Ακόμη μία αναταραχή βίωσε χθες η παγκόσμια αγορά κρατικών ομολόγων με νέο μαζικό κύμα ρευστοποιήσεων, το οποίο εκτόξευσε τις αποδόσεις των τίτλων κορυφαίων οικονομιών του πλανήτη σε νέα υψηλά δεκαετιών.
Εχοντας καταγράψει στο προηγούμενο τρίμηνο άνοδο 87,1 μονάδων βάσης -τη μεγαλύτερη σε τριμηνιαία βάση από το 1994-, το αμερικανικό 10ετές ομόλογο (δείκτης αναφοράς για το κόστος δανεισμού και τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων παγκοσμίως) άγγιξε χθες το 5,34%, επίπεδο που έχει να καταγραφεί από το 2002. Η τάση αυτή συμπαρέσυρε και τους αντίστοιχους τίτλους σε όλον τον πλανήτη. Στη Μεγάλη Βρετανία η απόδοση του δεκαετούς gilt ξεπέρασε κάποια στιγμή το 5,5% χτυπώντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ ο 30ετής τίτλος άγγιξε το 6%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1998. Στη Γαλλία, όπου οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική της κατάσταση εκκολάπτονται, η απόδοση του 10ετούς ΟΑΤ εκτοξεύτηκε στο 4,95% αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2002. Στο προηγούμενο τρίμηνο το γαλλικό 10ετές είχε καταγράψει τη χειρότερη επίδοσή του σε επίπεδο τριμήνου από το 1987. Στη Γερμανία το δεκαετές bund επανήλθε ενδοσυνεδριακά πάνω από το 3,6%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδό του από το 2007, ενώ στην Ιαπωνία η απόδοση του αντίστοιχου δεκαετούς ομολόγου σκαρφάλωσε στο 3,11% επιστρέφοντας σε υψηλά 31 ετών.
Καθολική…
Η καθολική εκτίναξη των αποδόσεων αντικατοπτρίζει κατά κύριο λόγο την ευρεία πεποίθηση της αγοράς ότι οι Κεντρικές Τράπεζες θα διατηρήσουν τα επιτόκια «υψηλά για πολύ μεγαλύτερο διάστημα» απ’ ό,τι προβλεπόταν νωρίτερα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και η παρατεταμένη διατήρηση της τιμής του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια ανά βαρέλι συνεχίζουν να τροφοδοτούν πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα τα υπέρογκα κρατικά χρέη (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις ΗΠΑ όπου το δημόσιο χρέος ξεπέρασε πρόσφατα τα 40 τρισ. δολάρια) προκαλούν νευρικότητα στους επενδυτές. Οι αγορές, συνειδητοποιώντας ότι οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να εκδίδουν μαζικά νέο χρέος για να καλύψουν ελλείμματα, απαιτούν υψηλότερο «ασφάλιστρο κινδύνου» για να τις δανείσουν. Στην εξίσωση προστίθεται και η ιστορική μεταστροφή της Ιαπωνίας, η οποία εγκαταλείπει οριστικά την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων ωθώντας εγχώρια κεφάλαια σε επαναπατρισμό. Στο περιβάλλον αυτό η κερδοσκοπία λειτουργεί ως επιταχυντής της κρίσης. Μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια (κυρίως hedge funds) εκμεταλλεύονται την τάση άμεσα μέσω επιθετικών στρατηγικών short-selling. Ποντάροντας στην περαιτέρω πτώση των τιμών των ομολόγων, διογκώνουν τεχνητά την πίεση στην αγορά και εντείνουν τον ρυθμό του ξεπουλήματος.
Οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι βαριές τόσο για τις οικονομίες όσο και για την καθημερινότητα των πολιτών.
Για τα κράτη η άνοδος των αποδόσεων μεταφράζεται σε δημοσιονομική ασφυξία. Οι κυβερνήσεις υποχρεούνται πλέον να δαπανούν ένα τεράστιο μέρος των εσόδων τους αποκλειστικά για την αποπληρωμή τόκων. Αυτό περιορίζει δραματικά τα κονδύλια για την υγεία, την παιδεία και τις κοινωνικές υποδομές, ενώ ανοίγει την πόρτα για νέα φορολογικά μέτρα. Για τους πολίτες η κρίση μεταφέρεται άμεσα στην προσωπική τους οικονομία, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση των επιτοκίων στη λιανική τραπεζική. Το κόστος για τα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια αυξάνεται κατακόρυφα, καθιστώντας την απόκτηση στέγης απρόσιτη και παγώνοντας τις νέες επενδύσεις και τις προσλήψεις.
Συνάλλαγμα
Εν τω μεταξύ στις αγορές συναλλάγματος το ευρώ συνεχίζοντας την καθοδική τροχιά των τελευταίων εβδομάδων άγγιξε χθες το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 17 μηνών έναντι του δολαρίου. Το κοινό νόμισμα υποχώρησε κάτω από 1,13 δολάρια για πρώτη φορά από τον Μάιο του 2025. Τον προηγούμενο μήνα είχε καταγράψει πτώση μεγαλύτερη του 2% έναντι του δολαρίου σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση του στους τελευταίους 24 μήνες. Το δολάριο ακολουθεί από την πλευρά του ανοδική πορεία τους τελευταίους δύο μήνες, εν μέρει και χάρη στη μεγαλύτερη τριμηνιαία άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων από το 1994. Η πτώση του ευρώ συνοδεύτηκε χθες και από μαζικές πωλήσεις ευρωπαϊκών τίτλων, καθώς οι ανησυχίες της αγοράς για τις επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών πετρελαίου, του πληθωρισμού, του πολέμου στην Ουκρανία και ευρύτερα της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στην οικονομία των 21 χωρών εντείνονται.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
