Τελευταία νέα
WSJ: Ο Πούτιν πρότεινε σύνοδο κορυφής με Τραμπ και Σι αλλά χωρίς Ζελένσκι, για τον πόλεμο στην Ουκρανία Αρχίζει η μάχη του προϋπολογισμού στη Βουλή-Τι προβλέπει, οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης Τροχαίο στη Λαμία: Έπεσε πάνω σε τρία αυτοκίνητα, έκανε όπισθεν και εγκατέλειψε το σημείο [βίντεο] Θρίαμβος με… άδεια χέρια: Ο Μητσοτάκης στέλνει επιστολές, η Μελόνι έκλεισε συμφωνία Θεσσαλονίκη: Μεγάλη φωτιά σε εταιρεία ανακύκλωσης στα Διαβατά – Αποπνικτική η ατμόσφαιρα «Αυτοί που άγγιξαν τον πόλεμο»: Ενας μπαξές και ο τελευταίος εργάτης της ΠΥΡΚΑΛ Ρούμπιο: Η Ελλάδα χρειάζεται έναν ισχυρό πρέσβη με απευθείας πρόσβαση στον Τραμπ Παραλύει η Χίος για το κλείσιμο του αεροδρομίου Θλιμμένοι οι ουρανοί στην Πιερία: Τα σενάρια που εξετάζονται για την πτώση του αεροσκάφους Μήνυμα Ανδρουλάκη από το Αιγάλεω: «Η Αλλαγή δεν είναι ανάμνηση» Τραγωδία στη Λέσβο μετά από σύγκρουση ταχύπλοου με σκάφος του Λιμενικού: Εξι νεκροί μετανάστες, ανάμεσά τους ένα βρέφος Κοινωνική εξέγερση στην Ευρώπη: Μεγαλειώδεις διαδηλώσεις και πρωτοφανή επεισόδια με εκατοντάδες τραυματίες
Efsyn.gr

Σεμπάστιαν Φίτζεκ: «Τα social media είναι η ηρωίνη της εποχής μας»

Ο Σεμπάστιαν Φίτζεκ είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο της σύγχρονης λογοτεχνίας. Καταφέρνει να μετατρέψει τις παρουσιάσεις βιβλίων του σε γιγαντιαία live shows, γεμίζοντας ολόκληρα στάδια και αρένες, προκαλώντας στους αναγνώστες του εκδηλώσεις θαυμασμού που συνήθως συμβαίνουν σε ροκ αστέρες.
Με περισσότερα από 19 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, μεταφράσεις σε 36 γλώσσες και μια καριέρα που μετρά πλέον 20 χρόνια από το εμβληματικό του ντεμπούτο με τη «Θεραπεία», στα 55 του χρόνια έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις ουρές του κόσμου για να τον δουν όταν είχε έρθει στη χώρα μας, στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Κι όμως, ο «βασιλιάς» του γερμανικού θρίλερ παραμένει αφοπλιστικά «γειωμένος» συνεχίζοντας να τυπώνει το προσωπικό του email στο τέλος κάθε βιβλίου του για να συνομιλεί απευθείας με το κοινό του.
Σε μια αποκλειστική και βαθιά εξομολογητική συνέντευξη με φόντο την πρόσφατη πολιτική κατάσταση στην πόλη του, αναλύει πώς ο κοινωνικός φόβος στρώνει το χαλί για την άνοδο των άκρων. Παρομοιάζει τον εθισμό στα social media με «ηρωίνη» που σκοτώνει τη σκέψη και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, την οποία χαρακτηρίζει «ατομική βόμβα» στα λάθος χέρια.
Την ίδια στιγμή, μας «ανοίγει» την πόρτα του σπιτιού του ως πατέρας πέντε παιδιών, περιγράφοντας με χιούμορ τις ισορροπίες τρόμου ανάμεσα στη συγγραφή φρικτών εγκλημάτων και την οικογενειακή θαλπωρή.
Από τη Γάζα και την Ουκρανία μέχρι το κρυφό πρόβλημα της κακοποίησης παιδιών στη Γερμανία, ο Σ. Φίτζεκ τονίζει ότι το ψυχολογικό θρίλερ δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, αλλά ίσως ο πιο σκληρός καθρέφτης της πραγματικότητάς μας. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί στην Ελλάδα το ψυχολογικό θρίλερ του «Ο Γείτονας» (μετάφραση Ειρήνης Γεούργα) από τις εκδόσεις Διόπτρα, όπως και όλα του τα προηγούμενα βιβλία, ενώ ταυτόχρονα στη Γερμανία βγαίνει το τελευταίο του μυθιστόρημα «Το νυχτερινό τρένο».
Είστε ένας ευγενικός, χαμογελαστός άνθρωπος. Πώς συμβιβάζεται αυτό με το γεγονός ότι γεννάτε μερικούς από τους μεγαλύτερους εφιάλτες της σύγχρονης λογοτεχνίας;
Νομίζω ότι όλοι μας κρύβουμε και τις δύο πλευρές μέσα μας. Ευτυχώς, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων –στην οποία ανήκω κι εγώ– είμαστε καλοί άνθρωποι και έχουμε τη δυνατότητα να διαχειριζόμαστε αυτή τη σκοτεινή μας πλευρά με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, εγώ γράφω ιστορίες, κάποιοι άλλοι διαβάζουν αυτές τις ιστορίες, και όλοι μαζί τις χρησιμοποιούμε ως μια διέξοδο. Προσωπικά, επειδή δεν μπορούσα να είμαι απόλυτα ευτυχισμένος μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, βρήκα μια διέξοδο που με απαλλάσσει από όλους τους δαίμονές της.
Πρόσφατα είδαμε στις εκλογές στο Βερολίνο νίκη της Αριστεράς, αλλά ταυτόχρονα ραγδαία άνοδο της Ακροδεξιάς. Ως κάτοικος της πόλης, πώς το βλέπετε αυτό που συμβαίνει έξω από την πόρτα σας;
Για πάρα πολύ καιρό υπήρχε το Τείχος, αυτό το σύνορο που χώριζε την πόλη στα δύο. Το Βερολίνο υπήρξε πάντα μια δημιουργική πρωτεύουσα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Βερολινέζοι της δυτικής πλευράς δεν είχαν την υποχρέωση να υπηρετήσουν στον γερμανικό στρατό. Αυτό ώθησε πολλούς ανθρώπους που δεν ήθελαν να πάνε στρατό –ειρηνιστές, διανοούμενους, δημιουργικά μυαλά– να μετακομίσουν εκεί. Ετσι, το δυτικό Βερολίνο απέκτησε ένα διαφορετικό είδος πολιτών, τόσο πολιτισμικά όσο και ηλικιακά.
Η πόλη έχει μια τεράστια ποικιλία πολιτικών απόψεων. Υπάρχει ένας διάχυτος φόβος: για τον πόλεμο που γίνεται δίπλα μας, για την ανεργία, για την τιμή της βενζίνης που έχει φτάσει στα ύψη. Στο Βερολίνο πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις στέγη ή να πληρώσεις το ενοίκιό σου. Εξαιτίας όλων αυτών των προβλημάτων και της ανασφάλειας, είναι πολύ εύκολο για τα ακραία κόμματα να αναπτυχθούν. Οσο μεγαλύτερος είναι ο φόβος τόσο περισσότερο έδαφος κερδίζουν οι ακραίοι.
Σας ανησυχεί το μέλλον της Ευρώπης και της χώρας σας;
Φυσικά και με ανησυχεί. Εχουμε να αντιμετωπίσουμε δύσκολα προβλήματα, τα οποία απαιτούν ικανούς ηγέτες –γυναίκες ή άντρες– που ο κόσμος να τους σέβεται και να τους εμπιστεύεται. Σήμερα έχουμε πολλές πολιτικές προσωπικότητες που είτε διψούν μόνο για την εξουσία είτε φοβούνται την εξουσία· ανθρώπους που ίσως θα ήθελαν να κάνουν το σωστό, αλλά τρέμουν τη δημόσια κριτική.
Επίσης, δεν έχουμε πια αληθινά πρότυπα στον κόσμο της πολιτικής. Εγιναν πολλά λάθη από την Ανγκελα Μέρκελ, αλλά πολλοί άνθρωποι τη σέβονταν και την εκτιμούσαν. Και τώρα, αυτή η παρουσία λείπει. Δεν υπήρξα ποτέ οπαδός της, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι λείπει. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να τους εμπιστευόμαστε και να τους σεβόμαστε. Χρειαζόμαστε δυνατές προσωπικότητες, αλλά αυτή τη στιγμή έχουμε κυρίως αδύναμους ηγέτες, οι οποίοι προωθούν και δίνουν εύκολες, λαϊκίστικες απαντήσεις στα προβλήματα του λαού.
Φέτος γιορτάζετε την 20ή επέτειο από την έκδοση του πρώτου σας μυθιστορήματος, της «Θεραπείας», και γεμίζετε τεράστιες αρένες, σαν ένας rock star. Βάζετε ακόμα το προσωπικό σας email στο τέλος κάθε βιβλίου σας για να επικοινωνείτε με τους αναγνώστες;
Λοιπόν, αυτό που έκανα πριν από 20 χρόνια ήταν στην πραγματικότητα ένα… λάθος! Νόμιζα ότι δεν θα λάμβανα πολλά emails.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, η «Θεραπεία» έγινε τεράστιο best seller και άρχισα να λαμβάνω τόνους από μηνύματα. Το καλύτερο όμως ήταν ότι οι αναγνώστες μού έγραφαν απαντώντας στο γιατί επέλεξαν το βιβλίο μου και ποιο προσωπικό ταξίδι της ζωής τους συνδέθηκε με αυτό. Οι απαντήσεις τους ήταν συγκλονιστικές.
Οι αναγνώστες μάς βλέπουν ως μια διέξοδο. Θέλουν να ελευθερώσουν το μυαλό τους από τα προβλήματα της καθημερινότητας για δύο ώρες. Γι’ αυτόν τον λόγο κράτησα το email μου. Ξέρετε, παλιά, όταν έκανα παρουσιάσεις, έρχονταν μόλις 5 άτομα… και από αυτούς, οι 3 ήταν οι υπάλληλοι του βιβλιοπωλείου!
Στο «Playlist», η μουσική λειτουργεί ως κλειδί για την πλοκή του μυθιστορήματος. Χρειάζεται τελικά η λογοτεχνία να γίνει multimedia για να επιβιώσει;
Πιστεύω πως θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Οι αναγνώστες δεν μου λένε ότι σκοπεύουν να σταματήσουν να διαβάζουν ή ότι βαρέθηκαν τα βιβλία. Αντιθέτως, όλοι μου λένε: «Αγαπώ τα βιβλία, αλλά δεν έχω πια χρόνο».
Αυτό που πραγματικά σκοτώνει τον χρόνο μας είναι το κινητό μας τηλέφωνο. Είναι τα social media και το Netflix. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να διαβάζουν επειδή εθίστηκαν στην ντοπαμίνη του scrolling και του διαδικτύου. Οι περισσότεροι πλέον δεν ανοίγουν βιβλίο επειδή φοβούνται ότι, όσο διαβάζουν, θα χάσουν κάτι που συμβαίνει online. Πρόκειται για έναν καθαρό εθισμό από τον οποίο δυσκολεύονται να απαλλαγούν.
Αν κάναμε το βιβλίο multimedia, αυτό θα εξουδετέρωνε τη μοναδική του δύναμη. Η δύναμη του παραδοσιακού βιβλίου είναι ότι δεν σου επιτρέπει να δεχτείς κλήσεις ή ειδοποιήσεις την ώρα που διαβάζεις.
Μπορείς, λοιπόν, να μπεις στο TikTok ή στο Instagram για να βρεις προτάσεις και κριτικές για βιβλία, αλλά μετά πρέπει να πας στο βιβλιοπωλείο και να αγοράσεις το ίδιο το βιβλίο. Στην πραγματικότητα, διεξάγεται ένας πόλεμος ανάμεσα στο βιβλίο και στην «ηρωίνη» που αντιπροσωπεύουν τα νέα μέσα.
Επειτα από δεκαετίες σκοτεινών ψυχολογικών θρίλερ μάς εκπλήξατε όλους γράφοντας το «The First Last Day»…
Κατά την αρχή της πανδημίας του Covid-19, έγραψα το πιο σκοτεινό μου θρίλερ, το «Walk Me Home». Νόμιζα ότι ύστερα από εκείνα τα δύσκολα Χριστούγεννα, τα πράγματα θα βελτιώνονταν. Ομως, η κατάσταση χειροτέρεψε. Συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν σε ψυχολογική κατάσταση να γράψω ξανά κάτι σκοτεινό. Σκεφτόμουν καιρό μια ιστορία που να περιέχει χιούμορ και είπα: «Τώρα είναι η ώρα». Ο κόσμος βίωνε ήδη αρκετό σκοτάδι κι εγώ ο ίδιος είχα ανάγκη από κάτι που θα με έκανε να γελάσω.
Πώς ένα αγόρι που μεγάλωσε σε ένα «υγιές» περιβάλλον καταλήγει να γράφει φρικτά εγκλήματα; Τι είπαν οι γονείς σας όταν δημοσιεύσατε το πρώτο σας θρίλερ;
Ναι, νομίζω ότι ξαφνιάστηκαν, αλλά ταυτόχρονα ένιωσαν και μια «οικειότητα». Ο πατέρας μου λάτρευε το true crime, ακόμα και πριν καθιερωθεί ο όρος. Μου μιλούσε συχνά για Γερμανούς παράφρονες εγκληματίες. Υπήρχε επίσης μια εκπομπή στη γερμανική τηλεόραση, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όπου η αστυνομία αναζητούσε εγκληματίες. Ημουν πολύ μικρός τότε, αλλά την έβλεπα. Αργότερα, πολλοί άνθρωποι μου είπαν ότι αυτή η σειρά τούς προκάλεσε ψυχολογικά τραύματα!
Η μητέρα μου, από την άλλη, ήθελε αρχικά να γίνει επιμελήτρια κειμένων στην τηλεόραση, αλλά τελικά δεν ευδοκίμησε αυτό και έγινε δασκάλα.
Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής Ιστορίας και ανέκαθεν προσπαθούσε να κάνει τους μαθητές του να καταλάβουν πώς γεννήθηκε το ναζιστικό εγκληματικό φαινόμενο και πώς φτάσαμε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μου έδωσε πολλά βιβλία για αυτό το θέμα, οπότε από πολύ μικρός ήρθα αντιμέτωπος με την έννοια του «απόλυτου κακού». Η Γερμανία πέρασε μια πολύ σκοτεινή περίοδο, για την οποία όλοι έφεραν ευθύνη. Για όσα πέρασαν οι Εβραίοι, οι αριστεροί, πολλοί απλώς γυρνούσαν το κεφάλι από την άλλη πλευρά και δεν αντιδρούσαν. Ολο αυτό σε κάνει να αναρωτιέσαι: Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο κακό και τι πρέπει να γίνει για να το διορθώσεις; Ολες αυτές οι σκέψεις υπήρχαν στο μυαλό μου από πολύ νεαρή ηλικία, και ακόμα τις επεξεργάζομαι.
Ζούμε τα τελευταία χρόνια μια πολύ ζοφερή τραγωδία με τη Γάζα και το Ισραήλ…
Κοιτάξτε, η δική μου πολιτική στάση βρίσκεται μέσα στα βιβλία μου. Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος με τη θανατική ποινή και τον πόλεμο, από κάθε άποψη, και ιδιαίτερα όταν αυτός επηρεάζει τα μικρά παιδιά. Είμαι πατέρας πέντε παιδιών. Δεν με αφορά η θρησκεία, δεν με αφορά το φύλο ή το χρώμα του δέρματος. Για μένα, υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων: οι καλοί και οι κακοί. Τους βρίσκεις και τους δύο, σε όλες τις πλευρές.
Αν μιλήσουμε λοιπόν για τη Γάζα και το Ισραήλ, πιστεύω ότι και στις δύο πλευρές υπάρχουν καλοί άνθρωποι, οι οποίοι πρέπει να λύσουν τις διαφορές τους με άλλον τρόπο και όχι σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον. Το ίδιο ισχύει και στην Ουκρανία, όπου έχουμε πολλούς νεκρούς καθημερινά. Θέλω να ζήσω σε έναν κόσμο όπου η κτηνωδία και η βία δεν θα αποτελούν τη λύση. Ομως, αυτή τη στιγμή, η βία πρωταγωνιστεί.
Αναφέρατε ότι είστε πατέρας πέντε παιδιών. Φέρατε ποτέ κατά λάθος το σκοτάδι κάποιου βιβλίου στο οικογενειακό τραπέζι;
Δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά εγώ δεν είμαι ο τύπος του συγγραφέα που απομονώνεται για εβδομάδες. Πολύ συχνά γράφω με το πεντάχρονο παιδί μου να κοιμάται δίπλα μου. Με ρωτάνε συχνά: «Μπαμπά, τι γράφεις εκεί;». Τότε προσπαθώ να παραλλάξω την ιστορία για να γίνει κατανοητή και κατάλληλη για την ηλικία τους, αν και μερικές φορές δυσκολεύομαι να βρω τις σωστές λέξεις.
Μια φορά, θυμάμαι, είχαμε φτιάξει ένα τρέιλερ για ένα βιβλίο, το οποίο ήταν αρκετά τρομακτικό. Τα παιδιά μού είπαν: «Μπαμπά, αφού γράφεις τρομακτικές ιστορίες, δεν μας λες μια ιστορία πριν κοιμηθούμε;». Κι εγώ αποφάσισα να τους διηγηθώ μια μικρή ιστορία του Στίβεν Κινγκ! Την άλλαξα λιγάκι για να μην είναι τόσο άγρια, αλλά φαίνεται πως η αλλαγή δεν ήταν αρκετή… Αποτέλεσμα; Δεν μπορούσαν να κλείσουν μάτι και κοιμούνταν όλα μαζί στο δικό μας κρεβάτι για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Η σύζυγός μου, όπως καταλαβαίνετε, μου απαγόρευσε διά ροπάλου να τους ξαναπώ ιστορία πριν από τον ύπνο.
Γράφετε ακόμα για να ξορκίσετε τους φόβους σας;
Ναι, αλλά πλέον γράφω και για να βγάλω από το μυαλό μου πράγματα που δεν θέλω να βρίσκονται εκεί. Πρόσφατα διάβασα μια συνέντευξη ενός πράκτορα του FBI, ο οποίος ανέκρινε έναν κατά συρροή δολοφόνο παιδιών που επέλεγε τα θύματά του από παιδικές χαρές. Οταν ο πράκτορας τον ρώτησε πώς διάλεγε τα παιδιά, ο δολοφόνος απάντησε: «Επιλέγω πάντα το πιο χαρούμενο παιδί». Αυτή η φράση, «το πιο χαρούμενο παιδί», στοίχειωσε το μυαλό μου και με βασάνιζε για καιρό. Πλέον, δεν αντέχω να βλέπω ντοκιμαντέρ αληθινών εγκλημάτων, επειδή η πραγματικότητα με ξεπερνά.
Στα βιβλία μου, το τέλος είναι πάντα πιο «μαλακό», υπάρχει μια δικαίωση. Οι παιδοβιαστές, οι βιαστές και οι γυναικοκτόνοι θα χαίρονταν πολύ αν δεν ασχολούνταν κανείς μαζί τους πέρα από ένα μικρό, μονόστηλο άρθρο στις εφημερίδες. Θα λάτρευαν το γεγονός να μην υπάρχουν ταινίες ή μυθιστορήματα γι’ αυτούς, γιατί έτσι θα παρέμεναν στο σκοτάδι. Δεν γράφω για πλούσιες κυρίες, συζύγους εκατομμυριούχων που ζουν σε βίλες στα προάστια και κάποιος τις ληστεύει. Γράφω για τον τρόπο και τον βαθύτερο λόγο που διαπράττεται ένα έγκλημα. Γράφω, για παράδειγμα, για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, η οποία αποτελεί ένα τεράστιο, κρυφό πρόβλημα στη Γερμανία.
Φοβάστε μήπως η Τεχνητή Νοημοσύνη καταφέρει κάποια στιγμή να γράφει ψυχολογικά θρίλερ σαν τα δικά σας;
Οχι, καθόλου. Αυτό που φοβάμαι με την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι όταν πέφτει στα λάθος χέρια. Εκεί είναι πραγματικά σαν την ατομική βόμβα: μπορεί να καταστρέψει ολόκληρο τον πλανήτη. Αν και η ίδια η τεχνολογία δεν σκοτώνει, μπορεί πολύ εύκολα να χρησιμοποιηθεί για να οδηγήσει στο έγκλημα.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...