Αν τα ονόματα των σύγχρονων αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων συμπληρώνονταν με έναν επιθετικό προσδιορισμό, όπως γινόταν στο παρελθόν με κάιζερ και αυτοκράτορες, τότε ο καγκελάριος Μερτς θα είχε ήδη κερδίσει τον δικό του: «Φρίντριχ, ο Μεγαλόστομος». Παρά τις κατά καιρούς προτροπές φίλων και επικρίσεις αντιπάλων, ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός αρέσκεται να ξεστομίζει μεγάλα λόγια, τα οποία όχι και λίγες φορές τα έχει βρει μπροστά του σε μετέπειτα χρόνους.
Μια από αυτές τις μεγαλόστομες διακηρύξεις που τώρα προσπαθεί να υποβαθμίσει λέγοντας πως «έχουν αλλάξει τώρα οι συνθήκες» αφορούσε το μέλλον της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD). Βρισκόμενος ακόμα στην αντιπολίτευση ο Μερτς με υπερβολική αυτοπεποίθηση είχε υποσχεθεί ότι όταν θα γίνει καγκελάριος «θα ρίξει τα ποσοστά της στο μισό». Ο Μερτς είναι περίπου ενάμιση χρόνο καγκελάριος και ώς τώρα η θητεία του μοιάζει με εγκαίνια ενός νέου διαδρόμου απογείωσης για το AfD. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2025 το ακροδεξιό κόμμα είχε λάβει ποσοστό 20,8% και η Χριστιανική Ενωση του Μερτς (CDU-CSU) 28,6%. Στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις σε ομοσπονδιακό επίπεδο έχουμε μια πλήρη αναστροφή αυτού του αποτελέσματος. Στο 28% το AfD και λίγο πάνω από το 20% οι Χριστιανοδημοκράτες.
Οι εκλογές στη Σαξονία-Ανχαλτ
Ο Μερτς βεβαίως δηλώνει ότι δεν ανησυχεί και ότι ο λογαριασμός θα γίνει στο τέλος της τετραετίας. Μόνο που οκτώ στους δέκα Γερμανούς αμφιβάλλουν αν θα βγάλει τετραετία. Από την άλλη κανένα από τα δημοκρατικά κόμματα δεν μοιάζει να έχει αντίδοτο για τη δυναμική που φαίνεται να αναπτύσσει η AfD σε ολόκληρη τη χώρα. Και στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας τα ποσοστά της είναι πλέον απειλητικά υψηλά.
Την Κυριακή ψηφίζουν στο κρατίδιo της Σαξονίας-Ανχαλτ. Ενα μικρό μεν κρατίδιο με 2,1 εκατομμύρια κατοίκους το οποίο, αν και «ανατολικό», γεωγραφικά βρίσκεται δυτικότερα του… Βερολίνου.
Εκεί η νίκη του AfD θεωρείται δεδομένη. Τα ποσοστά της σε όλες τις δημοσκοπήσεις βρίσκονται σταθερά στο 40% και λίγο παραπάνω. Αντίθετα οι Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς είναι λίγο πάνω από το 20% και οι συγκυβερνώντες στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση Σοσιαλδημοκράτες σταθερά μονοψήφιοι.
Ο μέχρι τώρα κυβερνητικός συνασπισμός των δύο πρώην μεγάλων μαζί με τους Φιλελεύθερους δεν έχει ελπίδα να αποκτήσει πλειοψηφία στην τοπική Βουλή, στην πρωτεύουσα του κρατιδίου στο Μαγδεμβούργο.
Ελπίδα αποτροπής αυτοδυναμίας
Αυτό που μοιάζουν να προσπαθούν να αποτρέψουν τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου είναι η αυτοδυναμία του ακροδεξιού κόμματος. Να κρατήσουν δηλαδή το AfD κάτω από το 45% που θεωρείται ότι είναι το κρίσιμο ποσοστό για την αυτοδυναμία και να ελπίζουν στην είσοδο περισσότερων μικρότερων κομμάτων στην τοπική Βουλή, έτσι ώστε να μην καρπωθεί το AfD ως πρώτο κόμμα πλεονάζουσες έδρες. Το σενάριο της μη αυτοδυναμίας θεωρείται πάντως το πιθανότερο, αφού στις δημοσκοπήσεις το AfD δεν έχει ξεπεράσει ποτέ το 42%.
Αλλά ακόμα και τότε κανείς δεν θα μπορεί να παραβλέψει μια «ιστορική» νίκη για την Ακροδεξιά στην πρώην «σοσιαλιστική Γερμανία», που θα της δίνει το δικαίωμα να δημαγωγεί λέγοντας ότι δεν την αφήνουν να κυβερνήσει, αγνοώντας τη λαϊκή εντολή.
Οσο πιο μεγάλη είναι η διαφορά του πρώτου από τον δεύτερο τόσο πιο δυνατές θα γίνουν οι φωνές αμφισβήτησης του Μερτς. Κάτι που επίσης θα χρειαστεί να αμφισβητηθεί θα είναι η «θεωρία των δύο άκρων». Ο καγκελάριος και το ακραία συντηρητικό κομμάτι της γερμανικής Δεξιάς από την οποία και ο ίδιος προέρχεται επιμένουν να βάζουν στο ίδιο τσουβάλι το AfD και το αριστερό Die Linke, αρνούμενοι οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους. Μόνο που αν τελικά υπάρξει η δυνατότητα για έναν άλλο πολυκομματικό συνασπισμό, που θα αφήνει το AfD εκτός κυβέρνησης, μια συνεργασία δηλαδή μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων, τότε πιθανότατα θα είναι απαραίτητη τουλάχιστον η ανοχή της Αριστεράς, που όπως όλα δείχνουν θα είναι το τρίτο σε δύναμη κόμμα, αφού χωρίς αυτή δεν θα υπάρχει πλειοψηφία.
Ο Μερτς εμμονικά απορρίπτει αυτό το σενάριο. Την ίδια στιγμή μέσα στο κόμμα του κάποιοι φλερτάρουν με την ιδέα εγκατάλειψης της αρχής του «Τείχους Δημοκρατίας», της άρνησης δηλαδή κυβερνητικής συνεργασίας με την Ακροδεξιά, το οποίο σε άλλες χώρες της Ευρώπης έχει γκρεμιστεί προ πολλού. Σε κάθε περίπτωση οι διεργασίες και οι συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης αναμένεται να είναι περίπλοκες και χρονοβόρες, κάτι που μπορεί να επηρεάζει και τα όσα θα διαδραματίζονται παράλληλα στο Βερολίνο.
Οι τοπικοί κομματικοί παράγοντες δεν ήθελαν τον Μερτς συμμέτοχο στον προεκλογικό τους αγώνα, αφού θεωρούν ότι μάλλον θα τους έβλαπτε με την παρουσία του, παρά θα τους ωφελούσε κάτι τέτοιο. Ο Μερτς πάντως πήγε στη Σαξονία-Ανχαλτ και αποδοκιμάστηκε -χλιαρά έστω- από τους κατοίκους εκεί.
Υποστηρικτές του AfD σε προεκλογική συγκέντρωση | EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Κινδυνολογία και προειδοποιήσεις
Η επιχειρηματολογία του περιστρέφεται κυρίως στον «κίνδυνο» να μην έρθουν ξένοι επενδυτές στην περιοχή αν προκύψει μια ακροδεξιά κυβέρνηση. Αλλά αυτό δεν φοβίζει τους πολίτες που αναρωτιούνται «τι περίμεναν αυτοί οι επενδυτές και δεν ήρθαν τόσα χρόνια;».
Σε μια περίοδο που η γερμανική βιομηχανία εκπέμπει διαρκή μηνύματα SOS, που οι προαναγγελίες απολύσεων αποτελούν σχεδόν καθημερινότητα ειδικά στην αυτοκινητοβιομηχανία, ο Μερτς δεν έχει καταφέρει να πείσει ούτε για το πώς θα μπορέσει να ανατρέψει αυτή την κατάσταση απλώς με συνθήματα του τύπου «δουλέψτε περισσότερο».
Ο καγκελάριος κάλεσε επίσης τους πολίτες να μη μετατρέψουν την πατρίδα τους σε «πεδίο πειραματισμών για μια κυβέρνηση των αγανακτισμένων». Αλλά τα επιχειρήματά του δεν φαίνεται να κάνουν γκελ στην κοινωνία. Για τους Ανατολικογερμανούς, αλλά όχι μόνο για αυτούς, ο Μερτς έχει κατοχυρωθεί ως ένας πολιτικός που κοιτά πρώτα το συμφέρον των πλουσίων και των τραπεζών.
Η θητεία του στην Blackrock δεν βοηθάει και πολύ στο να πείσει ότι το καλό της «γερμανικής οικονομίας», για το οποίο συνεχώς μιλάει, θα είναι και καλό για τους απλούς πολίτες και την καθημερινότητά τους. Η υιοθέτηση κάποιων σκληρών θέσεων του AfD από την κυβέρνηση, για ζητήματα όπως το μεταναστευτικό ή για τις περικοπές επιδομάτων στους «φυγόπονους», κάθε άλλο παρά πήρε τον αέρα από τα πανιά του.
Eίναι άλλωστε εντυπωσιακό πως πίσω από κενά συνθήματα για «υποστήριξη των φτωχότερων εργαζομένων» και τις επιθέσεις εναντίον των «πλούσιων ελίτ», το πρόγραμμα του AfD είναι στην οικονομική του προσέγγιση ξεκάθαρα νεοφιλελεύθερο, δεν διαφοροποιείται δηλαδή στον πυρήνα του από θέσεις της Χριστιανοδημοκρατίας του Μερτς. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι σε μια σειρά ζητημάτων στο Ευρωκοινοβούλιο οι εκπρόσωποί του έχουν ψηφίσει από κοινού με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Μάλιστα ο επικεφαλής του τελευταίου, ο Βαυαρός Μάνφρεντ Βέμπερ, είχε βρεθεί στη δύσκολη θέση να πρέπει να εξηγήσει πώς και γιατί υπήρξαν προσυνεννοήσεις των δύο πλευρών πριν από κάποιες κρίσιμες ψηφοφορίες, μέσα στις αρμόδιες επιτροπές.
Ο ρωσικός παράγοντας και ο πόλεμος
Από την αρχή της μετεξέλιξής του σε ένα ακραίο αντιευρωπαϊκό κόμμα το AfD δεν έκρυψε τις σχέσεις του με τη Ρωσία. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση έχει παίξει ένας από τους παλιότερους πολιτικούς του προερχόμενος από τον χώρο της Χριστιανοδημοκρατίας, ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ, αν και τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να κρατά κάποιες αποστάσεις από τη Μόσχα, κυρίως μετά τον πόλεμο της Κριμαίας το 2014 και φυσικά μετά την επίθεση στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Πολλά στελέχη του κόμματος πάντως δηλώνουν δημόσια την «κατανόησή» τους για τις ρωσικές θέσεις, ενώ κάποιοι βουλευτές έχουν ταξιδέψει κατά καιρούς στη Ρωσία με διάφορες αφορμές, όπως για παράδειγμα η ετήσια επανάσταση για την αντιφασιστική νίκη, χωρίς να είχαν κάποια εσωκομματική επίπτωση για αυτό.
Τα ηγετικά στελέχη του κόμματος αποφεύγουν τις φιλορωσικές δηλώσεις, αλλά γενικά μιλούν για την ανάγκη να υπάρξει ειρήνη και ιδανικά επιστροφή στο παλιότερο καθεστώς προμήθειας της χώρας με οικονομικό φυσικό αέριο. Τα υπόλοιπα κόμματα θεωρούν αδύνατο σημείο του AfD αυτή τη στάση εγγύτητας απέναντι στη Μόσχα, ενώ αρκετοί αντίπαλοι βουλευτές ανοιχτά το αποκαλούν «ρωσικό υποχείριο». Δεν λείπουν και οι καταγγελίες για ρωσικά τρολ που ανοιχτά το υποστηρίζουν, διαδίδοντας παράλληλα fake news για πολιτικούς αντιπάλους. Αυτό πάντως δεν φαίνεται να επηρεάζει τα ποσοστά του ειδικά στην ανατολική πλευρά της Γερμανίας. Αλλωστε τα σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου έχουν κουράσει μεγάλη μερίδα της γερμανικής κοινωνίας, που βλέπουν να ρέουν δισεκατομμύρια βοήθειας προς την Ουκρανία και να ανακοινώνονται διαρκώς νέα εξοπλιστικά προγράμματα, την ώρα που η κυβέρνηση επιμένει ότι τα ταμεία είναι άδεια για κοινωνικές παροχές. Επίσης κάθε φορά που κάτι «παράξενο» συμβαίνει στη χώρα η πρώτη αντίδραση πολλών ΜΜΕ είναι να υπονοήσουν ότι πρόκειται για ρωσικό δάκτυλο. Μακροπρόθεσμα αυτή η τακτική μπορεί να είναι τόσο αποτελεσματική όσο εκείνη του βοσκού από τον μύθο με τον λύκο στα πρόβατα.
Η κορύφωση της έντασης μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας την εβδομάδα που πέρασε, με την ανοιχτή κατηγορία ότι η Ρωσία βρισκόταν πίσω από την επίθεση με drones στο αεροδρόμιο της Λιψίας τον Αύγουστο, είναι αμφίβολο αν θα έχει επίδραση στο αυριανό αποτέλεσμα. Η δημιουργία ενός πολεμικού κλίματος δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συσπείρωση γύρω από τη σημερινή κυβέρνηση.
Το σίγουρο είναι ότι ένας πρωθυπουργός και μια κυβέρνηση του ακροδεξιού κόμματος θα μπορεί χάρη και στον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της χώρας να αλλάξει τα δεδομένα σε τοπικό επίπεδο σε ό,τι αφορά την Παιδεία, τη Δικαιοσύνη, την αστυνομία, ακόμα και το τοπικό παράρτημα της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος που υπάγεται στον εκάστοτε υπουργό Εσωτερικών του κρατιδίου. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η Γερμανία να μην είναι ποτέ ίδια μετά την Κυριακή.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
