Τελευταία νέα
Σκανδάμης για φασιστική επίθεση σε μαθήτρια στην Πάτρα: «Οι φασίστες και οι νεοναζί δεν έχουν θέση στη χώρα μας» Κουτσούμπας για ιδιωτικό χρέος: Να αποσυρθεί το απαράδεκτο νομοσχέδιο, να προστατευτεί πραγματικά η λαϊκή κατοικία Γεωργιάδης για Τσίπρα: «Αν μου κάνει μήνυση για τη βαλίτσα, θα ζητήσω facebook live στη δίκη» Δημοσκόπηση Real Polls για Θεσσαλία: Μόλις 7,9% η διαφορά ΕΛ.Α.Σ. από ΝΔ – Τα ποσοστά των κομμάτων Στην Αθήνα ο Ευρωπαίος Επίτροπος για το κλίμα – Συναντήσεις με Μητσοτάκη και υπουργούς DiEM25: Η τράπεζά μας έκλεισε τον λογαριασμό μας ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση Οι σοσιαλιστές δημοκράτες αλλάζουν τον χάρτη «Παρατήρηση» Αυγενάκη σε Σχοινά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ: «Παρακαλώ πολύ ξεκαθαρίστε» Αδυνατίζει η «συμφωνία κυρίων» για τα τρόφιμα: Λιγότεροι κωδικοί, μικρότερη μείωση τιμών Εξαρθρώθηκε σπείρα σε Μενίδι και Ζεφύρι – Εξαπατούσαν ηλικιωμένους παριστάνοντας τους λογιστές Ντόρα Μπακογιάννη: Οι Αμερικανοί ψήφισαν «όχι» στον πόλεμο και να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια Real Polls – Θεσσαλία: Σε μονοψήφια επίπεδα η διαφορά ΝΔ και ΕΛΑΣ – «Καλύτερες οι συνθήκες το 2019», δηλώνουν οι πολίτες
Efsyn.gr

Τα μαύρα γυαλιά, οι μαύρες κουκούλες και τα βελανίδια του Γκράμσι

Στην Αϊτή του François «Papa Doc» Duvalier υπήρχαν άνδρες που φορούσαν μαύρα γυαλιά ακόμα και τη νύχτα. Ηταν οι Tontons Macoutes, η παρακρατική δύναμη ενός καθεστώτος που γνώριζε ότι η εξουσία γίνεται πραγματικά ισχυρή όταν παύει να χρειάζεται διαρκώς τη βία της. Τα γυαλιά έκρυβαν το βλέμμα και άφηναν απέναντι στον πολίτη μια μαύρη επιφάνεια. Δεν ήξερες ποιος σε κοιτάζει, τι γνωρίζει, ποιος είχε ήδη μιλήσει για σένα. Υστερα από λίγο το πρόσωπο πίσω από τα γυαλιά γινόταν σχεδόν περιττό. Η εξουσία είχε ολοκληρώσει το έργο της όταν ο εξωτερικός φόβος είχε γίνει εσωτερική πειθαρχία. Δεν χρειαζόταν πια να βρίσκεται παντού, επειδή είχε εγκατασταθεί μέσα σε εκείνους που φοβούνταν.
Στην κατεχόμενη Ελλάδα το βλέμμα κρυβόταν διαφορετικά. Πίσω από μια μαύρη κουκούλα. Ο καταδότης δεν ήταν πάντοτε κάποιος άγνωστος που είχε έρθει μαζί με τον κατακτητή. Μπορούσε να είναι ο γείτονας, ο γνωστός, εκείνος που ήξερε ποιος έμενε πού, ποιος έλειπε τα βράδια, ποιος έκρυβε κάποιον στο σπίτι. Η εξουσία άλλωστε σπάνια αρκείται στο να τρομοκρατεί ανθρώπους. Θέλει να τους χρησιμοποιεί. Παίρνει τον φόβο, τη ματαίωση, την ταπείνωση και τη συσσωρευμένη αίσθηση αδυναμίας και τους προσφέρει μια μικρή διέξοδο προς τα κάτω.
Ετσι κατασκευάζεται ο μικρός πειθήνιος ακροδεξιός. Οχι σαν το τέρας που περίμενε κρυμμένο έξω από την Ιστορία, αλλά σαν τον συνηθισμένο άνθρωπο που έμαθε να μεταβολίζει την ήττα του σε μίσος. Φοβάται την ισχύ και για αυτό τη λατρεύει. Σκύβει μπροστά στον δυνατό και απαιτεί από τον αδύναμο να γονατίσει περισσότερο. Δεν χρειάζεται πλέον να αποκτήσει εξουσία πάνω στη δική του ζωή. Του αρκεί η εξουσία πάνω στη ζωή του ξένου. Η απανθρωποποίηση του άλλου γίνεται έτσι η τελευταία πολυτέλεια εκείνου που έχει ήδη παραιτηθεί από ένα μέρος της δικής του ανθρωπιάς. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία μέχρι την Ελλάδα, η σύγχρονη δεξιά και ακροδεξιά μετατόπιση δεν καταγράφεται μόνο στα εκλογικά ποσοστά. Φαίνεται πολύ καθαρότερα στη μετατόπιση της ντροπής. Πράγματα που κάποτε ψιθυρίζονταν, τώρα λέγονται από βήματα, οθόνες και κοινοβουλευτικά έδρανα. Κάθε εποχή έχει ένα όριο ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να σκεφτεί και σε αυτό που μπορεί να ομολογήσει. Η Ακροδεξιά κερδίζει πραγματικά όταν μετακινεί αυτό το όριο.
Θα μπορούσε κανείς να σταματήσει εδώ και να περιμένει σχεδόν μηχανικά το αποτέλεσμα. Ο Antonio Gramsci είχε αρνηθεί ακριβώς αυτή τη βεβαιότητα. Η Ιστορία δεν είναι βελανιδιά και οι άνθρωποι δεν είναι βελανίδια. Το βελανίδι δεν αποφασίζει τι θα γίνει. Ο άνθρωπος όμως υπάρχει μέσα σε σχέσεις, συγκρούσεις, αντιφάσεις και δυνατότητες που δεν έχουν ακόμη κριθεί. Ανάμεσα στην αιτία και στο αποτέλεσμα παρεμβάλλεται εκείνο που η μηχανιστική αντίληψη της Ιστορίας δεν μπορεί ποτέ να υπολογίσει πλήρως, η ανθρώπινη πράξη. Τίποτε δεν ωριμάζει μόνο του μέσα στην Ιστορία.
Τα μαύρα γυαλιά έκρυβαν κάποτε τα μάτια εκείνου που τρομοκρατούσε. Η μαύρη κουκούλα έκρυβε το πρόσωπο εκείνου που κατέδιδε. Σήμερα μπορεί να μη χρειάζεται ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η εξουσία έχει μάθει να παράγει ανθρώπους που δεν κρύβονται όταν ζητούν περισσότερα σύνορα, περισσότερους αποκλεισμούς, περισσότερη τιμωρία, περισσότερη δυστυχία για κάποιον άλλο. Η βαρβαρότητα δεν χρειάζεται πλέον το σκοτάδι καθώς διαστέλλεται ελεύθερα στον δημόσιο χώρο. Η κουκούλα κάποτε προστάτευε τον καταδότη από την ντροπή. Η ντροπή δεν είναι πλέον απαραίτητη.
Κι όμως, κάπου μέσα σε αυτή τη σκοτεινιά παραμένει εκείνο το ενοχλητικό βελανίδι του Γκράμσι. Οχι ως υπόσχεση ότι η Ιστορία θα τελειώσει ευχάριστα, αλλά ως υπενθύμιση ότι δεν είναι υποχρεωμένη να τελειώσει όπως τη θέλουν εκείνοι που ήδη δοκιμάζουν τα μαύρα γυαλιά.
*Πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...