Μεσίστιος χάνεται στο πέλαγος του χρόνου ο Αύγουστος. Μπροστά μας ο μειλίχιος Σεπτέμβριος. Φουσκώνει τα πανιά του πάνω απ’ τη θάλασσα του καλοκαιριού κι απ’ το ψηλότερο κατάρτι αγναντεύει τις στεριές του φθινοπώρου. Πίσω το κάμα του γειτονικού Ιουλίου. Σκαμπανεβαίνουν οι μέρες πάνω από νησιά, αφρισμένες θάλασσες, βουνοκορφές κι ασημόχρωμα πλατώματα.
Τα ξωκλήσια της Παναγιάς ξεκινούν απ’ τους γιαλούς -ταπεινά, μονόχωρα- και απλώνονται ώς τα πέρατα της στεριάς και στα μεγαλονήσια – τρίκλιτες, μαρμαροπελεκητές εκκλησιές. Χάρτινες, φτενές εικόνες πλάι στις ασημοκαπνισμένες των ευαγγελιστών – τις θαυματουργές. Και γύρω τ’ αμπέλια, οι ελιές, αλλά και η ξεραΐλα της θαμνώδους γης. Γιορτές και πανηγύρια, μουσικές κομπανίες σε πλατείες, λαγκαδιές, πλάι σε κελαρυστά ποτάμια και σε προκυμαίες, πάνω στον γιαλό και σε πλατανορέματα.
Μαζί και τ’ ανταμώματα, των χωριανών, των ξενιτεμένων, σε Αμερικές και Αυστραλίες -καθώς λένε-, των επισκεπτών και των τουριστών. Κάθε βράδυ και ένα αντάμωμα· και κει θύμησες γλυκές, οι πικρές έμειναν πίσω στον χρόνο που τις σκέπασε με τις μέρες, τους μήνες και τις εποχές.
Είναι όμορφο, καλοδεχούμενο, που έμειναν όσα καλά έφερε το πέρασμα των δεκαετιών και το γύρισμα του αιώνα. Χάθηκαν, σκεπάστηκαν απ’ την αχλή του χρόνου τα προβλήματα, η ανέχεια κι οι λόγοι που κάποτε απόδιωξαν κόσμο και κόσμο. Τώρα τούτο το βράδυ, στο λιμάνι του χωριού η αντάμωση είναι γιορτή για τα καλούδια «του γιαλού και του μπαξέ».
Η γκαζολίνα συνεχίζει να κάνει δρομολόγια ανάμεσα στις δυο ακτές του κόλπου· την Κουντουρδιά και το Πέραμα. Λες σε κάποιο δρομολόγιο να μας φέρει τον Ελύτη ή τον Θεόφιλο; Πρέπει να γραφτούν κι άλλοι στίχοι για τον «Κόλπο των ελαιώνων» και ο χρωστήρας να αποτυπώσει τη γαλήνη των νερών, τα περιβόλια το κάμπου, τους γλεντιστάδες και τους μουσικάντες σε τούτο το γιορτάσι.
Μα πιότερο, τούτα μένουν στη μνήμη μας, πάνε και συναντάνε τις καταγραφές του παρελθόντος, τότε στα μικράτα μας. Αχ, αυτή η αναπόληση, γυρίζει σαν δίσκος καταχώρισης αρχείων και σταματά σε πτυχώσεις του μυαλού. Τότε χωρίς να μας ρωτήσει, ανασύρει στην επιφάνεια του παρόντος χρόνου εικόνες και εικόνες, περιστατικά και περιστατικά.
Να το Πέραμα της δεκαετίας του ’70, μόλις σ’ έχει κατεβάσει ο πατέρας από την παλιά Φλορέτα, των τριών ταχυτήτων. Τι όμορφη η διαδρομή από το χωριό! Μια ασημένια θάλασσα αμέτρητων ελιών, χωρίς κάτι ενδιάμεσα να διακόπτει τον ελαιώνα. Γύριζες αριστερά-δεξιά το κεφάλι, παντού θαλερές ελιές, λες και σε χαιρετούν. Τι όμορφο το θρόισμα των κλαδιών τους. Μετά ατέλειωτες βόλτες στην προκυμαία, πάνω-κάτω χωρίς να βαρεθούμε. Και στο τέλος η θεσπέσια πάστα αμυγδάλου, με τη γλύκα της ακόμα να υπάρχει στον ουρανίσκο. Γύρω μουσικές, μυρουδιές ψητού χταποδιού ανακατωμένες με τσίκνα από καλαμάκια ντόπιου κρέατος.
Το βράδυ, μπροστά στ’ ανοιχτό παράθυρο, σκέφτεσαι τη γλύκα του βραδινού, μετράς τ’ αστέρια, κλείνεις σιγά σιγά τα μάτια και ταξιδεύεις… για το επόμενο αντάμωμα.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
