Ταξίδευα με το ΚΤΕΛ από το αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης διαβάζοντας τους «Αιρετικούς» του Λεονάρντο Παδούρα ενώ πήγαινα να συναντήσω ένα παρελθόν χαμένο στην ομίχλη. Προορισμός μου ήταν το «(Α)όρατο Εβραϊκό Νεκροταφείο» στο δυτικό όριο του Διδυμότειχου. Μέσα από την ανάδειξη της ιστορίας του, οι ιστορικοί Ελένη Κούκη και Γιάννης Παπακονδύλης προσπαθούν να ζωντανέψουν την εξίσου αόρατη ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.
Κάποια στιγμή άφησα το βιβλίο και κοίταξα το GPS στο κινητό μου. Το βελάκι στην οθόνη έδειχνε ότι διασχίζαμε το κάθετο όριο που χωρίζει την Ελληνική από την Τουρκική επικράτεια. Κοιτώντας τη διαδρομή από το παράθυρο της αριστερής πλευράς, στην οποία είχα κάτσει, κυριαρχούσε ένα τοπίο ερήμωσης και εγκατάλειψης. Διερχόμενοι από τα χωριά, μια διαδοχή από κάποια σπίτια ερειπωμένα και από κάποια με προσθήκες ελενίτ, αν ακόμα κατοικούνταν, συνέθεταν μια εικόνα επαρχιακής δυστοπίας. Τα χριστιανικά νεκροταφεία, των οποίων η περιτείχιση οριοθετούσε και την άκρη του οδοστρώματος στο τέλος των χωριών, αποτελούσαν, με έναν παράδοξο τρόπο, το πιο ζωντανό κομμάτι της διαδρομής.
Πολλά μπορούν να διηγηθούν τα νεκροταφεία και το εβραϊκό νεκροταφείο του Διδυμότειχου, που πήγαινα να επισκεφτώ, μπορούσε να αφηγηθεί την ιστορική παρουσία της εβραϊκής κοινότητας της πόλης, που διαλύθηκε το 1943 από το ολοκαύτωμα, καθώς αποτελεί το σημαντικότερο σωζόμενο υλικό κατάλοιπό της.
Περιήγηση στο Εβραϊκό Νεκροταφείο του Διδυμότειχου
Τα κομμάτια αυτής της ιστορίας ανέλαβαν να συλλέξουν οι ιστορικοί Γιάννης Παπακονδύλης και Ελένη Κούκη, η οποία θα τα αφηγούνταν στον ιστορικό περίπατο που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της δράσης δημόσιας ιστορίας της «Πρωτοβουλίας για τις Δημόσιες Ανθρωπιστικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Columbia (SNFPHI)», με τίτλο «Το Εβραϊκό Νεκροταφείο του Διδυμοτείχου: Ανάμεσα στη Λήθη και τη Μνήμη».
Πριν ξεκινήσει η περιήγηση, η Ελένη με οδήγησε στην άκρη του μικρού ασφαλτοστρωμένου δρομίσκου. «Τα πρώτα όρια του νεκροταφείου ήταν εκεί πέρα», μου εξήγησε, δείχνοντάς μου μια έκταση σχεδόν διπλάσια από αυτή που έμοιαζε να είναι η σημερινή του. «Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου αποφασίστηκε να περάσει αυτός ο δρόμος μέσα από το νεκροταφείο. Φυσικά, η εβραϊκή κοινότητα δεν είχε τη δυνατότητα να αντισταθεί. Επειδή στην εβραϊκή παράδοση δεν προβλέπεται η εκταφή των νεκρών, όπως στην ορθόδοξη χριστιανική, οι Εβραίοι προέβλεπαν μεγάλες κενές εκτάσεις για τις μελλοντικές ταφές, οπότε υπάρχει η πιθανότητα ο δρόμος να πέρασε πάνω από μια τέτοια κενή έκταση. Αλλιώς, πέρασε πάνω από τους τάφους. Η εβραϊκή κοινότητα της περιοχής δεν είχε, φυσικά, τη δύναμη να το αποτρέψει…».
Κομμάτια της ιστορίας της εβραϊκής κοινότητας του Διδυμότειχου αφηγήθηκε η Ελένη στην ξενάγηση, συνδυασμένα με αναφορές σε εβραϊκά ταφικά έθιμα, από τα οποία απουσιάζουν τα λουλούδια, καθώς είναι υποχρεωτικό ο νεκρός να θάβεται το πρώτο 24ωρο, ζεστός. Ο νεκρός δεν προλαβαίνει να μυρίσει, οπότε παύει και η χρησιμότητα των λουλουδιών…
Για να καταδείξει τη σημασία της τήρησης αυτού του ταφικού εθίμου, αφηγήθηκε την ιστορία μιας εβραϊκής οικογένειας της Αθήνας, όπου ένα μέλος της πέθανε στις 21 Απριλίου 1967 και αναγκάστηκε να κάνει την κηδεία περνώντας ανάμεσα από τα τανκς.
«Φανταστείτε πόσο δύσκολο γινόταν αυτό κατά τη διάρκεια του διωγμού», παρενέβη σχολιάζοντας κάποιο μέλος της εβραϊκής κοινότητας, καθώς η υποχρέωση αυτή δεν έπαυε ούτε τότε.
Η ιστορική παρουσία Εβραίων στο Διδυμότειχο
Μέσα από το όριο μεταξύ ορατού και αοράτου, μεταξύ ζωής και θανάτου, εγκατάλειψης και προοπτικής αναστήλωσης, το Εβραϊκό Νεκροταφείο έμοιαζε ο ιδανικός τόπος να ζωντανέψει η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της περιοχής.
Η παρουσία Εβραίων στο Διδυμότειχο μαρτυρείται ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, αρχικά με μια μικρή ρωμανιώτικη κοινότητα (ελληνόφωνοι Εβραίοι εγκατεστημένοι στον ελλαδικό χώρο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια). Από τον 15ο αιώνα, εγκαταστάθηκαν στην πόλη Σεφαραδίτες Εβραίοι, οι οποίοι, μετά τον εκτοπισμό τους από την Ισπανία, διαμόρφωσαν σταδιακά τη φυσιογνωμία της κοινότητας με τη γλώσσα τους, μία ισπανική διάλεκτο γνωστή ως λαντίνο, τις παραδόσεις και τα έθιμά τους.
«Υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα της εβραϊκής κοινότητας στο Διδυμότειχο σε σχέση με άλλες», θα μου εξηγήσει αργότερα η Ελένη. «Οι μεγάλες εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα ήταν κυρίως αστικές και, λόγω των περιορισμών που ίσχυαν για τους Εβραίους, ήταν κατά βάση έμποροι και τεχνίτες. Όμως, ενώ οι μεγάλες εμπορικές κοινότητες, όπως της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης, που είναι λιμάνια, ήταν στραμμένες προς το εξαγωγικό εμπόριο, άρα με πάρα πολλές επαφές με την Ευρώπη και μία τελείως άλλη, ας πούμε, νοοτροπία, εδώ αυτές οι κοινότητες έπαιζαν έναν κρίσιμο ρόλο στη μεταποίηση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην ίδια την πεδιάδα του Έβρου. Άρα, με κάποιο τρόπο, ήταν ένας κρίσιμος κρίκος και για τους χριστιανούς αγρότες που ζούσαν στα χωριά. Είναι ένα κομμάτι αυτού του δικτύου ανταλλαγών στο εσωτερικό της πεδιάδας του Έβρου και γι’ αυτό και πιο συντηρητικές κοινότητες σε σχέση π.χ. με τη Θεσσαλονίκη».
Ο εκτοπισμός στο Άουσβιτς
Λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Διδυμότειχο ζούσαν περίπου 1.000 Εβραίοι. Τον Μάιο του 1943, οι γερμανικές αρχές κατοχής συνέλαβαν τα μέλη της κοινότητας και τα εκτόπισαν στο Άουσβιτς.
«Τα ποσοστά εξόντωσης των Εβραίων στο Διδυμότειχο, όπως και στη Θεσσαλονίκη, ανέρχονται περίπου στο 94%. Αντίθετα, σε περιοχές νοτιότερα, όπως η Θεσσαλία, τα ποσοστά ήταν σημαντικά χαμηλότερα, φτάνοντας ακόμη και το 40%. Για τη διαφοροποίηση αυτή, σε κάποιο βαθμό έπαιξε ρόλο η παρουσία του ΕΑΜ και η συμμετοχή πολλών Εβραίων στις αντιστασιακές του δυνάμεις. Τα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά εξόντωσης μάς αποκαλύπτουν ποιες ήταν οι δυνατότητες διαφυγής και ποιες μορφές υποστήριξης είχαν στη διάθεσή τους οι εβραϊκοί πληθυσμοί. Αντίστοιχα ποσοστά συναντάμε και στην Πολωνία, όπου τίθενται ανάλογα ερωτήματα για τις συνθήκες που επικράτησαν σε κάθε τόπο. Για το Διδυμότειχο δεν έχει πραγματοποιηθεί ειδική μελέτη που να επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα. Ωστόσο, ορισμένα διαθέσιμα στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για περαιτέρω διερεύνηση και να μας οδηγήσουν στη διατύπωση ερευνητικών υποθέσεων».
«Τα 33 μέλη της εβραϊκής κοινότητας που επέστρεψαν στο Διδυμότειχο μετά τον πόλεμο», συνεχίζει η Ελένη, «βρήκαν τα σπίτια τους κατειλημμένα και τις επιχειρήσεις τους κατεστραμμένες. Μετά τον πόλεμο, οι εβραϊκές περιουσίες λεηλατήθηκαν. Οι ιδιωτικές περιουσίες σε όλη την Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολο να ανακτηθούν και υπάρχουν πολλές ιστορίες για το πώς, επιστρέφοντας από το Άουσβιτς, βρίσκουν τα σπίτια τους κατειλημμένα, κυρίως από μέλη παραστρατιωτικών οργανώσεων και μέλη της Χωροφυλακής.
Τελικά, με νόμο του 1949 και με πολύ αγώνα, οι ιδιωτικές περιουσίες σταδιακά ανακτήθηκαν και, με επιμονή, μέχρι και σήμερα, μία μία, τις ξαναπαίρνουν πίσω. Όσες, όμως, περιουσίες καταπατήθηκαν από το ίδιο το κράτος δεν έχουν μέχρι σήμερα ανακτηθεί όλες, καθώς είναι πιο δύσκολη η διαδικασία.
Μετά τον πόλεμο προσπάθησαν να αναβιώσουν τις συνήθειές τους, όμως οι απώλειες αυτές διέρρηξαν οριστικά το κοινωνικό και οικονομικό δίκτυο αλληλεγγύης που στήριζε τη ζωή και τη δραστηριότητά τους. Οι ελάχιστοι επιζώντες δεν κατάφεραν να ανασυστήσουν την κοινότητα και έτσι έρχεται το τέλος της τη δεκαετία του 1980, που διαλύθηκε και επίσημα».
Η ιστορία γύρω από την έρευνα
Σε άλλο σημείο της κουβέντας μας, ο Γιάννης εξηγεί πώς ξεκίνησε η ιδέα για αυτήν την προσπάθεια.
«Συνεργαζόμασταν με την Ελένη για το αρχείο προφορικών συνεντεύξεων του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδας και μία από τις συνεντεύξεις μας ήταν με τον Δαυίδ Ταραμπουλούς, ο οποίος είναι το δεύτερο παιδί που γεννιέται στο Διδυμότειχο μετά το Ολοκαύτωμα από γονείς επιζώντες του Άουσβιτς.
Εκεί που συζητάγαμε για την πορεία των Εβραίων μετά τον πόλεμο, τον ρωτήσαμε τι έχει απομείνει να θυμίζει την εβραϊκή παρουσία στην περιοχή και μας ανέφερε το εβραϊκό νεκροταφείο, λέγοντάς μας ότι είναι από τα μεγαλύτερα και τα παλιότερα. Ο ίδιος μας μετέφερε την αγωνία του να γίνει κάτι ώστε να διασωθεί κάπως και μας παρακίνησε να κινητοποιηθούμε, αν έχουμε κάποιον τρόπο. Όταν έβγαλε το SNFPHI την προκήρυξη για δράσεις δημόσιας ιστορίας, σκεφτήκαμε να υποβάλουμε αυτήν την πρόταση».
«Αυτό που κάνουμε», συμπληρώνει η Ελένη, «είναι πως, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες ενός χώρου που είναι ισοπεδωμένος, προσπαθούμε με κάποιον τρόπο να τον ζωντανέψουμε και από αόρατο να τον κάνουμε ορατό».
Η εκκρεμής απαίτηση του Αντόρνο
Την προηγούμενη μέρα, στα εγκαίνια της σχετικής συνοδευτικής των δράσεων έκθεσης που φιλοξενείται στο Βυζαντινό Μουσείο της πόλης, όλοι οι επίσημοι τόνισαν πως το Διδυμότειχο είναι ιστορικά τόπος συνάντησης διαφορετικών θρησκειών: της Ορθόδοξης, της Αρμένικης, της Μουσουλμανικής και της Εβραϊκής, τονίζοντας τη φασματική οπτική της σύνθεσης αντί της αντιθετικής των κατασκευασμένων ορίων.
Ένας από τους ομιλητές επισήμανε τη φράση του Αντόρνο πως η απαίτηση να μην επαναληφθεί το Άουσβιτς πρέπει να είναι η πρωταρχική σε κάθε εκπαίδευση. Όμως, τι γίνεται όταν η επίκληση στον Αντόρνο δεν εκφράζεται από την ασφάλεια της απόστασης του ιστορικού χρόνου και η απαίτησή του μοιάζει να οδεύει προς τελεσίδικη απόρριψη στο όνομα, μάλιστα, των ίδιων των θυμάτων του Ολοκαυτώματος;
Με αυτό το ερώτημα στο μυαλό μου και τη σκέψη μου προσανατολισμένη στο παρόν, ζήτησα από την Ελένη όχι να συμφωνήσει με τους συνειρμούς μου, αλλά να σχολιάσει μια τάση στον δημόσιο λόγο που κατακρίνει την ενασχόληση με την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας στην Ελλάδα ως κάποιου είδους συνενοχής στη γενοκτονία που διαπράττει το κράτος του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους.
Αφού σχολίασε το πόσο σοκαριστική της φαίνεται ακόμα και η ιδέα πως η ιστορική έρευνα θα πρέπει να σταματάει λόγω των σύγχρονων ιστορικών εξελίξεων, μου εξήγησε:
«Προσωπικά, δεν είχα ειδίκευση στην ελληνοεβραϊκή ιστορία και ξεκίνησα μέσω της καταλογογράφησης του αρχείου προφορικής ιστορίας στο πλαίσιο επαγγελματικής συνεργασίας με το Εβραϊκό Μουσείο. Εκεί κατάλαβα ότι η ελληνοεβραϊκή ιστορία είναι ένα τρομερό παράθυρο για να ξαναδείς το ελληνικό κράτος. Αισθάνομαι ότι όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με την ελληνοεβραϊκή ιστορία έχω πλουτίσει την οπτική μου. Το να βλέπεις τη λειτουργία του ελληνικού κράτους μέσα από τους φακούς μιας μικρής κοινότητας, η οποία είναι και στόχος προκαταλήψεων, διότι ο αντισημιτισμός στην ελληνική κοινωνία υπήρξε αρκετά μεγάλος… Το να βλέπεις πώς αντιδράει μια κοινότητα στις επιλογές του ελληνικού κράτους και της ευρύτερης κοινωνίας που το περιστοιχίζει, και μέσα από περιστατικά τα οποία σήμερα έχουν ξεχαστεί, σε κάνει να ξανασκεφτείς το ίδιο το κράτος. Δεν λέω πως μέσα στη σημερινή επικαιρότητα θα απαγορεύσω σε κάποιον να κάνει συνδέσεις, αν και πολύ συχνά δεν συμφωνώ με αυτές τις συνδέσεις. Την ιστορία την εξετάζουμε και για να καταλάβουμε το παρόν μας και με ενδιαφέρει να καταλάβω την ιστορία της ελληνικής κοινωνίας. Το να τη βλέπω μέσα από τα μάτια των εβραϊκών κοινοτήτων με έχει βοηθήσει».
Και πράγματι, μέσα από την ιχνηλάτηση της ιστορίας αυτής προκύπτει ο διαχρονικός τρόπος που το ελληνικό κράτος, το οποίο σήμερα εκφράζεται μέσα από τη μεταμόρφωση ενός τηλεπωλητή της άρνησης του Ολοκαυτώματος σε πολιτικό πλασιέ μιας γενοκτονίας, εφαρμόζει με ευλαβική προσήλωση πρακτικές απέναντι σε κοινότητες που, ανάλογα με την συγκυρία των διεθνών εξελίξεων, βρίσκονται στο στόχαστρο του θρησκευτικού μίσους.
Με τη σκέψη αυτή, καθώς και με την σκέψη για τη σχέση μεταξύ του νεκροταφείου ως ιστορίας και της ιστορίας ως νεκροταφείου, μπήκα στο ΚΤΕΛ της επιστροφής προς το αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης. Διασχίζοντας πάλι κάθετα τα όρια μεταξύ ελληνικής και τουρκικής επικράτειας, μεταξύ μνήμης και λήθης, παρόντος και παρελθόντος, έστρεψα το βλέμμα μου πάλι στα αριστερά και παρατήρησα, στην αντίθετη πλευρά, αυτήν της επιστροφής, τη δεσπόζουσα παρουσία ενός τεράστιου φράχτη που, μεταξύ άλλων, οριοθετούσε, περιτειχίζοντας το σύγχρονο αόρατο αλλά και άτυπο νεκροταφείο μεταναστών. Ίσως κάποτε θαφτεί και αυτό στη λήθη και γίνει συγχρόνως μια αφορμή για να εξηγήσει την εποχή μας ο ιστορικός του μέλλοντος…
Διαβάστε περισσότερα
