Σύμπτωση κι αυτή. Αυτές τις ημέρες (21-23 Σεπτεμβρίου 1944) έγινε η Παργινόσκαλα. Τρία χιλιόμετρα από την πόλη της Πρέβεζας, με αγνάντιο το Ιόνιο Πέλαγος, εκτελέστηκαν 48 πολίτες, μέλη του ΕΑΜ, κομμουνιστές αλλά και δημοκράτες με φιλοεαμικά αισθήματα. Σχεδόν δύο βδομάδες μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς εφαρμόστηκε ένα σχέδιο που αναπτύχθηκε σε μεγάλη κλίμακα αργότερα, στα Δεκεμβριανά της Αθήνας, με ανοιχτή παρέμβαση των βρετανικών δυνάμεων. Ο ταγματάρχης Δημήτριος Γαλάνης συνέλαβε, με υπόδειξη των μελών της τότε Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΔΕΣ στην Πρέβεζα, πολίτες. Τους φυλάκισε στο παλιό κάστρο του Παντοκράτορα και λίγες μέρες μετά εκτέλεσε τους σαράντα οκτώ. Χωρίς καμία δίκη.
Ανάμεσά τους και δεκατέσσερις νέοι. Δεκαπέντε με τον διοικητή τους από τη Σαγιάδα Θεσπρωτίας, μέλη της Υποδειγματικής ΕΠΟΝ. Τους ανατέθηκε να στρατοπεδεύσουν στο τότε μοναδικό Γυμνάσιο, δίπλα από το Γενί τζαμί. Οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ τους συνέλαβαν χωρίς να πέσει μια ντουφεκιά.
Τους θυμάμαι κάθε χρόνο, γιατί δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν. Τους μνημονεύω για την αγριότητα των εκτελεστών. Τους εκτέλεσαν για να λυγίσουν το φρόνημα όσων διεκδικούσαν μια δημοκρατική χώρα. Τους βάζω στην ετήσια μνημόσυνη αναφορά μου ως το παράδειγμα νέων που ματαίωσαν βίαια τα όνειρά τους.
Πρώτος τους μνημόνευσε ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, με το ποίημά του «Στους Επονίτες του 24ου», που γράφτηκε στις 24 Νοεμβρίου 1944, δυο μήνες μετά. Αφορμάται ο ποιητής από την εκτέλεση και του δεκαπεντάχρονου Περικλή Αναγνωστόπουλου, γιου του φίλου Βαγγέλη, αξιωματικού του ΕΛΑΣ, του οποίου η οικογένεια πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Τον αποκαλεί «Βλαστάρι τριτογέννητο, όψιμο διγόνι/ μάνας νοικοκυράς, πατέρα λαοκράτη,/ σαν έπεσε σ’ αυτούς που μίσος τους ενώνει,/ το πυρωμένο του όπλο ακόμα εσφιχτοκράτει».
Το ποίημα γράφεται με πυρακτωμένη οργή για την απάνθρωπη συμπεριφορά των εκτελεστών. Θυσίασαν νέους αγωνιστές που ήταν «πιστοί στον όρκο» να αντισταθούν στους ναζί κατακτητές της χώρας. Ονειρεύονταν μια χώρα ελεύθερη, μια ζωή με αξιοπρέπεια και προσφορά στον τόπο τους.
Τους θυμάμαι κάθε χρόνο. Φέτος πιο έντονα. Πληθαίνουν τα δείγματα παθητικότητας. Οδηγούνται εκεί οι νέοι από τους ταγούς της κοινωνίας. Από τα αδιέξοδα στην εκπαίδευση, από τα πρότυπα που τους σερβίρουν οι γονείς, οι δάσκαλοί τους, οι πνευματικοί άνθρωποι, τα δημόσια πρόσωπα. Που κριτήριο στην καθημερινότητά τους είναι το ιδιωτικό, όχι το «εμείς» του Μακρυγιάννη. Η θέση των σημερινών νέων είναι πιο δύσκολη. Είναι παγιδευμένοι σε ψευδοπαραδείσους. Το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο είναι βυθισμένο σε πυκνή ομίχλη.
Ο δρόμος των νέων είναι δύσβατος, ναρκοθετημένος με μπόλικο φιλοτομαρισμό από το κοινωνικό παράδειγμα και τάχα μου ηγήτορες. Ο Μπρικνέρ, όσο κι αν διαφωνούμε στο διά ταύτα, επαναφέρει το κρίσιμο ερώτημα του Σεμπρούν. «Τι παιδιά θα αφήσουμε στον κόσμο που έρχεται».
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
