίλις Λόγκαν
Η Ορτάνς, μια νεαρή μαύρη οπτομέτρης, αναζητά τη βιολογική της μητέρα και ανακαλύπτει πως είναι μια λευκή γυναίκα της εργατικής τάξης, που ζει στο ανατολικό Λονδίνο με μια δυσλειτουργική οικογένεια γεμάτη τραύματα και μυστικά. Το αριστούργημα του Μάικ Λι εξερευνά, μέσα από ένα οικογενειακό δράμα, έννοιες όπως η μνήμη και η ταυτότητα, αλλά και τον ρόλο της ταξικής θέσης και την ανάγκη να αγαπήσουμε και να μας αγαπήσουν.
Ο Λι ισορροπεί μεταξύ δράματος και χιούμορ, αποτυπώνοντας με ρεαλισμό και ειλικρίνεια τις σχέσεις των χαρακτήρων του, δημιουργώντας ένα διαχρονικό έργο που μιλά για μεγάλα θέματα μέσα από την ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας. Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Καννών, 1996 και πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Σκηνοθέτη, Πρωτότυπου Σεναρίου, Α’ και Β’ Γυναικείου Ρόλου).

Πού Είναι Το Σπίτι Του Φίλου Μου;
(Where Is The Friend’s House?, Ιράν, 1987, 88’)
• Σκηνοθεσία: Αμπάς Κιαροστάμι
• Ηθοποιοί: Μπαμπάκ Αχμαντπούρ, Αχμάντ Αχμαντπούρ
Ο Αχμάντ παίρνει κατά λάθος το τετράδιο του συμμαθητή του, Ρεζά. Για να τον γλιτώσει από την αποβολή, ξεκινά να βρει το σπίτι του στο γειτονικό χωριό και να του το επιστρέψει. Το πρώτο μέρος της άτυπης «Τριλογίας του Κοκέρ», βραβευμένο με το FIPRESCI καθώς και με τη Χάλκινη Λεοπάρδαλη στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, είναι ένα λιτό δράμα, μια εξερεύνηση της καθημερινότητας μέσα από τη ρεαλιστική αλλά και ποιητική ματιά του μεγάλου Ιρανού δημιουργού.
Η περιπλάνηση του Αχμάντ ξεδιπλώνει στον θεατή τη ζωή της αγροτικής κοινωνίας του Ιράν και τον καλεί να αναλογιστεί τη δύναμη που κρύβουν οι μικρές πράξεις αλληλεγγύης και το πώς ο κόσμος μας θα μπορούσε να αλλάξει, αν προσπαθούσαμε πιο συχνά να πράττουμε το σωστό, κόντρα στις αντίξοες συνθήκες της καθημερινότητας.

Στάσου Πλάι μου
(Stand by Me, Η.Π.Α., 1986)
• Σκηνοθεσία: Ρομπ Ράινερ
• Ηθοποιοί: Γουίλ Γουίτον, Ρίβερ Φίνιξ, Κόρεϊ Φέλντμαν
Ένας συγγραφέας αναπολεί ένα ταξίδι που έκανε ως παιδί μαζί με τους φίλους του, προκειμένου να δουν από κοντά το σώμα ενός αγοριού που είχε εξαφανιστεί στο δάσος. Βασισμένη στη νουβέλα του Στίβεν Κινγκ «The Body», η ταινία του Ρομπ Ράινερ αποτελεί μια υπέροχη ωδή στην παιδική φιλία. Με ένα εξαιρετικό καστ, στο οποίο ξεχωρίζει ο Ρίβερ Φίνιξ, πρόκειται για μια κλασική ταινία ενηλικίωσης που εξερευνά με ευαισθησία και τρυφερότητα το πέρασμα από την παιδική αθωότητα στη σκληρή πραγματικότητα της ενηλικίωσης, μέσα από μια καλοκαιρινή αναζήτηση που αναδεικνύει θέματα όπως η φιλία, η αποδοχή, η απώλεια και η ευαλωτότητα.

Αποχαιρετισμός στα Όπλα
(A Farewell to Arms, Η.Π.Α., 1932, 88’)
• Σκηνοθεσία: Φρανκ Μπορζέιτζ
• Ηθοποιοί: Ελεν Χέις, Γκάρι Κούπερ, Αντόλφ Μενζού
Ένας νεαρός Αμερικανός εθελοντής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ερωτεύεται τη Βρετανίδα νοσοκόμα Κάθριν Μπάρκλεϋ. Όταν τραυματίζεται και κινδυνεύει να εκτελεστεί, λιποτακτεί και δραπετεύει μαζί της στην Ελβετία. Πρώτη διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του Χέμινγουεϊ, βραβευμένη με δύο Όσκαρ, με δύο εξαιρετικές ερμηνείες από την Έλεν Χέις και τον Γκάρι Κούπερ, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη ρομαντική πλευρά της ιστορίας, ενισχύοντάς την με μελοδραματικά στοιχεία και αφήνοντας στην άκρη τις πιο ουσιαστικές πλευρές του βιβλίου.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...