Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε ξανά στην επιφάνεια μια συζήτηση που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους περνούν από μια κλινική ή ένα ιατρείο αναζητώντας μια θεραπεία. Οχι για τα αίτια του θανάτου του. Αυτά διερευνώνται και δεν μπορεί να συνδεθούν με οποιαδήποτε θεραπευτική πράξη χωρίς στοιχεία.
Η συζήτηση αφορά όλα εκείνα που σήμερα προσφέρονται στο όνομα της «αναγέννησης», της «ευεξίας», της «αντιγήρανσης», των «βλαστοκυττάρων» και της σύγχρονης βιοϊατρικής. Θεραπείες και παρεμβάσεις που μπορεί να βρίσκονται από τη μια πλευρά στην αιχμή της επιστήμης και από την άλλη σε μια γκρίζα ζώνη, εκεί όπου η επιστημονική γλώσσα συναντά την εμπορική υπόσχεση.
Η Ελληνική Εταιρεία Γονιδιακής Θεραπείας και Αναγεννητικής Ιατρικής, με αφορμή την επικαιρότητα, το λέει καθαρά: Ανεξάρτητα από τα ακριβή αίτια του θανάτου και από το εάν αυτά σχετίζονται ή όχι με κάποια θεραπευτική πράξη, η προστασία των πολιτών από μη εγκεκριμένες και μη τεκμηριωμένες θεραπείες είναι ζήτημα δημόσιας υγείας.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα. Τι ακριβώς προσφέρεται; Για ποια πάθηση ή ένδειξη; Τι έχει αποδειχθεί; Ποια είναι τα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα; Ποιος έχει εγκρίνει τη συγκεκριμένη θεραπεία; Ερωτήματα που μοιάζουν αυτονόητα. Δεν είναι πάντα για έναν άνθρωπο που ψάχνει μια λύση.
Για έναν ασθενή που έχει δοκιμάσει θεραπείες και δεν έχουν αποτέλεσμα, η ελπίδα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι η προσδοκία ότι μπορεί να επιστρέψει στην καθημερινότητά του, να μειώσει τον πόνο, να κερδίσει χρόνο. Για κάποιον άλλο, που δεν είναι ασθενής αλλά φοβάται τη φθορά του χρόνου, η υπόσχεση αλλάζει: να παραμείνει νέος, να «ανανεώσει» τον οργανισμό του, να προλάβει όσα θεωρεί ότι έρχονται. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια ανάγκη.
Η μία πλευρά της σύγχρονης Ιατρικής έχει πράγματι λόγους να τροφοδοτεί την ελπίδα. Οι γονιδιακές και κυτταρικές θεραπείες δεν ανήκουν πλέον μόνο στα εργαστήρια. Υπάρχουν εγκεκριμένες θεραπείες για συγκεκριμένες σοβαρές παθήσεις. Η έρευνα προχωρά σε πεδία που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν απρόσιτα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πραγματική επιστημονική πρόοδος γίνεται άλλοθι για κάθε είδους θεραπευτική υπόσχεση.
Η λέξη «βλαστοκύτταρα» ακούγεται παντού. Σε ιστοσελίδες, διαφημίσεις και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δίπλα της λέξεις όπως «αναγέννηση», «κυτταρική ανανέωση», «αντιγήρανση», «βελτίωση της ποιότητας ζωής». Εικόνες εργαστηρίων, λευκές μπλούζες, επιστημονικοί όροι, ιστορίες ανθρώπων που υποστηρίζουν ότι «ξαναβρήκαν τη ζωή τους». Η εντύπωση είναι εύκολη: η θεραπεία βρίσκεται ήδη εδώ.
Μόνο που η επιστήμη δεν λειτουργεί έτσι. Μια υπόσχεση δεν είναι απόδειξη. Μια προσωπική μαρτυρία δεν είναι κλινική μελέτη. Μια θεραπεία που βρίσκεται σε ερευνητικό στάδιο δεν είναι αυτομάτως διαθέσιμη θεραπευτική επιλογή. Και το γεγονός ότι μια τεχνολογία είναι πραγματική δεν σημαίνει ότι κάθε εφαρμογή της είναι αποδεδειγμένη. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο για τον ασθενή: να ξεχωρίσει τη θεραπεία από την υπόσχεση. Ιδίως όταν η δεύτερη μιλά τη γλώσσα της πρώτης.
Η Αναγεννητική Ιατρική είναι πραγματικό και ταχύτατα εξελισσόμενο επιστημονικό πεδίο. Οι κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες μπορούν να αλλάξουν τη ζωή ανθρώπων που μέχρι πρόσφατα είχαν ελάχιστες ή καθόλου θεραπευτικές επιλογές. Το ίδιο επιστημονικό λεξιλόγιο, όμως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πουληθούν παρεμβάσεις χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ακόμα και για σκοπούς που κινούνται γύρω από την ευεξία και την αντιγήρανση. Εκεί βρίσκεται η γκρίζα ζώνη. Και εκεί βρίσκεται και η ευθύνη της Πολιτείας, των επαγγελματιών Υγείας και των αρμόδιων Αρχών.
Γιατί ο ασθενής δεν μπορεί να είναι ο μόνος που καλείται να προστατευτεί. Το ελάχιστο που δικαιούται να γνωρίζει πριν πληρώσει για μια θεραπεία είναι απλό: τι ακριβώς θα του χορηγηθεί, για ποια ένδειξη, με ποια επιστημονικά δεδομένα και με ποια κανονιστική έγκριση.
Στην εποχή της κυτταρικής και γονιδιακής θεραπείας, η ελπίδα δεν χρειάζεται να μικρύνει. Χρειάζεται, όμως, να στηρίζεται σε αποδείξεις.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
