«Τι σε έχει πιάσει να φύγεις; Κάτσε εδώ να βλέπουμε ένα φως ακόμη αναμμένο στο χωριό»! Εδώ στα ορεινά της Αρκαδίας τα χωριά στερεύουν από ψυχές στο τέλος του Αυγούστου. Σαν τα δέντρα που ήδη έχουν αρχίσει να φυλλορροούν, έτσι χάνει έναν έναν ο τόπος τους ανθρώπους του. Ροβολάς κατά την πλατεία του χωριού και το βλέμμα σου όλο σκοντάφτει σε πορτοπαράθυρα σφαλιστά.
Πόσες ημέρες είναι που οι αγκαλιές των μπαλκονιών κράταγαν οικογένειες, που φάγαμε στο χαγιάτι το μικρό τα γεμιστά της κυρα-Γιωργίας, γλεντήσαμε όλοι αντάμα στη Μούσγα πηγή; Που ανεβήκαμε στο ασκηταριό της Σφυρίδας για τα εννιάμερα της Παναγίας και αντιλαλήσαν οι κορφές και τα καταράχια του Μαινάλου ψαλμωδίες και χαρές;
Αρχές του Τρυγητή και άνθρωποι περαστικοί μονάχα από την πλατεία του χωριού, κανείς δεν κάθεται στις μοναχικές καρέκλες, αφημένες μπροστά από τις κλειστές πόρτες του καφενείου που φιλεύει πια τους επισκέπτες του Σαββατοκύριακου. Η πλατεία, αυτός ο κύκλος όπου η ζωή ανθεί, φιλοξένησε όλες τις ημέρες του τελευταίου μήνα του θέρο χαρές, ανταμώματα, χορούς, παιδιά που έπαιζαν κρυφτό, έκαναν ποδήλατο και έχτιζαν αναμνήσεις που δεν καταγράφονται στη μνήμη κινητών αλλά στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου τους, αγκαλιές και ξεφαντώματα, μα και λύπες γιατί ο χαμός πάντοτες δίνει το «παρών».
Σαν καντηλάκια αναμμένα περιμένουν καρτερικά τον νόστο των ανθρώπων τους όσοι μένουν πίσω. Ζουν με την προσμονή τις ημέρες τις σημαδεμένες με κόκκινο στο καλεντάρι να δουν τη ζωή να ορμά ξανά σαν φουσκωμένο ποτάμι στα καλντερίμια του χωριού. Κι αυτοί όπως κι εμείς που παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής γεμίζουμε τους ασκούς μας τις μέρες του καλοκαιριού για να ’χουμε να πορευόμαστε, όταν η καθημερινότητα μοιράζεται σε αρτύματα συγκεκριμένα.
Παραχώνεις στο δισάκι σου τη βροντερή σιγαλιά του πρωινού, την ακινησία των βουνών που στέκουν προστάτες, τη χλομάδα της ηλιαχτίδας που στριμώχνεται ανάμεσα από τις φυλλωσιές τώρα που η δροσιά διεκδικεί το μερτικό της, τα κρωξίματα από τις κίσσες που στήσαν σπιτικό στα κλαδιά της υπέργηρης καρυδιάς που αρνείται πια να δώσει καρπό μα μόνο ίσκιο, τα πουλιά που κουτσομπολεύουν τα απογεύματα χωμένα ανάμεσα στα φύλλα της φλαμουριάς.
Μια μόνο φορά πήγαμε στα Επτά Ψωμιά, την πηγή αντικριστά από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, κι αυτό τραβώντας για το Χρυσοβίτσι, έτσι για να χαιρετήσω της ρίζα της γιαγιάς μου. Στον γυρισμό όμως πήραμε νερό από την πηγή στο Λουμάκι, αφήσαμε το βλέμμα μας στις ελατοσκέπαστες κορφές γύρω από το ξέφωτο στους Ρούχους. Πήγαμε όμως τόσα βράδια στη Ζάτουνα με τα πέτρινα σπίτια -Αποικιακά Κινινής, έγραφε η μισοσβησμένη πινακίδα-, όταν τα αστέρια είχαν κρυφτεί από τη λαμπράδα του ολόγιομου φεγγαριού, καμαρώσαμε τη μεγάλη αρχόντισσα, τη Δημητσάνα, στητή πάνω στη λοφοράχη, με αχώρητο αγνάντι στην πεδιάδα της Μεγαλόπολης -που τα φουγάρα της έχουν σιωπήσει πια- και του Ταΰγετου.
Βουνό μου, θα ξανάρθω, περίμενέ με.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
