Πάντα έβρισκα την επιλογή των βιβλίων πριν από ένα ταξίδι ως μεγάλη υπόθεση. Συχνά ήταν μια επιλογή εξίσου σημαντική με την επιλογή του τόπου του ταξιδιού. Πέρσι ήμουν κουρασμένος. Πραγματικά κουρασμένος. Ετσι πήρα μια ριζική απόφαση. Πήρα μαζί μου αποκλειστικά βιβλία που είχα διαβάσει. Βιβλία που ίσως δεν θυμόμουν τόσο καλά, αλλά θυμόμουν με βεβαιότητα πως μου άρεσαν. Δίπλα στη θάλασσα, σε έναν χρόνο που συντονιζόταν με τις επιταγές του καλοκαιριού, ένιωσα πως η έντασή μου ημερεύει. Ενώ επαναλάμβανα αναγνωστικές διαδρομές που δεν θυμόμουν, αλλά καθετί επιβεβαίωνε πως είχα περάσει από εδώ. Μια παλιά τσάκιση της σελίδας, σποραδικές υπογραμμίσεις, η ίδια η κατάσταση του βιβλίου. Κανένα άγχος να τελειώσει κάτι. Δεν υπήρχε εδώ αποστολή. Ούτε καν πλάνο. Το αποτέλεσμα θα ήταν πάντοτε το ίδιο. Μια στοίβα από διαβασμένα βιβλία. Ακόμα και αν αυτή τη φορά δεν τα τελείωνα καν.
Πολλές φορές η απουσία στόχων -και ιδανικά αυτό είναι διακοπές- γεννάει νέους στόχους. Υποσχέσεις που θα αντικαταστήσουν τα χρονοδιαγράμματα της ρουτίνας, μη ομολογημένες προσδοκίες και απαιτήσεις από τον εαυτό σου. Πόση ώρα θα κολυμπήσεις, πόσες φορές θα φας φρούτα αντί για παγωτά, πόσα βιβλία θα διαβάσεις. Και με λίγη κακή διαχείριση κάθε τι μπορεί να γίνει εξίσου πιεστικό με μια πραγματική δουλειά.
Φέτος δεν ξέρω τι βιβλία θα πάρω μαζί μου (την ώρα που διαβάζεται αυτό το άρθρο εγώ μάλλον θα τα διαβάζω). Σκέφτομαι να πάρω μαζί μου μόνο βιβλία που θα αφήσω στη μέση. Λόγω αριθμού σελίδων, λόγω έλλειψης συγκέντρωσης, λόγω μια κρυφής αγάπης για το ανολοκλήρωτο. Η σχέση μας με τα βιβλία που δεν τελειώσαμε πολλές φορές είναι η πιο έντονη σχέση. Πιο έντονη από αυτά που τελειώσαμε και σιγά σιγά ξεχνάμε, πιο έντονη από αυτά που θέλουμε να διαβάσουμε, αλλά δεν μας δόθηκε η ευκαιρία. Είναι μια σχέση που διακόπηκε, αλλά δεν τελείωσε. Μια σχέση σταθερά δυναμική. Ολο και πιο συχνά προσπαθούμε να επαναφέρουμε στο μυαλό μας όσα διαβάσαμε, το πώς ξεκινούσε, το σημείο στο οποίο τα αφήσαμε. Και μαζί τις υποθέσεις μας για την εξέλιξή του, τα όσα καταλάβαμε και τα όσα υποθέσαμε. Ολο και πιο συχνά προσπαθούμε να επαναφέρουμε την αίσθηση της ανάγνωσης του συγκεκριμένου βιβλίου από το παρελθόν στο παρόν, να συντηρήσουμε την αίσθηση αυτή όχι ως μια στιγμή του παρελθόντος, αλλά ως μια υπόσχεση για το μέλλον που κάποια στιγμή θα επαναληφθεί. Με τον τρόπο αυτό τα βιβλία που δεν τελειώσαμε μένουν μαζί μας περισσότερο. Μέσα σε μια διαρκή συνομιλία που μας επηρεάζει περισσότερο από οτιδήποτε ολοκληρώσαμε.
Ο πολιτισμός μας έχει εμμονή με το σχήμα αρχή – μέση – τέλος. Σαν να έχει διδαχτεί γεωμετρία αποκλειστικά από χολιγουντιανές ταινίες. Ολα οφείλουν να τελειώνουν με την ίδια ακρίβεια που ξεκινάνε. Θυμάμαι την εμμονή του Φελίνι να μη γράφει ποτέ «τέλος» όταν μια ταινία του τελείωνε. Οπως έλεγε ο ίδιος, καμία ταινία δεν τελειώνει (τουλάχιστον καμία καλή ταινία). Ο θεατής την κουβαλάει μαζί και τη συνεχίζει. Η απουσία της μικρής αυτή λέξης στην πραγματικότητα του επιβεβαιώνει αυτό το δικαίωμα. Γιατί τελικά κανένα έργο τέχνης δεν τελειώνει. Ούτε για τον δημιουργό του, ούτε για τον δέκτη του. Οπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα ποιήματα, μόνο ποιήματα που έχεις παρατήσει. Το ίδιο μάλλον ισχύει και για την ανάγνωση. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε άμα διαβάσεις ένα μυθιστόρημα για δεύτερη φορά ή ένα ποίημα για εικοστή φορά. Η επιστροφή και η νέα ανάγνωση κάνουν την αρχική ανάγνωση να μοιάζει με μια ερασιτεχνική, επιδερμική εμπειρία. Οταν τελειώνουμε ένα βιβλίο έχουμε την ψευδαίσθηση πως ξεμπερδέψαμε μαζί του. Αντίθετα όταν το αφήνουμε ανολοκλήρωτο, κάτι πάλλεται κάθε φορά που το επαναφέρουμε στη μνήμη μας. Μαζί μας επανέρχεται και η λαχτάρα για συνέχεια, η πείνα για ανάγνωση. Κάτι από την πρωταρχική ανάγκη που γεννάει την κάθε ειλικρινή ανάγνωση.
Τα βιβλία που δεν τελειώσαμε είναι οι πιο ολοκληρωμένες αναγνώσεις μας.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
