Ντιτρόιτ, 1970. Ο Τζον Μίλερ είναι ένα καλό-κακό παιδί που μπλέκει με τη γυναίκα ενός κακού-κακού παιδιού, του τοπικού μαφιόζου συγκεκριμένα. Ο Τζον έχει το μέγεθος του Σβαρτσενέγκερ και την ξανθιά περούκα του Πρίγκιπα Γλυκούλη από το Σρεκ, αλλά είναι ευαίσθητος και θέλει να ζητήσει τη γυναίκα του σε γάμο, οπότε τον συμπαθούμε. Όμως, ο κακός-κακός μαφιόζος είναι κακός ζηλιάρης και δεν θα αφήσει έναν μπρατσαρά να του κλέψει το κορίτσι, οπότε παγιδεύει τον Τζον και η αστυνομία τον συλλαμβάνει για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Τότε, ο μαφιόζος παντρεύεται τη γυναίκα του και ο Τζον λιώνει κάτι καραμέλες, φτιάχνει ένα μαχαίρι, και αρχίζει να το καρφώνει εκεί που πρέπει. Τρου στόρι.
Ο λόγος που συμπαθώ το Motor City είναι γιατί ο σκηνοθέτης, ο Πότσι Πονσιρόλι, είναι συνειδητοποιημένος, δεν κουράζει με την παρουσία του και το κυριότερο δεν φλυαρεί καθόλου. Σε όλο το έργο πρέπει να ακούγονται μονάχα είκοσι λέξεις και αυτό το κάνει αναζωογονητικό. Βλέπετε, δυστυχώς το Motor City δεν είναι έξυπνη ταινία, αλλά προσπαθεί να είναι. Οι χαρακτήρες παίρνουν όλη την ώρα χαζές αποφάσεις που κάνουν τη ζωή τους χειρότερη και εσύ μένεις να αναρωτιέσαι δυνατά στην οθόνη τα αυτονόητα. Αν δεν έλεγε κάτι ο τάδε χαρακτήρας, αν δεν έκανε τη χαζομάρα και είχε λίγη περισσότερη υπομονή, δηλαδή ανοησίες που τις συναντάμε συνήθως σε κακές ταινίες τρόμου, όπου οι σεναριογράφοι δεν έχουν τις απαραίτητες ικανότητες για να προχωρήσουν την πλοκή και καταλήγουν να το κάνουν μέσω παρεξηγήσεων και κακών αποφάσεων. Όμως, καταφέρνει να σε υπνωτίσει, να σε παραμυθιάσει, να σε κάνει να το προσέξεις. Και επειδή το καταφέρνει αυτό το τελευταίο, βλέπεις και όλους τους λεκέδες.
Ο τρόπος που αντιμετωπίζω το Motor City είναι σαν μια ταινία που τη βλέπεις μέσα από ένα αυτοκίνητο, ενώ έχεις το ραδιόφωνο ανοιχτό. Οι ροκές που έχει επιλέξει ο σκηνοθέτης για να ντύσουν μουσικά το έργο φαίνεται να είναι από προσωπική του playlist με το auto play ενεργοποιημένο. Το ύφος της ταινίας μπορεί να θυμίζει μια ιστορία εκδίκησης τύπου Κόμη Μοντεχρίστο, αλλά σε καμιά περίπτωση το γράψιμο δεν φτάνει τα επίπεδα του Δουμά, οπότε το να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό και να παίξουν με τα κορμιά και τα μάτια τους, προσθέτει ένα βάθος που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί διαφορετικά όσο και να έσκαβε. Στις δυνάμεις του έργου είναι και η διεύθυνση φωτογραφίας, που καταφέρνει να ζωντανέψει τη δεκαετία του ’70 με τα φώτα, τις σκιές και την αγριάδα της νύχτας, όπου φοβάσαι ότι όποιος σε πλησιάζει θέλει το κακό σου. Η σιωπή των χαρακτήρων, αν και οι ίδιοι δισδιάστατοι, βοηθάει στη διατήρηση του μυστηρίου.
Ερμηνευτικά, οι ίδιοι οι ηθοποιοί καταφέρνουν να ξεκολλήσουν τους χαρακτήρες τους από το φόντο, καθώς το σενάριο καταφέρνει λίγα σε αυτόν τον τομέα. Κλισέ, κοινοτοπίες, τα κλασικά. Ο Μπεν Φόστερ στον ρόλο του μαφιόζου περνάει καλύτερα από τη Σέιλιν Γούντλεϊ στον ρόλο του αντικείμενου του πόθου, που δυστυχώς χαραμίζεται, μα ταυτόχρονα κάνει ό,τι μπορεί για να ξεχωρίσει και να μεταμορφώσει τον χαρακτήρα της από τη «γυναίκα» του σεναρίου σε κάτι πιο τρισδιάστατο. Είναι φυσικό ο Μπεν Φόστερ να περνάει καλύτερα, γιατί πάντα οι κακοί περνάνε καλύτερα και μπορούν να είναι πιο χαλαροί στην τρέλα τους. Από την άλλη, ο Άλαν Ρίτσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι πάλι ο Ρίτσερ με περούκα και ψεύτικη γενειάδα. Καταλαβαίνω ότι υποτίθεται είναι ένας κομάντο που υπηρέτησε στο Βιετνάμ, αλλά ακόμα και ο Σταλόνε στο Πρώτο Αίμα είχε πιο ρεαλιστικό σώμα απ’ αυτό που κατέληξε να αποκτά στις επόμενες ταινίες. Δεν λέω ότι δεν εξυπηρετεί το σενάριο καθόλου, ένα σενάριο που δεν του κάνει καμιά χάρη με τέτοιο μέτριο γράψιμο, αλλά δεν υπάρχει κάποιος ρόλος για να χαθεί από πίσω ή να ερμηνεύσει. Είναι ο action man, ξέρει πού να πάει, πότε να πάει και πότε να τραβήξει τη σκανδάλη. Από τότε που ο Ρίτσον έγινε ο Ρίτσερ, μόνο τον Ρίτσερ βλέπω σε ό,τι δουλειά έχει κάνει μετά. Πιο πολύ έπαιζε όταν έκανε τον Ραφαέλ στα Χελωνονιντζάκια. Μετά από ένα σημείο που ο χαρακτήρας του ξυρίζεται και κουρεύεται κιόλας, έχει κυριολεκτικά το ίδιο μαλλί που έχει ως Ρίτσερ και δίνει την εντύπωση πως βιάζεται κιόλας, γιατί τον έχουν φωνάξει να γυρίσει σκηνές για τη σειρά και πρέπει να φύγει γρήγορα.
Ομολογώ, ότι λατρεύω ταινίες με ελάχιστο ή καθόλου διάλογο και το Motor City με ικανοποίησε σε αυτόν τον τομέα, ενώ ταυτόχρονα εξυψώνεται σε κάτι ανώτερο λόγω αυτής της επιλογής. Διάβασα κάποια σχόλια ότι πολλοί συγκρίνουν το Motor City με ταινίες του Ζακ Σνάιντερ, επειδή το πρώτο έχει αρκετά πλάνα σε αργή κίνηση, αλλά ειλικρινά αυτό το θεωρώ λίγο τεμπέλικη ανάλυση. Κάτι + κάτι- μου θυμίζει κάτι άλλο. Η αργή κίνηση μας θυμίζει Ζακ Σνάιντερ, οι εκρήξεις Μάικλ Μπέι. Ούτε του ενός ούτε του άλλου οι ταινίες δεν με διασκέδασαν τα τελευταία χρόνια όσο το Motor City. Στο κάτω κάτω, τώρα που το σκέφτομαι δεν έχω ξαναδεί σε ταινία κάποιον να φτιάχνει ένα καραμελωμένο μαχαίρι, οπότε παίρνει έξτρα πόντους γι’ αυτό και μόνο. Είναι ένα καλογυρισμένο έργο, με ικανοποιητικές σκηνές δράσης, που εκμεταλλεύεται το οπτικό μέσο επειδή γνωρίζει πως το σενάριο είναι το πιο αδύναμο κομμάτι του.
Α! Και αν σε μια σκηνή νομίζετε ότι τρελαίνεστε επειδή έχετε την εντύπωση πως βλέπετε τον Τζακ Γουάιτ των White Stripes να παίζει πιάνο, δεν έχετε πρόβλημα. Τον είδα κι εγώ.
The post “Motor City” του Πότσι Πονσιρόλι: Drive-in και drive-by appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
