Η ακρίβεια καλπάζει και στο κυβερνητικό επιτελείο φαίνεται πως αναζητούνται επειγόντως τρόποι να παρουσιαστεί η πραγματικότητα λίγο πιο… εύπεπτη. Γιατί όταν το κόστος ζωής πιέζει καθημερινά τα νοικοκυριά, οι αριθμοί δεν βολεύουν ιδιαίτερα το αφήγημα της κυβέρνησης.
Και κάπως έτσι, δίπλα στις εξαγγελίες, τις «πρωτοβουλίες» και τις πανηγυρικές ανακοινώσεις, εμφανίζονται και εφαρμογές που υπόσχονται να σώσουν τον καταναλωτή από την ακρίβεια.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: ο καταναλωτής δεν ζει μέσα σε εφαρμογή.
Πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ, βλέπει τις τιμές και πληρώνει. Και εκεί δεν υπάρχει κανένα κουμπί «παράκαμψης ακρίβειας».
Η κυβέρνηση μπορεί να διαφημίζει την Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών και να πανηγυρίζει για τις μειώσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα, όμως η συνολική εικόνα της οικονομίας εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα. Τον Ιούλιο, πράγματι, καταγράφηκαν θετικές ενδείξεις σε ό,τι αφορά τις τιμές των τροφίμων, με τον πληθωρισμό τροφίμων στην Ελλάδα να εμφανίζεται μειωμένος.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ξαφνικά λύθηκε το πρόβλημα της ακρίβειας. Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια συσσωρευμένη επιβάρυνση των προηγούμενων ετών, ενώ οι προβλέψεις για το 2026 εξακολουθούν να δείχνουν πληθωρισμό αρκετά πάνω από τον στόχο του 2%.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα.
Όταν το κυβερνητικό μήνυμα είναι «οι τιμές μειώνονται», αλλά ο πολίτης συνεχίζει να αισθάνεται ότι ο μισθός του εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, υπάρχει ένα χάσμα που δεν κλείνει με δελτία Τύπου.
Κι αν η λύση είναι να ανοίξει ο πολίτης μια εφαρμογή για να ψάξει αν το γάλα είναι φθηνότερο στο ένα κατάστημα ή το λάδι στο άλλο, τότε μάλλον έχουμε φτάσει σε ένα νέο επίπεδο κυβερνητικής «προστασίας» του καταναλωτή: το κράτος σηκώνει τα χέρια ψηλά και λέει στον πολίτη «ψάξε καλύτερα».
Και κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία η εφαρμογή «Poso kanei», η οποία παρουσιάστηκε ως ψηφιακό εργαλείο σύγκρισης τιμών, σε συνέχεια της λογικής του e-katanalotis.
Η ιδέα μπορεί να ακούγεται χρήσιμη. Το επικοινωνιακό περιτύλιγμα, όμως, φαίνεται πως ξεπέρασε κάθε όριο.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά την παρουσίαση της εφαρμογής η διοικήτρια της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, Δέσποινα Τσαγκάρη, είχε ετοιμάσει ακόμη και στίχους για την προώθησή της. Μάλιστα, φέρεται να τραγούδησε ενώπιον του πρωθυπουργού, με το «Πόσο κάνει, πόσο κάνει» να αποκτά μια διάσταση που μάλλον κανείς δεν είχε προβλέψει.
Κι εδώ η υπόθεση θα μπορούσε απλώς να είναι ένα γραφικό στιγμιότυπο κυβερνητικής παρουσίασης, αν δεν υπήρχε και το οικονομικό σκέλος.
Γιατί, σύμφωνα με την καταγγελλόμενη εκδοχή, το κόστος της εφαρμογής ανέρχεται περίπου στις 400.000 ευρώ, με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Τετρακόσιες χιλιάδες ευρώ για να μάθει ο πολίτης πού θα βρει φθηνότερα το προϊόν.
Την ώρα που η κυβέρνηση διαφημίζει την ψηφιακή της αποτελεσματικότητα, ο πολίτης θα μπορούσε να κάνει μια ακόμη πιο απλή και πολύ φθηνότερη εφαρμογή: να κοιτάξει το πορτοφόλι του.
Εκεί θα βρει αμέσως την απάντηση στο «πόσο κάνει».
Και θα διαπιστώσει κάτι που καμία κυβερνητική εφαρμογή δεν μπορεί να αλλάξει: ότι η ακρίβεια δεν είναι διαγωνισμός εύρεσης της χαμηλότερης τιμής. Είναι το συνολικό κόστος ζωής.
Είναι το νοίκι. Είναι το ρεύμα. Είναι τα καύσιμα. Είναι το σούπερ μάρκετ. Είναι οι υπηρεσίες. Είναι όλα εκείνα που αθροίζονται στο τέλος του μήνα και αφήνουν τον πολίτη να αναρωτιέται πού πήγε ο μισθός του.
Η κυβέρνηση, βέβαια, έχει κάθε δικαίωμα να παρουσιάζει εφαρμογές, πρωτοβουλίες και μέτρα. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει είναι να ζητά από τους πολίτες να μπερδέψουν την επικοινωνία με την αποτελεσματικότητα.
Γιατί μια εφαρμογή σύγκρισης τιμών μπορεί να δείξει ποιο προϊόν είναι φθηνότερο. Δεν μπορεί να κάνει το εισόδημα του πολίτη μεγαλύτερο.
Δεν μπορεί να μειώσει το ενοίκιο.
Δεν μπορεί να εξαφανίσει τις αυξήσεις.
Δεν μπορεί να αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη που έχει χαθεί.
Και σίγουρα δεν μπορεί να κάνει την ακρίβεια να εξαφανιστεί επειδή κάποιος τραγούδησε «Πόσο κάνει, πόσο κάνει».
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσο κάνει η εφαρμογή.
Είναι πόσο κοστίζει τελικά στον πολίτη μια κυβέρνηση που, αντί να αντιμετωπίζει στη ρίζα της την ακρίβεια, επιμένει να επενδύει στην επικοινωνιακή διαχείρισή της.
Γιατί όταν η κοινωνία ζητά χαμηλότερες τιμές και βλέπει μπροστά της εφαρμογές, στίχους και παρουσιάσεις, υπάρχει ένας κίνδυνος που το Μαξίμου μάλλον θα έπρεπε να υπολογίσει:
ο πολίτης μπορεί να μην ξέρει πάντα «πού κάνει φθηνότερα», αλλά ξέρει πολύ καλά ποιος κυβερνά.
Και αυτό δεν διορθώνεται με κανένα app.
Διαβάστε περισσότερα
