Δεν υπάρχει πλέον έκθεση διεθνούς οργανισμού, έρευνα θεσμικού επενδυτή και έρευνα οικονομικής συγκυρίας που να μην έχει δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία του πληθωρισμού, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα. Η «ομοφωνία» αυτή επιβεβαιώθηκε προχθές από την πλευρά των νοικοκυριών, μέσα από τις απαντήσεις των εκπροσώπων τους στη μηνιαία έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Χθες, ήταν η σειρά της Eurostat να «μιλήσει», με την ανακοίνωση των προσωρινών της προβλέψεων για τον πληθωρισμό του Οκτωβρίου στην Ε.Ε. και στα κράτη-μέλη της.
Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις ότι η τάση του πληθωριστικού κύματος είναι ακόμη ανοδική, καθώς καταγράφεται νέα αύξηση σε ετήσια βάση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα Σεπτέμβριο. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος του πληθωρισμού στην ευρωζώνη ανήλθε σε 4%, σε σχέση με 3,8% τον Σεπτέμβριο. Τα στοιχεία για την Ελλάδα είναι πολύ πιο απογοητευτικά, καθώς ο πληθωρισμός αυξήθηκε σε 5,6%, από 5,1% τον Σεπτέμβριο.
Ευρώπη
Η Ευρώπη είναι διεθνές hot spot των νέων πληθωριστικών πιέσεων, καθώς είναι ενεργειακά εξαρτημένη, με αποτέλεσμα να πιέζεται από πολύ μεγάλες αυξήσεις στα καύσιμα. Αυτές έχουν περάσει πλέον από τις τιμές του αργού με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στα προϊόντα διύλισης (ντίζελ, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα), που είναι οι άμεσοι μοχλοί μετάδοσης των πιέσεων στις τιμές της ευρύτερης γκάμας των αγαθών και υπηρεσιών (βιομηχανία, μεταφορές κ.λπ.). Το ίδιο ισχύει και για το φυσικό αέριο: η εκτίναξη της τιμής του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου (TTF) μετατρέπεται σε εκτίναξη της χονδρεμπορικής του ηλεκτρικού ρεύματος και στη συνέχεια «πυροδοτεί» τις τιμές των οικιακών τιμολογίων αλλά και των συμβολαίων προμήθειας της βιομηχανίας.
Ετσι, από τον Σεπτέμβριο ήδη και ακόμη περισσότερο από τον Οκτώβριο, είναι φανερό το πέρασμα των πιέσεων σε όλη την γκάμα των αγαθών και υπηρεσιών ευρείας κατανάλωσης.
Σύμφωνα με τη Eurostat:
Οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν σε ετήσια βάση τον Οκτώβριο κατά 20,8%, έναντι 18,9% τον Σεπτέμβριο.
Στα τρόφιμα καταγράφεται αύξηση 4,6%, έναντι αύξησης 4% τον Σεπτέμβριο.
Στις υπηρεσίες η αύξηση είναι 3,3%, έναντι 3,2% τον Σεπτέμβριο.
Ελλάδα
Η θέση της Ελλάδας, και σε αυτό το ζήτημα, είναι η… συνήθης: μέσα στη μικρή ομάδα χωρών-μελών με τις χειρότερες επιδόσεις.
Συγκεκριμένα:
Μοιράζεται με την Ιταλία τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. για τον Οκτώβριο, με 5,6%.
Είναι στην ομάδα τριών χωρών που έχουν πληθωρισμό πάνω από 5%: οι Ελλάδα και Ιταλία με 5,6% και η Κύπρος με 5,4%.
Η Ελλάδα καταγράφει συστηματικά επιδόσεις στον πληθωρισμό που υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 1-1,5 εκατοστιαία μονάδα, αλλά αυτή τη φορά ξεπέρασε, έστω και οριακά, το πάνω όριο αυτής της διακύμανσης.
Προφανώς ο πληθωρισμός τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί από την πορεία των εξελίξεων στη Μ. Ανατολή και δευτερευόντως στην Ουκρανία που καθορίζουν τις τιμές των καυσίμων. Επειδή όμως το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει παραταθεί ήδη επί 8μηνο ενώ έχουν υπάρξει μεγάλες καταστροφές σε ενεργειακές υποδομές, ακόμη και η πλήρης γεωπολιτική εξομάλυνση δεν θα σημάνει την πλήρη εξομάλυνση των τιμών των καυσίμων, ιδιαίτερα των προϊόντων διύλισης. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, οι «ουρές» της πολύμηνης πίεσης στις τιμές θα παραμείνουν για πολλούς μήνες ακόμη.
Αυτό που ξεκίνησε με την ελπίδα ότι θα είναι μια σύντομη «παρένθεση» έχει πλέον εξελιχθεί σε «κανονικό» πληθωριστικό κύμα, που αφήνει τα αποτυπώματά του στην οικονομία και την κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, ο «βαρύς» χειμώνας για τα νοικοκυριά γίνεται ήδη πραγματικότητα.
O τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ Φραγκίσκος Κουτεντάκης (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI)
Φραγκίσκος Κουτεντάκης: Η ακρίβεια καλπάζει, η κυβέρνηση παρακολουθεί
Τα νέα στοιχεία της Eurostat για τον πληθωρισμό του Οκτωβρίου επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη κρίση κόστους ζωής και την αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτοξεύτηκε στο 5,6%, από 5,1% τον Σεπτέμβριο, όταν στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 4%. Για ακόμη μία φορά, οι τιμές στη χώρα μας αυξάνονται σημαντικά ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη εξαντλημένα οικογενειακά εισοδήματα. Η ακρίβεια δεν είναι απλώς ένα εισαγόμενο φαινόμενο. Οι διεθνείς ανατιμήσεις στην ενέργεια επηρεάζουν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Δεν εξηγούν όμως από μόνες τους γιατί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει συστηματικά υψηλότερος. Οι εγχώριες συνθήκες της αγοράς και η αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής δεν μπορούν να μένουν έξω από τη συζήτηση.
Εδώ και χρόνια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει την ακρίβεια με προσωρινές επιδοτήσεις, επικοινωνιακές εξαγγελίες και συμφωνίες καλών προθέσεων με τις επιχειρήσεις. Τα αποτελέσματα είναι πλέον ορατά.
Οι τιμές ανεβαίνουν, η αγοραστική δύναμη πιέζεται και η κυβέρνηση εξακολουθεί να αναζητά άλλοθι.
Χρειάζονται ουσιαστικοί έλεγχοι σε όλα τα στάδια διαμόρφωσης των τιμών, αποτελεσματική αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας, στοχευμένες παρεμβάσεις στις αγορές και ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων.
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με δικαιολογίες. Και η κυβερνητική αποτυχία δεν μπορεί να βαφτίζεται κάθε φορά εισαγόμενη κρίση.
(shutterstock)
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Διαρθρωτικές ανισορροπίες στην οικονομία
Χθες δημοσιοποιήθηκε η τριμηνιαία έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου – την ίδια μέρα με τη δημοσίευση των στοιχείων για τον πληθωρισμό τον Οκτώβριο. Το περιεχόμενο της έκθεσης του Δ.Σ. έχει βέβαια συνολικό χαρακτήρα, αλλά μέσα σε όλα όσα πραγματεύεται περιλαμβάνεται και ο πληθωρισμός, για τον οποίο εκτιμά ότι θα κινηθεί στο 3,6% «για το σύνολο του 2026», ενώ παράλληλα διαπιστώνει «σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους» αν συνεχιστούν οι υψηλές τιμές των καυσίμων. Η εκτίμηση για το 2026 ταυτίζεται με αυτήν του προσχεδίου προϋπολογισμού.
Ομως σημαντικές είναι και οι υπόλοιπες, γενικότερες εκτιμήσεις του. Στην πρώτη από αυτές, που αφορά την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2026, το Δ.Σ. διαφωνεί με την εκτίμηση που περιέχεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2% και 2,3% το 2026 και 2027 αντίστοιχα, εκτιμώντας ότι οι ρυθμοί αύξησης θα είναι 1,9% το 2026 και 2% το 2027.
Το δημοσιευόμενο στην έκθεση σχετικό γράφημα, το οποίο παραθέτουμε, αποδίδει εύγλωττα τη διακύμανση των ρυθμών ανάπτυξης (ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ). Οπως φαίνεται, ύστερα από το άλμα του 2021 (+15%, ως αποτέλεσμα της «αποσυμπίεσης» ύστερα από την καθίζηση της πανδημίας), καταγράφεται μια ραγδαία πτώση μέχρι το 1,5% και ύστερα μια διακύμανση μεταξύ 1,5% και 1,9%. Σε όλη αυτή την πορεία, το μεγαλύτερο μέρος της ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ οφειλόταν στην αύξηση των τιμών.
Οσον αφορά τη συνολικότερη προοπτική της επενδυτικής δυναμικής, επομένως και του ΑΕΠ, στα επόμενα χρόνια το Δ.Σ. αναφέρει: «Η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά το πέρας του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελεί βασική πρόκληση για τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και υψηλών επιτοκίων». Είναι φανερό ότι η φράση αυτή δεν αναδίδει πολλή αισιοδοξία…
Ανεργία
Οσον αφορά την ανεργία, προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί σε 8,4% στο σύνολο του 2026, ποσοστό που η έκθεση κρίνει ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, γεγονός που το αποδίδει σε διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, η χαμηλή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και η περιορισμένη απορροφητικότητα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Ως κατακλείδα, το Δ.Σ. καταλήγει στο εξής γενικό συμπέρασμα: «Παρά τη βελτίωση των περισσότερων μακροοικονομικών μεγεθών, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαρθρωτικές ανισορροπίες στην ελληνική οικονομία. Η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, τα επίμονα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το χαμηλό επίπεδο ιδιωτικής αποταμίευσης αποτελούν βασικές προκλήσεις».
Διαβάστε περισσότερα
