Διχασμένοι εμφανίστηκαν οι ισραηλινοί ψηφοφόροι στις κάλπες της Τρίτης, καθώς ούτε η συμμαχία του απερχόμενου πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου αλλά ούτε και ο συνασπισμός του βασικού αντιπάλου του Γκάντι Άιζενκοτ φέρεται να συγκεντρώνουν τις αναγκαίες 61 έδρες της Κνεσέτ (από τις 120 συνολικά), ώστε να έχουν την πλειοψηφία στην ισραηλινή Βουλή.
Με καταμετρημένο πάνω από το 85% των ψήφων, η συμμαχία του Νετανιάχου (με πυρήνα το κόμμα του, Λικούντ) εξασφαλίζει 53 έδρες, ενώ ο συνασπισμός του Άιζενκοτ 49 έδρες, με αποτέλεσμα τα αραβικά κόμματα να αποκτούν ρόλο «ρυθμιστή». Συνεπώς, ο αριθμός των 19 εδρών που κατακτούν τα αραβικά κόμματα είναι υπεραρκετός ώστε να προσφέρουν σε οποιοδήποτε από τα δύο στρατόπεδα, την απαιτούμενη πλειοψηφία που απαιτείται για την εκλογή προέδρου της Βουλής, την ψήφιση νομοσχεδίων και τον σχηματισμό λειτουργικής κυβέρνησης.
Βεβαίως, τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι οριστικά: η τελική καταμέτρηση αναμένεται έως την Παρασκευή, ενώ τα επίσημα αποτελέσματα θα δημοσιευθούν στις 4 Νοεμβρίου.
Ωστόσο, οι πολιτικές διεργασίες είναι ήδη σε πλήρη εξέλιξη με ένα μεγάλο δίλημμα να κυριαρχεί και στα δύο στρατόπεδα που επιδιώκουν την πλειοψηφία: να σπάσουν το ταμπού της συνεργασίας με Άραβες συμμάχους ή να οδηγηθούν ξανά στις κάλπες.
Ξεκίνησαν οι πολιτικές «ζυμώσεις»
Με το εκλογικό θρίλερ να είναι σε πλήρη εξέλιξη, τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ, στις πρώτες τους δηλώσεις, υποστήριξαν αμφότεροι πως είναι έτοιμοι να σχηματίσουν κυβέρνηση, γεγονός που προοιωνίζεται σκληρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις.
Σήμερα, ο Νετανιάχου, απευθυνόμενος σε οπαδούς του κόμματός του, ζήτησε τον σχηματισμό «μιας ισχυρής, δεξιάς εθνικής κυβέρνησης». Υπογράμμισε τις στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ και έθεσε την προοπτική νέας κοινής στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν μαζί με τον σύμμαχό του, τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, λέγοντας ότι οι δύο χώρες έχουν μια «μοναδική ιστορική ευκαιρία» να εξαλείψουν «μια και καλή» αυτό που αποκάλεσε ιρανική απειλή.
Ο Άιζενκοτ, με τη σκέψη ότι ο Νετανιάχου θα παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός, προειδοποίησε πως μπορεί να χρησιμοποιήσει το ζήτημα της ασφάλειας για πολιτικούς σκοπούς. «Καλώ τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας και των δημόσιων υπηρεσιών: ο Νετανιάχου είναι υπηρεσιακός πρωθυπουργός, χωρίς εντολή ή την εμπιστοσύνη του λαού», δήλωσε. «Παραμείνετε σταθεροί μπροστά σε οποιαδήποτε απόπειρα να σας αμφισβητήσει».
Επίσης, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της αραβο-ισραηλινής αντιπολίτευσης απηύθυνε κάλεσμα υπέρ της σύναψης μιας «πραγματικής εβραϊκο-αραβικής συνεργασίας», με στόχο την απομάκρυνση του Νετανιάχου από την εξουσία. «Οποιοσδήποτε επιθυμεί να προτείνει μια πραγματική και αυθεντική εναλλακτική στην κυβέρνηση Νετανιάχου, που έχει τα χέρια της βαμμένα με αίμα, θα πρέπει να απευθυνθεί σε εμάς και να ανοίξει τον δρόμο για την αλλαγή», δήλωσε σε ισραηλινά MME ο Γιούσεφ Τζαμπαρίν, ηγετικό στέλεχος της Ενοποιημένης Λίστας, η οποία συγκεντρώνει τρία κόμματα με κατά κύριο λόγο αραβική εκλογική βάση.
Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής του ισραηλινού κεντροαριστερού κόμματος των Δημοκρατικών, ο Γιαΐρ Γκολάν, κάλεσε την αντιπολίτευση που βρίσκεται απέναντι στον Νετανιάχου να συμμαχήσει με τα αραβικά κόμματα για να σχηματιστεί κυβέρνηση και να απομακρυνθεί από την εξουσία ο πρωθυπουργός. «Δεν πρέπει πλέον να δεχόμαστε τον ρατσιστικό διαχωρισμό του Νετανιάχου ανάμεσα στις εβραϊκές ψήφους και τις αραβικές ψήφους», τόνισε σε ανάρτηση στο Χ. «Έχουμε μια ευθύνη. Και έχουμε την ευκαιρία να σχηματίσουμε μια κυβέρνηση αλλαγής, σε συνεργασία με τους Άραβες πολίτες του Ισραήλ».
Ένα… παζλ πόλωσης
Σύμφωνα με το Al Jazeera, αμφότερα τα δύο πολιτικά στρατόπεδα διεξήγαγαν εκστρατείες οι οποίες χαρακτηρίστηκαν βαθύτατα ρατσιστικές. Το Λικούντ πέρασε μεγάλο μέρος της προεκλογικής περιόδου διατυπώνοντας ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς ότι η αντιπολίτευση σχεδίαζε να σχηματίσει κυβέρνηση που θα βασιζόταν σε αραβικά κόμματα μετά την ψηφοφορία, ενώ παράλληλα κατέθεσε προσφυγή ζητώντας τον αποκλεισμό της Ενοποιημένης Λίστας από τις εκλογές.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο Λίμπερμαν απέκλεισε το ενδεχόμενο συνεργασίας είτε με αραβικά είτε με υπερορθόδοξα κόμματα, ενώ ο Ναφτάλι Μπένετ δήλωσε ότι δεν υπήρχε «εντολή» για σχηματισμό κυβέρνησης με αραβικά κόμματα μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
«Το μπλοκ της “αντιπολίτευσης” εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορείς να νικήσεις τον Μπίμπι υιοθετώντας μια “ελαφριά” εκδοχή του Μπίμπι, χωρίς να προσφέρει καμία ουσιαστική εναλλακτική λύση ή ελπίδα», δήλωσε ο Ντάνιελ Λέβι, πρώην κυβερνητικός σύμβουλος, χρησιμοποιώντας το ευρέως διαδεδομένο προσωνύμιο του Ισραηλινού πρωθυπουργού. «Στην πραγματικότητα, η αντιπολίτευση πήρε αυτό που της άξιζε», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι θα είχε κερδίσει τις εκλογές αν η δέσμευση των μελών της για την απομάκρυνση του Νετανιάχου ήταν ισχυρότερη από τη «δέσμευσή τους σε μια ρατσιστική, εθνοκεντρική εκδοχή του Σιωνισμού».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Λέβι διαβλέπει τέσσερα πιθανά σενάρια για το κάθε στρατόπεδο, χωρίς συγκεκριμένη σειρά:
την προοπτική νέων εκλογών
το ενδεχόμενο το Λικούντ να προσελκύσει αρκετούς αποστάτες από τη δεξιά πτέρυγα της αντιπολίτευσης ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση
τον σχηματισμό μιας λεγόμενης «κυβέρνησης ενότητας» υπό τον Νετανιάχου, η οποία θα αντλεί στήριξη από τις δεξιές δυνάμεις εντός της Κνεσέτ
το σενάριο κατά το οποίο «ο Άιζενκοτ και η ομάδα του κάνουν την υπέρβαση, αξιοποιώντας την πλειοψηφία που αντιτίθεται στον Νετανιάχου για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης μειοψηφίας με την υποστήριξη των Αράβων».
«Ακόμη κι αν ανακοινώσουν ότι πρόκειται για σχήμα περιορισμένης χρονικής διάρκειας, μέχρι τη διεξαγωγή νέων εκλογών, το “τίμημα” που θα ζητήσουν τα αραβικά κόμματα δεν θα είναι ιδιαίτερα υψηλό», δήλωσε, προσθέτοντας ωστόσο τη διευκρίνιση ότι θεωρεί ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα μάλλον απίθανο.
Η ακροδεξιά στροφή
Το εκλογικό αποτέλεσμα υπογράμμισε τη δεξιά στροφή των Ισραηλινών Εβραίων στη διάρκεια των ετών κατά τα οποία ο Νετανιάχου ήταν η κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα της χώρας. Η κεντροαριστερά, η οποία είχε κυριαρχήσει στο Ισραήλ κατά το πρώτο μισό της ιστορίας του, έχει βρεθεί στο περιθώριο.
Σχεδόν όλα τα εβραϊκά κόμματα συμμερίζονται τώρα την απόρριψη του Νετανιάχου για ένα ενδεχόμενο ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, που αποτελεί τη βάση των διεθνών ειρηνευτικών προσπαθειών από τη δεκαετία του 1990. Η συμμετοχή έφθασε το 77,7% -η υψηλότερη εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες- και ήταν ιδιαίτερα υψηλή μεταξύ των Αράβων Ισραηλινών, δηλαδή των Ισραηλινών παλαιστινιακής καταγωγής, οι οποίοι αποτελούν περισσότερο από το ένα πέμπτο του πληθυσμού. Κίνητρο πολλών ήταν αυτό που θεωρούν φανερό ρατσισμό στο υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου, το οποίο περιλαμβάνει έναν ηγέτη κόμματος που έχει καταδικασθεί για υποκίνηση φυλετικού μίσους εναντίον των Αράβων.
Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις
Η πιθανότητα αποστασιών, σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από έντονη πόλωση, παραμένει αβέβαιη, σημειώνει επίσης το Al Jazeera.
Ένα μεγάλο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του στρατοπέδου του Άιζενκοτ (και, κατ’ επέκταση, των ψήφων που συγκέντρωσε) βασίστηκε στην αντίθεση προς την de facto απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία, την οποία η κυβέρνηση υπό το Λικούντ παραχώρησε στα υπερορθόδοξα κόμματα ως αντάλλαγμα για τη στήριξή τους στην Κνεσέτ.
Παράλληλα με το αίτημα για επέκταση της υποχρεωτικής στράτευσης στους υπερορθόδοξους νέους του Ισραήλ, τέθηκε επιτακτικά και το ζήτημα της διενέργειας ανεξάρτητης έρευνας σχετικά με τις καταλογιζόμενες στην κυβέρνηση αστοχίες στον τομέα της ασφάλειας πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Το αίτημα αυτό κατέστη ακόμη πιο πιεστικό υπό το φως αναφορών για προειδοποιήσεις που φέρεται να είχαν διαβιβάσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αίγυπτος.
«Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να συνεργαστεί ο Άιζενκοτ με οποιονδήποτε από το στρατόπεδο του Νετανιάχου, τόσο λόγω του ζητήματος της στράτευσης των υπερορθοδόξων όσο και εξαιτίας των γεγονότων της 7ης Οκτωβρίου», δήλωσε η Μαϊράβ Ζονσέιν, αναλύτρια στο Crisis Group. «Τα βασικά του αιτήματα είναι η σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής και η καθολική στράτευση για όλους· συνεπώς, δεν θα μπορούσε να συνεργαστεί με πολλούς από τους εταίρους σε εκείνο το στρατόπεδο, συμπεριλαμβανομένου του Νετανιάχου», πρόσθεσε.
«Ωστόσο, οι περιπτώσεις του Μπένετ και του Λίμπερμαν είναι διαφορετικές. Ο Μπένετ έχει κάνει στροφή και στο παρελθόν», είπε, αναφερόμενη στο γεγονός ότι αθέτησε προεκλογικές υποσχέσεις και συνεργάστηκε με αραβικό κόμμα το 2021. «Ο Λίμπερμαν, όσο κι αν μισεί τον Νετανιάχου, παραμένει ένας πολιτικός της σκληρής δεξιάς», πρόσθεσε.
Προς το παρόν, πάντως, οι εικασίες συνεχίζονται. Για ορισμένους, συμπεριλαμβανομένης του Λεβί, ένα σενάριο περιλαμβάνει το ενδεχόμενο η κυβέρνηση Νετανιάχου να επιδιώξει μια στρατιωτική κλιμάκωση (ενδεχομένως κατά του Ιράν) ως πρόσχημα για τον σχηματισμό κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης.
Για άλλους, όπως ο Ισραηλινός πολιτικός ψυχολόγος Ντάνιελ Μπαρ-Ταλ, από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, το μέλλον εξαρτάται από τους πιο πεζούς μαθηματικούς υπολογισμούς που αφορούν τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού. «Πρόκειται για μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή στην ιστορία του Ισραήλ», δήλωσε, αναλογιζόμενος τις πολλές ευκαιρίες για κατάληψη της εξουσίας που άφησε ανεκμετάλλευτες η αντιπολίτευση.
«Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα συμβεί, καθώς η πλειονότητα των Ισραηλινών είναι δεξιοί, ρατσιστές, θρησκευόμενοι και εθνικιστές», είπε, πριν θίξει την ουσία του διλήμματος που αντιμετωπίζουν πολλοί στο Ισραήλ την επομένη των εκλογών: «Επιθυμούν αλλαγή, αλλά δεν θέλουν να συνεργαστούν με τα αραβικά κόμματα».
Η διαδικασία για σχηματισμό κυβέρνησης
Μετά την οριστικοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτζογκ θα διαβουλευτεί με τους αρχηγούς των κομμάτων για να διαπιστώσει ποιον προτείνουν για τη θέση του πρωθυπουργού, προτού αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που, κατά την κρίση του, έχει τις περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει.
Ο εν λόγω υποψήφιος θα έχει στη διάθεσή του 28 ημέρες για να συγκροτήσει κυβερνητικό συνασπισμό, με δυνατότητα παράτασης 14 ημερών. Εάν αποτύχουν, η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης μπορεί να περάσει σε άλλο μέλος του κοινοβουλίου. Αν αποτύχει και αυτό, η Κνεσέτ διαλύεται και οι Ισραηλινοί προσέρχονται ξανά στις κάλπες, με την τρέχουσα κυβέρνηση να παραμένει ως υπηρεσιακή.
Ο Νετανιάχου θα παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός στη διάρκεια οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού και ενδεχομένως μέχρι να διεξαχθούν νέες εκλογές την ερχόμενη χρονιά. Ενώ μια υπηρεσιακή κυβέρνηση έχει ορισμένους περιορισμούς, ειδικοί λένε πως διαθέτει εξουσίες, μεταξύ άλλων και για τον πόλεμο εναντίον του Ιράν.
Διαβάστε περισσότερα
