Efsyn.gr

Γιώργος Ρόρρης στην «Εφ.Συν.»: «Ζωγραφίζω σημαίνει εκφράζομαι με ένταση»

Αυτό που ζωγραφίζω, είτε λουλούδι είναι είτε θάλασσα, είμαι εγώ» έλεγε ο Παναγιώτης Τέτσης. «Εχω την πεποίθηση ότι ζωγραφίζοντας κάποιον εν μέρει απεικονίζεις εκείνον, εν μέρει εσένα. Ολοι οι πίνακες είναι κατά βάθος αυτοπροσωπογραφίες, είτε είναι νεκρή φύση είτε τοπιογραφίες» πρεσβεύει ο Γιώργος Ρόρρης.
Δύο κορυφαίοι της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής, δάσκαλος και μαθητής, μα πάνω απ’ όλα φίλοι και συνομιλητές μέχρι το τέλος της ζωής του Τέτση, συναντιούνται αυτό το φθινόπωρο στην Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο στην έκθεση «Π. Τέτσης – Γ. Ρόρρης. Από Φως κι από Χώμα», η οποία αναδεικνύει τις διαφορετικές διαδρομές και τις κοινές αναζητήσεις τους.
Ο Ρόρρης, ανθρωποκεντρικός, λατρεύει να ζωγραφίζει το αφτιασίδωτο γυμνό γυναικείο σώμα. Ο Τέτσης ύμνησε με την παλέτα του το τοπίο, το σώμα της Ελλάδας. «Ο Τέτσης μού έδειξε τον ενθουσιασμό για τη ζωγραφική χωρίς να με σπρώξει να ασχοληθώ με τα δικά του θέματα» μας λέει ο Ρόρρης. «Είχε το εύρος ψυχής να μοιραστούμε την αγάπη για την τέχνη της ζωγραφικής που εκφράζεται μέσω διαφορετικών οδών και εικόνων».
Γιώργος Ρόρρης, «Ισορροπώντας»
Γιώργος Ρόρρης, «Νεκταρία»
Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει η επιμελήτρια της έκθεσης Εφη Αγαθονίκου, διευθύντρια Συλλογών, Μουσειολογικού και Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης, «το φως και το χώμα, δύο στοιχεία της ζωής, αποτελούν και τα συστατικά της ζωγραφικής των δύο καλλιτεχνών». Ο Τέτσης επιχείρησε να αποδώσει το φως «μέσα από το χρώμα, αναδεικνύοντας τη δομή, τη γεωμετρία και τη σταθερότητα του κόσμου που ζωγράφιζε». Ο Ρόρρης χρησιμοποιεί το φως «για να αναδείξει τη σωματικότητα, τον εσωτερικό κόσμο και την υπαρξιακή διάσταση των μορφών του. Με διαφορά περίπου σαράντα χρόνων οι δύο ζωγράφοι ήρθαν αντιμέτωποι με κοινούς θεματικούς και εικαστικούς προβληματισμούς, τους οποίους αντιμετώπισαν με διαφορετικό -ή μήπως κατά βάθος κοινό- τρόπο».
Πότε αντιληφθήκατε για πρώτη φορά ότι προορισμός σας ήταν να γίνετε ζωγράφος, κ. Ρόρρη;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα ορεινό χωριό στην Αρκαδία, κανείς στην οικογένειά μου δεν ήταν καλλιτέχνης. Θέλησα να γίνω ζωγράφος επειδή με παρακίνησε ο καθηγητής μου ο φιλόλογος, βλέποντας ότι ζωγράφιζα. Από μικρός μού άρεσε να ζωγραφίζω, επίσης έπαιρνα με το περίσσευμά μου τα «Επίκαιρα» και το «Αντί» για να διαβάσω την κριτική στα εικαστικά -τότε είχε μεγάλη σημασία ο Τύπος- και έβλεπα στην τηλεόραση μια εκπομπή της Μαρίας Καραβία τα «Εικαστικά», όπως έβλεπα τις ελληνικές ταινίες. Πιθανώς υπήρχε μέσα μου μια κλίση. Δεν αναρωτήθηκα ποτέ τι θα γίνω, ούτε οι γονείς μου -μια ταβέρνα είχαμε- μου είπαν «βρε παιδάκι μου, πώς θα ζήσεις;» Επειδή προερχόμουν από επαρχία, η επιθυμία των γονέων τότε δεν ήταν να δουν το παιδί τους δικηγόρο ή γιατρό, αλλά να γίνει τεχνίτης. Οπότε σημασία είχε να περάσω στην Καλών Τεχνών και αυτό ήταν δύσκολο γιατί υπήρχε τότε μόνο μία σχολή, στην Αθήνα, που έπαιρνε μόνο 50 σπουδαστές.
Τότε, δεκαετία του ’80, ήταν για τους νέους ζωγράφους πιο εύκολα ή πιο δύσκολα τα πράγματα;
Θα απαντήσω ξεκάθαρα. Ηταν πιο εύκολα. Μπορεί σήμερα να έχουμε πιο πολλά μουσεία, γκαλερί, θεσμούς κ.λπ., αλλά μπορούσε την εποχή εκείνη ένας φοιτητής, ένας νέος ζωγράφος που είχε ξεχωρίσει, να πουλήσει κάποια έργα σε ανθρώπους της μεσαίας τάξης. Θυμάμαι ότι ένα ζευγάρι φαρμακοποιών, ένα ζευγάρι καθηγητών, μια οικογένεια που ο άντρας ήταν λογιστής, αγόραζαν από μένα ακόμα και πέντε πίνακες, όταν ήμουν φοιτητής ακόμα. Δύσκολα συμβαίνει αυτό σήμερα, η μεσαία τάξη έχει συρρικνωθεί, μεσολάβησαν δύσκολα πράγματα, είναι πλέον σαν πολυτέλεια να αγοράζεις τέχνη.
Κοιτώντας πίσω τι σας πρόσφερε η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών;
Ηταν ζωτικός χώρος για να αποδείξεις ότι είσαι καλλιτέχνης. Το ουσιαστικό πρόβλημα ήταν ότι έδινες εξετάσεις απέναντι στον εαυτό σου. Οσο μπορείς να αντέξεις, γιατί δεν είναι εύκολο: έχει μοναξιά, απαίτηση να κατανικήσεις τη φυσική αδράνεια, την άγνοια του προορισμού κι ύστερα ακόμα δεν ξέρεις το ύφος σου, δεν ξέρεις τι θέλεις να ζωγραφίσεις…
Και μετά τι αποκομίσατε από την εμπειρία στο τελάρο;
Περνώντας τα χρόνια οφείλει ο ζωγράφος να βλέπει την κρυμμένη ομορφιά που υπάρχει γύρω μας. Και πιστέψτε με υπάρχει ομορφιά παντού γύρω μας. Ο κόσμος είναι απέραντος και είναι όμορφος, με την έννοια του ρητού του Ηράκλειτου ότι ο κόσμος είναι ένας σωρός από σκουπίδια και όμως τα σκουπίδια μπορεί να είναι όμορφα γιατί μεταξύ τους λειτουργεί η αντίθεση και ένας διάλογος με ένταση. Γιατί, κακά τα ψέματα, «ζωγραφίζω» σημαίνει εκφράζομαι με ένταση. Ωστε να μπορέσεις το πρωί να ξυπνήσεις και το βράδυ να γυρίσεις στο σπίτι σου να ξεκουραστείς λέγοντας στον εαυτό σου carpe diem, άδραξε τη μέρα.
Ομορφο είναι και το γυμνό σώμα με τις ατέλειες, τη φθορά που ζωγραφίζετε;
Αυτό είναι ομορφιά και όχι η ψιμυθιωμένη, η φτιαγμένη, που προσπαθεί να μιμηθεί ένα άλλο πρότυπο, αυτό που μας προσφέρουν η μόδα, τα περιοδικά, οι τηλεοπτικές οθόνες, το οποίο μας καταδυναστεύει και μας κάνει να ζούμε με δανεική ταυτότητα. Εμένα με ενδιαφέρει να ζωγραφίζω τον άνθρωπο χωρίς μάσκα, προσπαθώ να δείξω την κρυμμένη ομορφιά, την αλήθεια του κάθε ανθρώπου.
Ας σταθούμε στη σχέση σας με τον Παναγιώτη Τέτση. Πώς από τη μαθητεία κοντά του καταλήξατε στη φιλία;
Πολύ μεγάλη φιλία… Ηταν λόγω του δικού του χαρακτήρα και της δικής του επιθυμίας. Εκείνος αποφάσισε να γίνουμε φίλοι. Πάντως είχε μια ιδιαίτερη τάση να προσεγγίζει τους νέους, τους αγαπούσε, ήθελε να κάνει παρέα, να ακούει, να μαθαίνει, να μαθαίνουμε κι εμείς ασφαλώς. Δεν ήταν απόμακρος ή περιορισμένος στους ανθρώπους της ηλικίας του. Δεν είχε τουπέ καθηγητή, πρύτανη, ακαδημαϊκού αργότερα. Οταν ήθελα να δει τα έργα μου για μια δεύτερη γνώμη, ερχόταν στο ατελιέ μου, όπως έκανε και με άλλους μαθητές του, ενώ παράλληλα μας έδινε τη δυνατότητα να πάμε και εμείς στο ατελιέ του.
«Ο Τέτσης μού έδειξε τον ενθουσιασμό για τη ζωγραφική»
Τι ήταν το πιο σημαντικό που σας έμαθε;
Να το πω ευθέως: Ο Τέτσης μού έδειξε τον ενθουσιασμό για τη ζωγραφική. Συνέτεινε ώστε να δημιουργηθεί μέσα μου η φαντασίωση ότι ως ζωγράφος θα έχω μια ζωή καλή, ότι θα ξυπνάω το πρωί και θα χαίρομαι για αυτό. Μ’ έμαθε πώς νιώθεις την ώρα που δουλεύεις, αυτόν τον ενθουσιασμό που σε πληροί σωματικά, γίνεται πυρετός που μεταφέρεται στο έργο σου, γίνεται σπλαχνική έκφραση. Δεν ζωγραφίζεις μέσω μεθόδου, αλλά μέσω ζωντανής εμπειρίας αυτό που συμβαίνει τώρα απέναντί σου και εσύ το προσλαμβάνεις και σε συγκινεί.
Εσωτερικός χώρος από τον Παναγιώτη Τέτση
Από τα έργα του ποια σας άρεσαν περισσότερο;
Ο Τέτσης είναι ζωγράφος ανοιχτού χώρου. Με αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ανήκει στη γενιά του ’20, του Λύτρα, του Μαλέα, του Παπαλουκά, του Οικονόμου, που ζωγράφισαν αυτό που λέω εγώ «το σώμα της Ελλάδας». Τον βράχο, τη θάλασσα, τον αέρα, τον ήλιο, το φως, τη σκιά, την πέτρα, το δέντρο, αυτό το οποίο αποτελεί το γενικό τοπίο της χώρας μας που μέχρι τότε μας ήταν άγνωστο.
Ο Τέτσης πάντως σας έχρισε ζωγράφο παρουσιάζοντας την πρώτη ατομική σας έκθεση το 1988.
Ναι, και πήρε ρίσκο γιατί μπορεί να μην τον είχα δικαιώσει. Δεν έγινα ζωγράφος όμως για να μην τον διαψεύσω, έγινα γιατί με οδηγούσε κάτι. Αν δεν γινόμουν ζωγράφος, τι θα γινόμουν; Δεν μου άρεσε η ιδέα μιας άλλης ζωής.
info: «Π. Τέτσης – Γ. Ρόρρης. Από Φως κι από Χώμα» Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο, τηλ. 2656-041210. Η έκθεση θα διαρκέσει έως 18 Ιανουαρίου. Ωρες λειτουργίας 10.00-16.00, καθημερινά εκτός Τρίτης

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...