«Η λησμονιά είναι η μεγαλύτερη απόσταση». Αυτή είναι ίσως η φράση που κράτησα πιο βαθιά μέσα μου φεύγοντας από την παράσταση του Tiago Rodrigues στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Έφυγα με δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα ανακουφιστικά, παρηγορητικά. Εκείνα που έρχονται όταν συνειδητοποιείς πως ο φόβος της απώλειας, της μνήμης που ξεθωριάζει, της αγάπης προς το παιδί και τον κόσμο, δεν είναι ποτέ ατομικός. Πως κάπου, μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα, άγνωστοι άνθρωποι αναπνέουν για λίγο την ίδια αγωνία, μοιράζονται μια κοινή συγκίνηση.
Επί σκηνής ελάχιστα πράγματα: δύο ηθοποιοί, ένας κορμός δέντρου, ένας βράχος, ένα πικάπ, μια γυάλινη σφαίρα. Μέσα από αυτή τη λιτότητα ανοίγονται δύο ολόκληρα σύμπαντα. Δύο κόσμοι που συνδέονται με ένα αόρατο σκοινί απόλυτης αγάπης και λατρείας. Ένας πατέρας και μια κόρη. Δύο φωνές, δύο πλανήτες. Γη και Άρης.
Η Γη, ένας πλανήτης εξαντλημένος, κουρασμένος από την ίδια του την ιστορία. Τα πολιτικά συστήματα καταρρέουν, η φύση πληγωμένη έχει πάψει προ πολλού να προσφέρει καρπούς, το νερό είναι μολυσμένο, οι άνθρωποι μοιάζουν να έχουν απομείνει χωρίς ελπίδα. Και απέναντι, ο Άρης. Η επόμενη στάση της ανθρωπότητας. Ένας τόπος που υπόσχεται μια νέα αρχή, αλλά απαιτεί ως αντάλλαγμα τη λήθη. Χίλιοι «Επιλησμονημένοι» εγκαταλείπουν τη Γη για να δημιουργήσουν εκεί έναν νέο κόσμο, έναν κόσμο χωρίς παρελθόν, χωρίς μνήμη, χωρίς ρίζες. Με την πεποίθηση πως το μοντέλο ζωής στη Γη απέτυχε, παίρνουν την τολμηρή και θαρραλέα απόφαση να γίνουν οι επόμενοι Αδάμ και Εύα ενός νέου κόσμου λυτρωμένου από το παρελθόν του.
©Christophe Raynaud de Lage
Όλη η πλοκή έχει στηθεί πάνω στην επικοινωνία τους, στα φωνητικά μηνύματα που ανταλλάσσουν από τη στιγμή που εκείνη θα πατήσει το πόδι της στον Άρη μέχρι να ολοκληρωθεί το «πρωτόκολλο της λήθης»: μια διαδικασία αναγκαία, οριστική και αμετάκλητη. Μια διαδικασία που θα σβήσει όλες τις μνήμες του παρελθόντος, κάθε μικρή της ανάμνηση, κάθε αγαπημένη της συνήθεια, ακόμη και την ίδια της την ταυτότητα. Ακόμη και εκείνον.
Και τότε εκείνος αρχίζει να παλεύει να την μεταπείσει με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει. Μέσα από τις λέξεις. Μέσα από τη μνήμη. Σκαλίζοντας λίγο λίγο την καρδιά του, ελπίζοντας να ανταποκριθεί η δική της. Σκαλίζοντας με τις λέξεις, με τις μνήμες τα μόνα χαρτιά που κρατάει στα χέρια του: το παρελθόν τους. Προσπαθεί να τη μεταπείσει θυμίζοντάς της στιγμές από την παιδική της ηλικία, της παίζει το αγαπημένο τους τραγούδι που κάποτε ψιθύριζαν μαζί, της μιλά για τις γεύσεις που θα χάσει για πάντα –τις ντομάτες με τη γλυκιά και όξινη γεύση που δύσκολα θα υπάρξουν στον Άρη. Μικρά καθημερινά πράγματα. Λεπτά ψήγματα αγάπης ενός πατέρα προς την κόρη του. Χωρίς μεγαλόστομες διακηρύξεις και δυσνόητες έννοιες. Μόνο καθαρές λέξεις απόλυτης αγάπης.
Πατέρας και κόρη, πιστοί ο καθένας στο δικό του όνειρο, πορεύονται. Άλλοτε κοντά και άλλοτε μακριά. Όπως όλες οι σχέσεις που παλεύουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην αγάπη και στην ανάγκη του καθενός να ακολουθήσει τη δική του διαδρομή.
H παράσταση του Tiago Rodrigues “La Distance” μιλά για μια μελλοντική, δυστοπική κατάσταση χωρίς ποτέ να χάνει τον άνθρωπο. Πίσω από τους πλανήτες, τις αποικίες και την επιστημονική φαντασία, παραμένει πάντα κάτι βαθιά οικείο: ένας πατέρας και μια κόρη. Ένας πατέρας που μέσα του γνωρίζει πως δεν κατάφερε να την προστατεύσει πραγματικά. Πως δεν μπόρεσε να τη θωρακίσει απέναντι στον φόβο, ούτε να της μεταδώσει ολοκληρωτικά την πίστη ότι όλα μπορούν να αλλάξουν, ότι ο κόσμος μπορεί ακόμη να σωθεί. Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με την ιδέα πως η ανθρωπότητα προχωρά όταν μαθαίνει από το παρελθόν της, όταν κοιτά κατάματα την Ιστορία και δεν επαναλαμβάνει τα λάθη της. Κι όμως, όπως κάθε γενιά πριν από αυτόν, αναγκάζεται να παραδεχτεί πως η Ιστορία μοιάζει να επιστρέφει αδιάκοπα. Να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σαν ένας χαλασμένος δίσκος στο πικάπ του κόσμου μας.
©Christophe Raynaud de Lage
Στο “La Distance”, ο Rodrigues, ένας από τους σημαντικότερους παραμυθάδες του σύγχρονου θεάτρου, παραδίδει κάτι πολύ βαθύ και ουσιαστικό: ένα γράμμα αγάπης προς την οικογένεια, προς τη μνήμη, προς εκείνο το αόρατο νήμα που κρατά τους ανθρώπους ενωμένους ακόμη κι όταν τους χωρίζουν πλανήτες ολόκληροι. Και ενώ μιλά για το μέλλον, στην πραγματικότητα μιλά για το παρόν μας. Για τη βαθιά αντίφαση του ανθρώπου. Για έναν πολιτισμό ικανό να ονειρεύεται αποικίες στον Άρη αλλά ανίκανο να προστατεύσει τη Γη. Για μια ανθρωπότητα που κατακτά το διάστημα ενώ χάνει σταδιακά την επαφή με τη μνήμη, τη φύση, την τρυφερότητα, την ίδια την έννοια της συνύπαρξης.
Ο Rodrigues επιλέγει να αφηγηθεί αυτή τη γιγαντιαία κρίση μακριά από πολιτικά μανιφέστα ή θεαματικές εικόνες καταστροφής. Επιλέγει το πιο μικρό, το πιο εύθραυστο και το πιο ανθρώπινο σημείο: τη σχέση ενός πατέρα και μιας κόρης. Δύο ζωές σε τροχιά. Δύο σώματα που απομακρύνονται όλο και περισσότερο, ενώ οι φωνές τους γίνονται όλο και πιο κοντινές. Ένα φωνητικό μήνυμα που ταξιδεύει στο άπειρο. Και ύστερα άλλο ένα. Και άλλο ένα. Σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να νικηθεί η λήθη.
Η σκηνική λιτότητα της παράστασης λειτουργεί τελετουργικά. Ο κορμός του δέντρου, ο βράχος, το πικάπ, η γυάλινη σφαίρα αποκτούν μια ποιότητα μνήμης, σαν απομεινάρια ενός κόσμου που χάνεται. Και πάνω σε αυτή την περιστροφική σκηνή, οι δύο ηθοποιοί μοιάζουν με ουράνια σώματα που δεν σταματούν ποτέ να αναζητούν το ένα το άλλο. Σε μια περιστροφική δύνη που διαρκώς τους απομακρύνει.
«Μιλώντας για την απόσταση, ανακαλύπτουμε επίσης την εγγύτητα», λέει ο ίδιος ο δημιουργός. Μια ιστορία για τη βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη: να υπάρχουμε μέσα στη μνήμη κάποιου άλλου. Μια ιστορία με λέξεις κεντημένες λεπτοβελονιά. Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν λείπει. Και η μουσική, μια σταθερή συνιστώσα που μας φέρνει όλους κοντά. Η δύναμή της να ταράζει την ψυχή, να ανακαλεί ξεχασμένες μνήμες που, όσο βαθιά κι αν έχουν καταχωνιαστεί, συνεχίζουν να μας μιλούν. Να αφηγούνται τη δική τους ιστορία, που ίσως κάπου να συναντά και τη δική μας.
«Δεν φοβάμαι, δεν απελπίζομαι. Μου έμαθες χιλιάδες πράγματα. Έχω ένα δικό μου όνειρο», τραγουδάει ο Caetano Veloso στον επίλογο.
Η Alison Dechamps στον ρόλο της κόρης και ο Adama Diop συνθέτουν ένα ερμηνευτικό δίπολο σπάνιας αρμονίας. Υπάρχει ανάμεσά τους μια βαθιά σκηνική συγγένεια, μια αίσθηση απόλυτης σύνδεσης που κάνει κάθε τους λέξη και κάθε σιωπή να μοιάζουν αληθινές. Με πάθος, εσωτερικότητα και συγκινητική ακρίβεια, καταφέρνουν να μεταδώσουν τη λεπτή συγκίνηση του έργου χωρίς ίχνος υπερβολής.
©Christophe Raynaud de Lage
©Christophe Raynaud de Lage
Φεύγω με βουρκωμένα μάτια. Μόλις βίωσα μια από τις πιο καθηλωτικές και βαθιά ανθρώπινες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων. Η λησμονιά είναι πράγματι η μεγαλύτερη απόσταση. Και η αγάπη η μοναδική δύναμη που μπορεί να τη διασχίσει. Σκέφτομαι τα παιδιά μας. Σκέφτομαι τους εφήβους που παλεύουν να βρουν νόημα μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και πιο αβέβαιος. Και ύστερα σκέφτομαι τις μεγαλύτερες γενιές. Ανθρώπους που ξυπνούν με κουρασμένα, σχεδόν θλιμμένα μάτια, αποξενωμένοι μεταξύ τους, μακριά από τη γη τους, ναυαγοί μέσα σε μια πραγματικότητα όπου οι αξίες μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους.
Πώς χαθήκαμε έτσι στην πορεία; Πώς καταφέραμε να αποξενωθούμε τόσο βαθιά από τη φύση, από τη μνήμη, από τους άλλους αλλά και από τον ίδιο μας τον εαυτό;
Η μεγαλύτερη απόσταση είναι μάλλον εκείνη που αφήσαμε να ανοίξει ανάμεσά μας εδώ, πάνω στη Γη.
The post “La Distance” του Tiago Rodrigues: Μια ιστορία για τη βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη – να υπάρχουμε μέσα στη μνήμη κάποιου άλλου appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
