Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι ψηφίδες μιας ευρύτερης μετατόπισης: της προσπάθειας να αποδυναμωθεί η ιστορική μνήμη, να σχετικοποιηθούν τα γεγονότα και, τελικά, να μετατραπούν οι τόποι, τα πρόσωπα και τα σύμβολα της ιστορίας σε ουδέτερα καταναλωτικά προϊόντα.
Ένας δημοσιογράφος φτάνει στο σημείο να αμφισβητεί ακόμη και το αν η Εριέττα Μόλχο βρισκόταν στο τρένο των Τεμπών, επιχειρώντας να συνδέσει την υπόθεση με την αλλοίωση του χώρου της τραγωδίας και συγχέοντας, ουσιαστικά, τη συζήτηση γύρω από τους νεκρούς των Τεμπών με τις αμφισβητήσεις που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για τον αριθμό των νεκρών του Πολυτεχνείου. Η ίδια η δημόσια συζήτηση για το αν ένα θύμα «υπήρχε» ή αν «ήταν στο τρένο» δεν είναι μια αθώα άσκηση δημοσιογραφικής περιέργειας. Αφορά τον πυρήνα της συλλογικής μνήμης: ποια γεγονότα αναγνωρίζουμε ως πραγματικά και ποια αφήνουμε να μετατραπούν σε αντικείμενο αμφισβήτησης.
Την ίδια στιγμή, ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίζεται έχοντας εκτίσει ποινή για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή. Και όμως, στον δημόσιο λόγο η βασική αυτή πληροφορία συχνά υποχωρεί πίσω από μια αφήγηση περί «επιστροφής», «δικαιωμάτων» και πολιτικής παρουσίας. Ο ευρωβουλευτής Φρέντι Μπελέρης έφτασε μάλιστα να χαρακτηρίσει τον Κασιδιάρη «από τους λίγους Έλληνες» που εξέτισαν την ποινή τους, πριν ανακαλέσει τη συγκεκριμένη αποστροφή ως «άστοχη».
Το ζήτημα δεν είναι αν ένας καταδικασμένος άνθρωπος έχει δικαιώματα μετά την έκτιση της ποινής του. Προφανώς έχει. Το ζήτημα είναι τι ακριβώς επιλέγουμε να θυμόμαστε όταν μιλάμε γι’ αυτόν. Ο Κασιδιάρης δεν βρέθηκε στη φυλακή για μια αφηρημένη «πολιτική διαφωνία». Καταδικάστηκε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης στο πλαίσιο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής. Αυτή η ιστορική και δικαστική πραγματικότητα δεν μπορεί να εξαφανίζεται από το κάδρο επειδή η δημόσια συζήτηση μετακινείται στο τι θα κάνει από εδώ και πέρα.
Και την ίδια στιγμή που αυτά συμβαίνουν, η δημόσια σφαίρα μπορεί να κατακλύζεται από κάθε είδους ασήμαντη ή εντυπωσιοθηρική πληροφορία, ενώ οι κρίσιμες ιστορικές συνδέσεις μένουν στο περιθώριο.
Εδώ βρίσκεται, ίσως, το πιο επικίνδυνο σημείο: ο φασισμός δεν επιστρέφει απαραίτητα με τις ίδιες στολές, τα ίδια σύμβολα και τις ίδιες λέξεις. Μπορεί να επιστρέψει και μέσα από την αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης. Μέσα από την εξίσωση του τεκμηριωμένου με το αμφισβητούμενο. Μέσα από τη λήθη. Μέσα από τη μετατροπή των τόπων όπου συγκρούστηκε η κοινωνία με τον αυταρχισμό σε ουδέτερα σκηνικά, διαθέσιμα για κάθε είδους χρήση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Επταπύργιο, το Γεντί Κουλέ. Το ιστορικό μνημείο εντάχθηκε στον κατάλογο χώρων όπου προβλεπόταν η διοργάνωση ιδιωτικών εκδηλώσεων και δράσεων γαστρονομίας μέσω του ΟΔΑΠ, προκαλώντας αντιδράσεις από φορείς αντιστασιακών και την τοπική κοινωνία. Τελικά, στις αρχές Οκτωβρίου 2026, το Επταπύργιο αφαιρέθηκε από τον συγκεκριμένο κατάλογο.
Το θέμα, επομένως, δεν τελειώνει με την εξαίρεση του Γεντί Κουλέ από έναν κατάλογο.
Γιατί ποιος μπορεί να φανταστεί ως «γαστρονομική εμπειρία» έναν χώρο που στη συλλογική μνήμη της Θεσσαλονίκης είναι συνδεδεμένος με φυλακίσεις, βασανισμούς και εκτελέσεις αγωνιστών; Το ίδιο το Δημοτικό Συμβούλιο Νεάπολης-Συκεών έχει επισημάνει ότι το Επταπύργιο αποτελεί σύμβολο διώξεων, αλλά και αγώνων για την ελευθερία, τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι βαθύτερο από μια κακή επιλογή χώρου για μια δεξίωση. Είναι η σταδιακή αποσύνδεση του μνημείου από το νόημά του.
Η ιστορία επιχειρείται να μετατραπεί σε πεδίο μπίζνας. Σε αρχαιολογικούς και ιστορικούς χώρους η εμπορική αξιοποίηση παρουσιάζεται ως «ανάδειξη», «εξωστρέφεια», «εμπειρία» και «τουριστική ανάπτυξη». Όμως ένας τόπος δεν είναι μόνο η πέτρα, η αρχιτεκτονική του ή η αισθητική του. Είναι και όσα συνέβησαν μέσα σε αυτόν. Είναι οι άνθρωποι που πέρασαν από εκεί, οι ζωές που χάθηκαν, οι αγώνες που δόθηκαν και οι κοινωνικές συγκρούσεις που τον φόρτισαν με νόημα. Ιδίως οι τόποι βασανιστηρίων, φυλακής και πολιτικής καταστολής δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως «σκηνικά».
Το ιστορικό τους φορτίο δεν είναι ένα περιττό παράρτημα που μπορεί να αφαιρεθεί ώστε να καταστούν πιο ελκυστικοί για ιδιωτικές εκδηλώσεις. Είναι η ίδια η ουσία τους.
Και εδώ η ιστορία μάς έχει ήδη προειδοποιήσει. Το 1937, στο Μόναχο, το ναζιστικό καθεστώς οργάνωσε την έκθεση «Εκφυλισμένης Τέχνης» — Entartete Kunst. Χιλιάδες έργα μοντέρνας τέχνης είχαν προηγουμένως κατασχεθεί από γερμανικά μουσεία. Περισσότερα από 600 παρουσιάστηκαν σε μια έκθεση σχεδιασμένη όχι για να τα αναδείξει αλλά για να τα διαπομπεύσει: χωρίς κορνίζες, με παραμορφωμένη παρουσίαση, με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και συνθήματα στους τοίχους. Απέναντι στην «εκφυλισμένη» τέχνη το καθεστώς αντιπαρέθετε την υποτιθέμενη «υγιή», «γερμανική» τέχνη.
Δεν επρόκειτο απλώς για μια έκθεση τέχνης. Ήταν μια πολιτική επιχείρηση ελέγχου του πολιτισμού και της μνήμης: το καθεστώς αποφάσιζε τι αξίζει να βλέπουμε, τι πρέπει να απορρίπτουμε, ποια αισθητική είναι «υγιής» και ποια «άρρωστη», ποιοι καλλιτέχνες ανήκουν στο έθνος και ποιοι πρέπει να στιγματιστούν. Η πολιτιστική πολιτική εντάχθηκε έτσι στη συνολική ναζιστική προσπάθεια να αναδιαμορφωθεί η κοινωνία σύμφωνα με την ιδεολογία του καθεστώτος.
Αυτό είναι το κρίσιμο μάθημα της «Εκφυλισμένης Τέχνης»: η εξουσία δεν χρειάζεται να απαγορεύσει αμέσως την ιστορία για να την αλλάξει. Αρκεί να αλλάξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή παρουσιάζεται. Να αποφασίσει τι θα θεωρείται σημαντικό, τι γελοίο, τι παρωχημένο, τι «υπερβολικό» και τι εμπορικά αξιοποιήσιμο.
Η μάχη για την ιστορική μνήμη, επομένως, δεν είναι μάχη για το παρελθόν. Είναι μάχη για το παρόν.
Όταν αμφισβητούνται οι νεκροί, όταν σχετικοποιούνται τα εγκλήματα, όταν αποσιωπάται το ιστορικό περιεχόμενο μιας καταδίκης, όταν οι τόποι φυλάκισης και βασανισμού μετατρέπονται σε ουδέτερα σκηνικά για κατανάλωση, αυτό που χάνεται δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια της ιστορίας.
Χάνεται η δυνατότητα μιας κοινωνίας να αναγνωρίζει τα όρια που δεν πρέπει να ξαναπεράσει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη μορφή ιστορικού αναθεωρητισμού: όχι εκείνη που φωνάζει ότι το παρελθόν δεν συνέβη, αλλά εκείνη που το απογυμνώνει τόσο συστηματικά από το νόημά του, ώστε στο τέλος να μην μας αφορά πια.
*Εύα Ρέντζου, αναπλ. τομεάρχης Πολιτισμού
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
