Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην Ουάσινγκτον μετά τις ενδιάμεσες εκλογές δημιουργεί νέα δεδομένα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, με άμεσο ενδιαφέρον για την Αθήνα και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών περιορίζει τα περιθώρια του Ντόναλντ Τραμπ στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς όμως να περιορίζει στον ίδιο βαθμό τις δυνατότητές του να αναλαμβάνει διεθνείς πρωτοβουλίες.
Η Αθήνα έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο στη διατήρηση στενών σχέσεων με το περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου. Πλέον, όμως, καλείται να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου οι Δημοκρατικοί επιστρέφουν στον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, με τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου να αναλαμβάνει στις 3 Ιανουαρίου 2027.
Το ερώτημα
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει την αμερικανική στάση απέναντι στην Τουρκία, να επηρεάσει τους εξοπλιστικούς σχεδιασμούς της Αγκυρας και να δημιουργήσει νέα περιθώρια παρέμβασης για την ελληνική διπλωματία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιδιώξει να οικοδομήσει στενές σχέσεις με το περιβάλλον Τραμπ, αναγνωρίζοντας τη βαρύτητα που έχουν οι προσωπικές επαφές στον τρόπο με τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος ασκεί την εξωτερική πολιτική.
Οι στενές σχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την κυβέρνηση Νετανιάχου προσέφεραν παράλληλα τη δυνατότητα ενός πρόσθετου, έμμεσου διαύλου προς το πολιτικό περιβάλλον του Τραμπ. Η Αθήνα επένδυσε επίσης στη στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας.
Η νέα πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύει, ωστόσο, την ανάγκη να καλλιεργηθούν ξανά εντατικά οι παραδοσιακές σχέσεις με τους Δημοκρατικούς, οι οποίες είχαν ενισχυθεί ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κυβέρνησης Μπάιντεν, χωρίς αυτό να σημαίνει απομάκρυνση από τον Λευκό Οίκο.
Η Ελλάδα διαθέτει άλλωστε ένα πλεονέκτημα που δεν εξαρτάται από την εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις στηρίζονται σε στρατηγικά συμφέροντα, στη συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων, στην ελληνική ομογένεια και στις διαχρονικές επαφές με στελέχη και των δύο κομμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, διπλωματικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι στην αναθέρμανση των επαφών με τους Δημοκρατικούς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η εμπειρία της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, η οποία έχει διατελέσει πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον και διατηρεί επαφές με παράγοντες του αμερικανικού πολιτικού και διπλωματικού συστήματος. Το ζητούμενο, πάντως, είναι η συστηματική επαναπροσέγγιση του Δημοκρατικού Κόμματος σε περισσότερα επίπεδα και όχι η εξάρτηση από προσωπικούς διαύλους επικοινωνίας.
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της ελληνοαμερικανικής παρουσίας. Επτά πολιτικοί ελληνικής καταγωγής εξασφάλισαν την εκλογή τους, με σημαντικότερη εξέλιξη την επικράτηση του Δημοκρατικού Κρις Πάππα στο Νιου Χάμσαϊρ, ο οποίος μετακινείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Γερουσία.
Ο Πάππας έχει διαδραματίσει ενεργό ρόλο στα ελληνικά ζητήματα ως συμπρόεδρος της διακομματικής ομάδας Congressional Hellenic Caucus στη Βουλή των Αντιπροσώπων, μαζί με τον Ρεπουμπλικανό Γκας Μπιλιράκη. Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2025 πρωτοστάτησε σε δύο διακομματικές παρεμβάσεις προς την αμερικανική κυβέρνηση, ζητώντας να αποκλειστεί η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 όσο η Αγκυρα διατηρεί τους ρωσικούς S-400. Η εκλογή του στη Γερουσία ενισχύει την ελληνοαμερικανική παρουσία στο σώμα, δημιουργεί όμως και την ανάγκη να αναδειχθεί νέος Δημοκρατικός συμπρόεδρος της ομάδας στη Βουλή.
Τα εμπόδια
Στη Βουλή επανεκλέχθηκαν οι Δημοκρατικές Ντίνα Τάιτους και Μάγκι Γκούντλαντερ, καθώς και οι Ρεπουμπλικανοί Γκας Μπιλιράκης, Νικόλ Μαλλιωτάκη, Μάικ Χαριδόπουλος και Τζίμι Πατρόνης. Η Τάιτους και η Μαλλιωτάκη, που κατείχαν τις θέσεις των αντιπροέδρων του Hellenic Caucus, είχαν συμμετάσχει μαζί με τον Πάππα και τον Μπιλιράκη στις παρεμβάσεις για τα τουρκικά F-35.
Σταθερά στην ατζέντα της Αθήνας παραμένει η προσπάθεια να αποτρέψει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Οι περιορισμοί που συνδέονται με την κατοχή των ρωσικών S-400 και οι κυρώσεις CAATSA αποτελούν νομοθετικά εμπόδια, τα οποία δεν μπορούν να παρακαμφθούν απλώς με μια πολιτική συμφωνία Τραμπ-Ερντογάν.
Οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να ασκήσουν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να απαιτήσουν εξηγήσεις για οποιαδήποτε αλλαγή στην αμερικανική πολιτική έναντι της Αγκυρας. Δεν μπορούν να ακυρώσουν αυτομάτως κάθε προεδρική επιλογή, αλλά μια εξοπλιστική επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Τουρκίας θα πρέπει να συνυπολογίσει και τις αντιδράσεις τους.
Αντίθετα, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο η αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών να επηρεάσει αρνητικά την ελληνοαμερικανική συνεργασία στους τομείς της ενέργειας και της άμυνας. Πρόκειται για δύο τομείς στους οποίους έχει διαμορφωθεί ευρεία διακομματική συναίνεση, με τις σχετικές συμφωνίες να έχουν προχωρήσει επί κυβερνήσεων Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών.
Η στρατηγική σημασία της Ελλάδας για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και ο ρόλος της ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αποτελούν σταθερές παραμέτρους της αμερικανικής πολιτικής. Η προμήθεια των ελληνικών F-35 έχει άλλωστε ήδη δρομολογηθεί.
Στην ίδια ατζέντα βρίσκονται το Κυπριακό και οι αμερικανικές ρυθμίσεις για την αμυντική συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία, ζητήματα στα οποία η στάση των νομοθετών μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία εάν ο Λευκός Οίκος επιχειρήσει νέα προσέγγιση με την Αγκυρα.
Μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους της νέας περιόδου αφορά τις σχέσεις Ουάσινγκτον και Αγκυρας. Η προσωπική σχέση Τραμπ και Ερντογάν έχει δημιουργήσει κατά καιρούς ανησυχίες στην ελληνική πλευρά, κυρίως λόγω της προτίμησης των δύο ηγετών στην απευθείας διαπραγμάτευση, συχνά έξω από τις παραδοσιακές διπλωματικές διαδικασίες.
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών περιορίζει τα περιθώρια του Τραμπ να προωθήσει την πολιτική του ατζέντα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, γεγονός που θα μπορούσε να τον ωθήσει να αναζητήσει επιτυχίες στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Υπό αυτό το πρίσμα, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα η προσωπική σχέση του με τον Ερντογάν, καθώς μια προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να εξασφαλίσει μια σημαντική διπλωματική επιτυχία θα μπορούσε να περιλαμβάνει νέα προσέγγιση με την Αγκυρα, με πιθανές επιπτώσεις στις ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου.
Η αποδυνάμωση
Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται κάποια αμερικανοτουρκική συμφωνία εις βάρος ελληνικών συμφερόντων. Σημαίνει, όμως, ότι η Αθήνα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί προσεκτικά τις εξελίξεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα στην περιοχή.
Το ζητούμενο για την ελληνική πλευρά είναι η αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τις προσωπικές επιλογές του Αμερικανού προέδρου, αλλά να στηρίζεται σε σταθερές συμμαχίες και θεσμικές σχέσεις.
Η πολιτική αποδυνάμωση του Αμερικανού προέδρου δεν συνεπάγεται αντίστοιχο περιορισμό της δυνατότητάς του να διαμορφώνει τις διεθνείς εξελίξεις. Αντιθέτως, η τελευταία διετία της προεδρίας του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από μεγαλύτερη αβεβαιότητα, καθώς ο Τραμπ θα αναζητεί τρόπους να διαμορφώσει την πολιτική του υστεροφημία.
Αυτήν ακριβώς την αντίφαση αναδεικνύει ανάλυση του Foreign Affairs, η οποία επισημαίνει ότι ένας πρόεδρος που χάνει την πολιτική πρωτοβουλία στο εσωτερικό μπορεί να αναζητήσει στο εξωτερικό την επιτυχία που θα καθορίσει την ιστορική του παρακαταθήκη.
Το Ιράν αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα πεδία ενδεχόμενης νέας κλιμάκωσης
Δεν πρόκειται για πρωτοφανές φαινόμενο. Προηγούμενοι πρόεδροι, από τον Μπιλ Κλίντον μέχρι τον Μπαράκ Ομπάμα, επιχείρησαν κατά την τελευταία περίοδο της θητείας τους να προωθήσουν φιλόδοξες διπλωματικές πρωτοβουλίες. Η διαφορά στην περίπτωση Τραμπ είναι ότι αρκετά από τα μεγάλα διεθνή ανοίγματα που θα μπορούσε να επιχειρήσει έχουν ήδη δοκιμαστεί, χωρίς πάντοτε τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Το Ιράν αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα πεδία ενδεχόμενης νέας κλιμάκωσης. Μια επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές και στη ναυσιπλοΐα, επηρεάζοντας και την ελληνική οικονομία.
Μια διαφορετική επιλογή θα ήταν η αναζήτηση ευρύτερης συνεννόησης με τη Ρωσία και την Κίνα. Για τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, ωστόσο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο προκαλεί προβληματισμό, ιδιαίτερα εάν οι αποφάσεις για την Ουκρανία και την ευρωπαϊκή ασφάλεια ληφθούν χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή.
Για την Αθήνα, η ανησυχία αφορά και το ενδεχόμενο η αμερικανική εξωτερική πολιτική να αποκτήσει ακόμη πιο έντονα χαρακτηριστικά προσωπικής διπλωματίας, με τις περιφερειακές ισορροπίες να επηρεάζονται από συμφωνίες μεταξύ ηγετών.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια λιγότερο θεαματική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση που αναμένεται να κυριαρχήσει στην Ουάσινγκτον τα επόμενα δύο χρόνια μπορεί να περιορίσει τον χρόνο και την προσοχή που αφιερώνει η αμερικανική ηγεσία σε περιφερειακά ζητήματα.
Μπροστά στις εσωτερικές συγκρούσεις, στις πιθανές κοινοβουλευτικές έρευνες και στις μεγάλες διεθνείς κρίσεις, τα ελληνοτουρκικά δύσκολα θα αποτελέσουν προτεραιότητα της αμερικανικής πολιτικής, εκτός εάν προκύψει σοβαρή ένταση στην περιοχή.
Οι παρεμβάσεις
Αυτό αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ελληνική διπλωματία. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα χρειάζεται να διατηρήσει την πρόσβασή της στον Λευκό Οίκο και τους διαύλους με το περιβάλλον Τραμπ. Από την άλλη, οφείλει να ενισχύσει τις σχέσεις της με το Κογκρέσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το ευρύτερο αμερικανικό σύστημα εξωτερικής πολιτικής.
Η νέα πλειοψηφία των Δημοκρατικών δεν εγγυάται μια περισσότερο φιλελληνική αμερικανική εξωτερική πολιτική, ούτε μπορεί να αποκλείσει μονομερείς πρωτοβουλίες του Τραμπ. Δημιουργεί, ωστόσο, πρόσθετες δυνατότητες παρέμβασης σε ζητήματα που ενδιαφέρουν άμεσα την Αθήνα.
Η τελευταία διετία του Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί περίοδος μεγάλων διεθνών πρωτοβουλιών ή μιας προεδρίας απορροφημένης από τις εσωτερικές της συγκρούσεις. Για την ελληνική διπλωματία, το στοίχημα είναι να διασφαλίσει ότι οι νέες ισορροπίες στην Ουάσινγκτον δεν θα αφήσουν τα ελληνοτουρκικά και την Ανατολική Μεσόγειο στο περιθώριο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
