Εν αρχή ην η Ελλειψη! Στην αρχή λείπει ένα κουμπί, δηλαδή. Ε, δεν είναι και για θάνατο Το πουκάμισο εξακολουθεί να φοριέται, ο άνθρωπος εξακολουθεί να κυκλοφορεί ντυμένος, η ζωή εξακολουθεί να κάνει πως δεν άλλαξε τίποτα. Υστερα, όμως, λείπει άλλο ένα. Κι άλλο. Και ξαφνικά, δίχως να το καλοκαταλάβεις, βρίσκεσαι γυμνός. Τσίτσιδος. Οχι στον δρόμο. Απέναντι στην ίδια την Ιστορία.
Ο Πατρίσιο Γκουσμάν, Χιλιανός, πεθαμένος από προχθές, το ’χε βρει αυτό το κουμπί. Στον βυθό της Χιλής το βρήκε, σαν κρυμμένο μαργαριτάρι, και, τραβώντας το απ’ την κλωστή, ξήλωσε το εθνικό πουκάμισο της χώρας του. Αυτό, που πάνω του έχει κολλήσει, ώς τα τώρα, ό,τι η χώρα επιθυμεί διακαώς να ξεχάσει: νερό, αίμα, κατακτήσεις, βασανιστήρια, εξαφανισμένους. Ο Γκουσμάν ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή ντοκιμαντερίστας του κόσμου – κι αν ενοχλεί η απολυτότητα, ας ενοχλεί. Αυτός ήταν. Εδωσε εικόνα στη μνήμη της Χιλής και φωνή στη σιωπή της. Βλέπεις, οι χώρες, όπως και οι άνθρωποι, δεν σωπαίνουν μόνο επειδή δεν έχουν κάτι να πουν. Αλλά κι επειδή έχουν να πουν τα πάντα!
Κι όχι μόνο δεν μιλάνε, αλλά μουγκώνουν κι όσους θέλουν να φωνάξουν. Να κραυγάσουν. Να τραγουδήσουν. Ο Βίκτορ Χάρα απ’ αυτούς ήταν. Ολοι αυτοί μαζί ήταν. Χιλιανός κι αυτός, λίγο μεγαλύτερος απ’ τον Γκουσμάν. Και οι δύο, μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες δημοκράτες αγωνιστές, κλείστηκαν από τους φασίστες του Πινοτσέτ στο Στάδιο της Χιλής. Ο δεύτερος μπόρεσε και ξέφυγε, έχοντας ωστόσο καταγράψει τα πάντα με την κάμερά του ώς τότε. Ο Χάρα, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα κατά του Αλιέντε, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε. Ηταν επικίνδυνος: είχε μια κιθάρα που διέθετε αισθήματα και λογική (όπως έλεγε), μια φωνή που έπλαθε το «Venceremos» και την πεποίθηση ότι ο λαός δικαιούται να τραγουδά δίχως άδειες συνταγματαρχέων.
Τέτοιες μέρες ήταν, 53 χρόνια πριν, με τον Αλιέντε νεκρό και τον Πινοτσέτ φρέσκο δικτάτορα. Ο Χάρα πιάστηκε κατευθείαν (την ημέρα της επίθεσης στο προεδρικό μέγαρο, βρισκόταν στο Πολυτεχνείο του Σαντιάγκο, σε μια έκθεση για τον φασισμό). Βασανίστηκε φριχτά και μεταφέρθηκε στο Στάδιο. Τον ξεχώρισαν μέσα στους χιλιάδες κρατούμενους, του ζήτησαν να βάλει τα χέρια του στο τραπέζι και ένας αξιωματικός με τσεκούρι (πώς είν’ το «Μάκης» στα ισπανικά άραγε;) του έκοψε όλα τα δάχτυλα. «Τα ακούσαμε να πέφτουν στο ξύλινο πάτωμα και 6.000 κρατούμενοι ούρλιαξαν ταυτόχρονα», είπε αυτόπτης μάρτυρας αργότερα στον Γκουσμάν. «Τότε, ο ίδιος αξιωματικός του έδωσε μια κιθάρα: “Τραγούδα τώρα για την πουτάνα τη μάνα σου”, είπε, συνεχίζοντας να τον χτυπά. Ο Βίκτορ ύψωσε τα χέρια του, που αίμα έσταζαν, δεν ξέρω πού βρήκε δύναμη κι άρχισε να τραγουδά το Venceremos. Αρχισαν να το τραγουδάν όλοι οι κρατούμενοι. Αφηνίασαν οι στρατιωτικοί».
«Οι δικτατορίες ανέκαθεν φοβούνταν περισσότερο τα τραγούδια από τα όπλα. Τα τραγούδια, την ποίηση, τον πολιτισμό. Τα όπλα τα καταλαβαίνουν. Τα ποιήματα όχι. Εκπαιδεύουν τον λαό να μην καταλαβαίνει κι αυτός», έλεγε ο Γκουσμάν. Με τ’ αυτιά μου τον άκουσα. Ο ίδιος δεν «εκπαιδεύτηκε». Μήτε ο Βίκτορ Χάρα. Που δολοφονήθηκε, εν τέλει, με 44 σφαίρες.
Ο Γκουσμάν έλεγε κι άλλα. Πως μια χώρα χωρίς ντοκιμαντέρ είναι σαν μια οικογένεια χωρίς φωτογραφικό άλμπουμ. Δίκιο είχε. Μόνο που υπάρχει κάτι χειρότερο απ’ το να μην έχεις φωτογραφίες. Να τις έχεις, να τις κοιτάζεις, να σωπαίνεις… και να χειροκροτείς τους δημίους.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
