Τελευταία νέα
Εκλογές με ένα «εγώ» χωρίς «εμείς»; Ρωσία: Το Κρεμλίνο δεν αποκλείει την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με Ουκρανία και ΗΠΑ Ο Γεωργιάδης επικαλέστηκε το ChatGPT για τον τζίρο των εστιατορίων κι αυτό τον έβγαλε… ψεύτη [βίντεο] Πυρκαγιά σε δασική έκταση στη Μακρυκάπα Ευβοίας: Ήχησε το 112 – Σηκώθηκαν 5 εναέρια μέσα Τέλος ο Γουόκαπ από τον Ολυμπιακό – Πετάει για Ντουμπάι Αρβανίτης: Οι υπεύθυνοι για τη νίκη του ΑfD στη Γερμανία έχουν ονοματεπώνυμο ΕΦΕΤ: Ανακαλεί πασίγνωστους χυμούς από την αγορά – Ποια προϊόντα αφορά Μερτς μετά το (ακροδεξιό) χαστούκι σε Σαξονία-Ανχαλτ: «Τεκτονική αναταραχή» και «συθέμελος κλονισμός» του CDU Σχολικά βιβλία και δήθεν woke ατζέντα: (Ακρο)δεξιός εμφύλιος για την «ελληνική οικογένεια» Ν. Δένδιας: Συνάντηση με τον επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Ελλάδας – Ιαπωνίας Volkswagen: Συμφωνία για μετατροπή εργοστασίου σε μονάδα παραγωγής εξοπλιστικών – Πρώτο συμβόλαιο με την ισραηλινή Rafael Η Volkswagen μετατρέπει εργοστάσιό της σε μονάδα παραγωγής εξοπλιστικών: Πρώτο συμβόλαιο από το Ισραήλ
Thefaq.gr

Στα 3,035 δισ. ευρώ η «Ασπίδα του Αχιλλέα» – Τι σημαίνει η αμερικανική έγκριση για το David’s Sling και τι ισχύει τελικά με την ελληνική βιομηχανική συμμετοχή

Η συζήτηση γύρω από τη συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ για την ενίσχυση της ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας αποκτά νέα διάσταση, μετά τις δηλώσεις του επικεφαλής του ισραηλινού Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας, Μοσέ Πατέλ.

Στη συνέντευξή του, ο Ισραηλινός αξιωματούχος αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο ζήτημα του πηγαίου κώδικα των συστημάτων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούν αυτά να ενσωματωθούν στην υφιστάμενη ελληνική και νατοϊκή αρχιτεκτονική αεράμυνας.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η συμφωνία, ύψους περίπου 3,1 δισ. ευρώ, έχει παρουσιαστεί από την ελληνική κυβέρνηση ως ένα από τα σημαντικότερα βήματα για την αναβάθμιση της αεράμυνας της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση είχε δοθεί και στην ελληνική συμμετοχή στην αμυντική βιομηχανική παραγωγή.
Ωστόσο, οι δηλώσεις Πατέλ δημιουργούν ερωτήματα σχετικά με το τι ακριβώς προβλέπεται για την επιχειρησιακή διασύνδεση του συστήματος David’s Sling, αλλά και για το περιεχόμενο της βιομηχανικής συνεργασίας με ελληνικές εταιρείες.
Ένα από τα πλέον κρίσιμα σημεία αφορά το David’s Sling, το οποίο αποτελεί το βαρύτερο και μεγαλύτερου βεληνεκούς στοιχείο της συγκεκριμένης αμυντικής αρχιτεκτονικής. Σε αντίθεση με τα Spyder και Barak MX, τα οποία διαθέτουν δυνατότητες διαλειτουργικότητας μέσω Link 16, η περίπτωση του David’s Sling παρουσιάζει πρόσθετες απαιτήσεις λόγω της αμερικανικής συμμετοχής στην ανάπτυξή του.
Όπως εξήγησε ο Πατέλ, για να συνδεθεί το σύστημα με άλλα κράτη ή με συστήματα του ΝΑΤΟ απαιτείται συγκεκριμένο σχέδιο ενσωμάτωσης και προηγούμενη έγκριση από την αμερικανική κυβέρνηση.
Η συγκεκριμένη διαδικασία σημαίνει πρακτικά ότι η Αθήνα δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς για όλες τις παραμέτρους της διασύνδεσης του David’s Sling με την υπόλοιπη αρχιτεκτονική αεράμυνας. Απαιτείται συνεννόηση και έγκριση από την Ουάσιγκτον, λόγω του ρόλου των ΗΠΑ στην ανάπτυξη και την τεχνολογία του συστήματος.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο επιχειρησιακό ενδιαφέρον. Ένα σύγχρονο σύστημα αντιβαλλιστικής άμυνας δεν αξιοποιεί στο μέγιστο τις δυνατότητές του όταν λειτουργεί αποκομμένο από το συνολικό δίκτυο αισθητήρων και συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.
Η έγκαιρη προειδοποίηση και η ανταλλαγή δεδομένων μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές σε περίπτωση αντιμετώπισης βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise ή άλλων εναέριων απειλών. Η δυνατότητα ενός συστήματος να λαμβάνει εικόνα από διαφορετικούς αισθητήρες και να ανταλλάσσει πληροφορίες με τα υπόλοιπα μέσα αεράμυνας αποτελεί βασικό στοιχείο της σύγχρονης δικτυοκεντρικής επιχειρησιακής λειτουργίας.
Σε μια τέτοια αρχιτεκτονική, διαφορετικά μέσα αναλαμβάνουν διαφορετικές κατηγορίες απειλών, ανάλογα με το ύψος, την ταχύτητα, την τροχιά και τα χαρακτηριστικά τους. Τα δεδομένα από επίγειους αισθητήρες, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και άλλα διαθέσιμα μέσα μπορούν να συνδυάζονται, ώστε να δημιουργείται ενιαία επιχειρησιακή εικόνα.
Το David’s Sling έχει σχεδιαστεί ακριβώς για την αντιμετώπιση απαιτητικών στόχων. Το σύστημα αναπτύχθηκε από την ισραηλινή Rafael σε συνεργασία με την αμερικανική Raytheon και αποτελεί ενδιάμεσο επίπεδο στην ισραηλινή πολυεπίπεδη αντιπυραυλική άμυνα, μεταξύ του Iron Dome και του Arrow.
Το αναχαιτιστικό Stunner, γνωστό και ως SkyCeptor σε συγκεκριμένες αμερικανικές εφαρμογές, χρησιμοποιεί τεχνολογία hit-to-kill, δηλαδή επιδιώκει την καταστροφή του εισερχόμενου στόχου μέσω της κινητικής ενέργειας της πρόσκρουσης αντί της χρήσης συμβατικής εκρηκτικής κεφαλής.
Ο συνδυασμός διαφορετικών αισθητήρων στο αναχαιτιστικό επιτρέπει την ακριβή καθοδήγησή του προς τον στόχο και αποτελεί ένα από τα πλέον προηγμένα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης τεχνολογίας.
Για την Ελλάδα, η απόκτηση ενός τέτοιου συστήματος εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό για τη δημιουργία πολυεπίπεδης αεράμυνας, στην οποία θα συνυπάρχουν διαφορετικά μέσα και αισθητήρες.
Ωστόσο, η επιχειρησιακή αξία ενός τέτοιου συστήματος συνδέεται σε σημαντικό βαθμό και με το επίπεδο διασύνδεσής του. Όσο περισσότερες και ταχύτερες πληροφορίες μπορεί να λαμβάνει ένα σύστημα από το συνολικό δίκτυο, τόσο καλύτερα μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.
Επομένως, η απαίτηση για αμερικανική έγκριση πριν από τη διασύνδεση του David’s Sling με άλλες νατοϊκές ή εθνικές υποδομές αποτελεί ένα ζήτημα που χρειάζεται να αποσαφηνιστεί πλήρως, ιδιαίτερα σε σχέση με το τελικό επιχειρησιακό μοντέλο που θα εφαρμοστεί στην Ελλάδα.
Παράλληλα, ερωτήματα προκύπτουν και σχετικά με την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Η συμμετοχή εγχώριων εταιρειών είχε παρουσιαστεί ως σημαντικό στοιχείο της συμφωνίας, με το ποσοστό του 25% να έχει βρεθεί στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων.
Στην τοποθέτησή του, πάντως, ο Πατέλ εμφανίζεται να περιγράφει μια διαδικασία που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Αναφέρει ότι οι ισραηλινές εταιρείες έχουν ξεκινήσει συνεργασία με υποψήφιες ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ σημειώνει ότι δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί αναλυτικά τα επιμέρους στοιχεία των συμφωνιών.
Η συγκεκριμένη αναφορά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσο το ποσοστό της ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής έχει ήδη μετατραπεί σε συγκεκριμένες και δεσμευτικές συμβατικές υποχρεώσεις ή εάν αποτελεί στόχο που θα εξειδικευτεί σε επόμενο στάδιο.
Πρόκειται για μια σημαντική διάκριση, καθώς άλλο είναι μια γενική πολιτική δέσμευση για συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας και άλλο ένα πλήρως διαμορφωμένο πρόγραμμα συμπαραγωγής, με συγκεκριμένες εταιρείες, έργα, χρονοδιαγράμματα και οικονομικές υποχρεώσεις.
Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα του πηγαίου κώδικα. Η πρόσβαση στον source code ενός οπλικού συστήματος δεν αποτελεί αυτονόητο στοιχείο σε διεθνείς αμυντικές συμφωνίες, καθώς συνδέεται με ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τεχνολογικής ασφάλειας, ελέγχου εξαγωγών και περιορισμών που επιβάλλουν οι χώρες προέλευσης της τεχνολογίας.
Στην περίπτωση του David’s Sling, η αμερικανική συμμετοχή στην ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών σημαίνει ότι ορισμένες δυνατότητες και διαδικασίες χρήσης, διασύνδεσης ή μεταφοράς τεχνολογίας μπορεί να υπόκεινται σε αμερικανικούς κανονισμούς και εγκρίσεις.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντικό να παρουσιαστούν με απόλυτη σαφήνεια οι πραγματικοί όροι της συμφωνίας που υπέγραψε η Ελλάδα: ποια δικαιώματα αποκτά, ποιο επίπεδο ελέγχου έχει επί των συστημάτων, ποιες δυνατότητες διασύνδεσης θα υπάρχουν από την πρώτη ημέρα και ποιες θα απαιτούν πρόσθετες εγκρίσεις.
Το ίδιο ισχύει για την ελληνική βιομηχανική συμμετοχή και τα αντισταθμιστικά οφέλη. Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να παρουσιάζει μια συμφωνία αυτού του οικονομικού και στρατηγικού μεγέθους με πλήρη διαφάνεια, ώστε να είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς αγοράζει το ελληνικό Δημόσιο και ποια οφέλη επιστρέφουν στην εγχώρια οικονομία και αμυντική βιομηχανία.
Σε κάθε περίπτωση, οι δηλώσεις του Ισραηλινού αξιωματούχου επαναφέρουν στο προσκήνιο μια σειρά από ερωτήματα που αφορούν τόσο την επιχειρησιακή αξιοποίηση του David’s Sling όσο και το εύρος της ελληνικής συμμετοχής στο πρόγραμμα.
Το ζητούμενο πλέον είναι να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις από την ελληνική πλευρά για τους όρους της συμφωνίας, τις τεχνικές προϋποθέσεις διασύνδεσης, τον βαθμό εθνικού ελέγχου και τα ακριβή ανταποδοτικά οφέλη για την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Για μια συμφωνία που αγγίζει τα 3,1 δισ. ευρώ και αφορά τον πυρήνα της εθνικής άμυνας, η σαφήνεια στους όρους δεν αποτελεί λεπτομέρεια. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για να γνωρίζει η ελληνική κοινωνία τι ακριβώς αγοράζει το Δημόσιο και με ποιους όρους θα μπορεί να το αξιοποιήσει.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...