Τελευταία νέα
Δισεκατομμύρια για τη στέγη, αλλά χωρίς ορατή λύση στο στεγαστικό Μέχρι το Μαξίμου έφτασαν οι φήμες για αλλαγή ηγεσίας Κύπελλο Ελλάδας: Ποιες ομάδες που πέρασαν στη League Phase [βίντεο] Γάζα: Παλαιστίνιοι κατακρίνουν τη στάση των ΗΠΑ – «Δίνουν το ελεύθερο στον Νετανιάχου να συνεχίσει τους βομβαρδισμούς» Πυρκαγιά σε δασική έκταση στο Καρπενήσι Ανακοίνωσε Αριάγκα η ΑΕΚ: Ποιος είναι ο 28χρονος χαφ από την Ονδούρα Σύγκρουση ελικοπτέρων στην Ψάθα: Τι κατέθεσαν οι πιλότοι – «Δεν είχαμε οπτική επαφή, νομίζαμε ότι πέσαμε σε καλώδια» Μητσοτάκης και πυρκαγιές: 4,5 εκατ. στρέμματα καμένα και οι υποσχέσεις που έμειναν στα χαρτιά Euronews: Οι Βρυξέλλες παρακολουθούν τα UFO από το 2023 Νέο «άκυρο» από το Ανώτατο Δικαστήριο σε προσφυγή του Τραμπ κατά της καταβολής αποζημίωσης για σεξουαλική επίθεση Μετά την πώληση Κωνσταντέλια ο ΠΑΟΚ πήρε 17χρονο Έλληνα από τη Ντόρτμουντ Θρήνος στη Ζιμπάμπουε: Ο απολογισμός του ναυαγίου φέρι ανέρχεται σε 92 νεκρούς 
Elculture.gr

O Τάσης Χριστογιαννόπουλος μιλάει στο ελc: «Η “Τραβιάτα” είναι ένα διαμάντι από την αρχή μέχρι το τέλος»

Τον Τάση Χριστογιαννόπουλο τον έχω προσωπικά πολύ ψηλά τοποθετημένο στον κόσμο της όπερας, του λυρισμού και όχι μόνο εκεί. Κατά καιρούς με πιάνω να ανατρέχω και στα βίντεο που ‘χει το YouTube «παγιδεύσει» στιγμές του στον ψηφιακό χωροχρόνο να τον ακούσω να τραγουδά κι ελληνικά, όχι μόνο τα γαλλικά που έχει δισκογραφήσει. Είναι ένας καλλιτέχνης που έχει εκτόπισμα και βλέμμα δυνατό όχι μόνο πάνω στην σκηνή. Από την πρώτη φορά που τον συνάντησα, κατανόησα ότι πέραν από πολλές γνώσεις και πλούσια καριέρα διαθέτει και το πιο σημαντικό στοιχείο για μένα, αίσθηση του χιούμορ. Πιάνει την ατάκα και την πετάει πίσω συνοδευόμενη από ένα χαμόγελο και ένα βλέμμα εύστροφο. Συναντηθήκαμε στην Εθνική Λυρική Σκηνή μετά την πρόβα για την Τραβιάτα, αυτή ήτανε η αφορμή. Η «Τραβιάτα» του Τζουζέππε Βέρντι, σε παραγωγή του Νίκου Σ. Πετρόπουλου, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος στο ΚΠΙΣΝ, υπό τη μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Η Πειραιώς συνεχίζει τη συνεργασία της με την Εθνική Λυρική Σκηνή, με τη δημοφιλή όπερα, η οποία παρουσιάζεται στο πλαίσιο του αφιερώματος στον Έλληνα σκηνοθέτη, σκηνογράφο και ενδυματολόγο της όπερας Νίκο Σ. Πετρόπουλο και πραγματοποιείται με τη χορηγία της Τράπεζας.

Από τη συζήτησή μας με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο έμαθα πολλά που αγνοούσα και για τον ίδιο. Δεν μου ‘χε περάσει από το νου ότι είναι Πειραιώτης μα ούτε το ότι είναι ακόμα φοιτητής. Ελπίζω να περάσετε και ’σείς όσο καλά πέρασα μαζί του, διαβάζοντας τη συνέντευξη που προέκυψε από τη συνομιλία μας:

Σε είδαμε τελευταία φορά στην Επίδαυρο στη Μήδεια, μια αναβίωση που ήταν και sold out. Τώρα έρχεσαι στην Εθνική Λυρική Σκηνή με την Τραβιάτα, σε μια άλλη αναβίωση. Γιατί υπάρχουν αναβιώσεις;

Όπως έλεγε ο Βέρντι «το να γυρίσουμε στο παρελθόν θα είναι μια πρόοδος». Για αυτό υπάρχουν αναβιώσεις. Ευτυχώς που υπάρχουν αναβιώσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι δύο αναβιώσεις έχουν μια διαφορά. Η αναβίωση της Τραβιάτα, που θα δούμε μέσα στο κλειστό θέατρο, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, πρόκειται για την αναβίωση μιας αισθητικής πρότασης, η οποία είναι παραδοσιακή και αφορά την εποχή που έχει γραφτεί το έργο, με τα κοστούμια της εποχής, με τα σκηνικά τα οποία είναι τα σκηνικά της εποχής, αλλά η διαφορά με την Επίδαυρο – η δική μου αίσθηση τουλάχιστον και νομίζω όχι μόνο η δική μου – ήταν σαν να αναβιώνει ολόκληρη την εποχή. Όχι την αισθητική μιας παράστασης, όπως την πραγματοποιούσαν το ’60, αλλά τα κοστούμια αυτά, τα σκηνικά αυτά, ενταγμένα μέσα στο συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο εμένα μου έδινε την αίσθηση ότι ζω σε μια αρχαία εποχή. Σαν να γίνεται τρισδιάστατη η αρχαιότητα. Και το εντυπωσιακό είναι ότι είδα – αφού είχαμε κάνει την παράσταση, γιατί μετά μας ήρθε η πληροφορία αυτή – το κοστούμι του Κρέοντα ότι είναι πιστή αντιγραφή κοστουμιού που υπάρχει σε αμφορέα στο Μουσείο της Νάπολης, το οποίο δεν είναι κοστούμι βασιλιά, αλλά κοστούμι υποκριτή, ηθοποιού. Και το οποίο ο Τσαρούχης έχει αντιγράψει ακριβώς το σχέδιο, το χρώμα είναι ακριβώς το ίδιο. Γι’ αυτό λέω, είναι μια αναβίωση εποχής, ενώ η Τραβιάτα είναι αναβίωση αισθητικής περισσότερο, όταν το βλέπεις μέσα σε μια σκηνή.

Τώρα δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω πώς ένιωσες στη Μήδεια;

Συγκλονιστικά μαγικά. Καταρχάς η Επίδαυρος ως Επίδαυρος, ως θέατρο νομίζω δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο. Γιατί είναι τόσο ζωντανή η ιερότητα του χώρου, τα θεραπευτικά του στοιχεία, η σχέση που έχουν μόνο τα ανοικτά θέατρα και τα αρχαία ανοιχτά θέατρα. Η σχέση που έχεις με το σύμπαν. Ανοίγεσαι στο σύμπαν. Είσαι σε μια σπείρα, στη βάση της, η οποία ανοίγεται στο σύμπαν. Όλα τα άλλα θέατρα έχουν ταβάνι.

Επειδή έχεις δοκιμαστεί σε διάφορους χώρους, η ηχητική για μια όπερα στην Επίδαυρο πώς είναι, γιατί έχω ακούσει ότι στο Ηρώδειο πάντα κάτι χάνει ο ήχος.

Το Ηρώδειο προέκυψε να είναι ανοιχτό θέατρο. Δεν ήταν για να είναι. Επίσης δεν προοριζόταν τόσο για να γίνονται παραστάσεις θεάτρου, αλλά παραστάσεις «σόου» ρωμαϊκής εποχής. Η διαφορά στην Επίδαυρο είναι ότι την καλή ακουστική της Επιδαύρου την καταλαβαίνεις στην πρόζα, που είσαι στο επίπεδο της ορχήστρας και είναι η φωνή γυμνή. Στη Μήδεια που είχαμε την ορχήστρα μπροστά και οι τραγουδιστές ήταν όμως στο επίπεδο της σκηνής της αρχαίας, αλλά χωρίς να έχουμε πίσω τη σκηνή (γιατί η σκηνή η αρχαία είχε και πίσω χώρο για να αντηχεί)· για τον επί σκηνής ερμηνευτή δεν ήταν εύκολη η ακουστική της Επιδαύρου. Αυτό όμως βοήθησε στο εξής: επειδή δεν είχες επιστροφή της φωνής σου, τραγουδούσες μόνο με την αίσθηση, μόνο με τη σωματική αίσθηση που φέρεις από τη γνώση και την εμπειρία.

Κυκλοφορούσε το «πνεύμα» της Κάλλας ανάμεσά σας; Το νιώσατε;

Βέβαια. Αφού με το που εμφανίστηκε η Άννα Πιρότσι που έκανε κάποιες χειρονομίες ίδιες, και οι οποίες είναι εγγεγραμμένες και στη σκηνοθεσία. Την πρώτη στιγμή που την είδα, να κάνει με τα χέρια έτσι όπως ξέρουμε από φωτογραφίες που είναι εμβληματικές, δεν γίνεται να μην σε πιάσει ανατριχίλα. Η Πιρότσι ήταν εξαιρετική και λέγαμε φαντάσου πως θα ήτανε αν το ζούσαμε αυτό με την Κάλλας επί σκηνής.

Πάμε τώρα στην «παραστρατημένη», στην Τραβιάτα κι επειδή μιλάμε για αναβιώσεις, αυτός ο Πετρόπουλος κάνει και σκηνικά, κάνει και κουστούμια. Είναι αυτά τα πολυσυλλεκτικά καλλιτεχνικά πλάσματα.

Κυρίως αυτά κάνει, δηλαδή η σκηνοθεσία του Πετρόπουλου σε όλα του τα έργα είναι κυρίως υπαγορευμένη από την εικαστική του οπτική προσέγγιση, η οποία είναι πάντα πλούσια, μεγαλόφρονη αλλά με μία αισθητική υψηλής ποιότητας.

Θα μας ταξιδέψει στον ρομαντισμό;

Τελείως, ακόμα και την Τόσκα που κάναμε φέτος, που ήταν πάλι αναβίωση της δικής του σκηνοθεσίας, το γεγονός ότι είχε μεταφέρει τη δράση από τις αρχές του 19ου αιώνα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ουσιαστικά ήταν μόνο αισθητική η διαφορά, όχι δραματουργική. Ο Πετρόπουλος οδηγήθηκε στη σκηνοθεσία από τη σχέση του με την όπερα και από τη σχέση του με την αισθητική και την κατασκευή του κόσμου, ο οποίος περιβάλλει την όπερα.

Εσύ από την άλλη σπούδασες σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας. Πώς οδηγήθηκες στην όπερα;

Σπούδασα σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας και χορό και τραγούδι και θέατρο.

Θέατρο, σε ποια σχολή;

Στον Ευαγγελάτο. Τα σπούδασα όμως όλα αυτά επειδή ήμουν ήδη στην όπερα. Επειδή γεννήθηκα στην όπερα υπό μία έννοια, ο πατέρας μου όταν γεννήθηκα ήταν διευθυντής στη Λυρική, με τη γιαγιά την Ναπολιτάνα, με την όπερα, δηλαδή στο σπίτι, με όλους τους οικογενειακούς φίλους να είναι ή τραγουδιστές ή χορευτές της όπερας.

Οπότε ήσουν «καταδικασμένος».

Με έναν τρόπο ναι, ήμουν καταδικασμένος να είμαι στην όπερα. Κι επειδή τη λάτρεψα και τη λατρεύω ακόμα, είμαι πολύ ερωτευμένος με αυτή τη μορφή τέχνης. Γι’ αυτό σπούδασα και όλα όσα αυτή η μορφή τέχνης έχει. Δεν σπούδασα αρχιτεκτονική και ζωγραφική, γιατί δεν έχω καμία σχέση, δεν έχω καθόλου τέτοια οπτική.

Έχω υπόψιν μου ότι έχεις συνθέσει πέρα από το ότι έχεις δισκογραφία. Άρα μελλοντικά παίζει να δούμε και κάτι σκηνοθετημένο από σένα, μιας και τώρα πια είσαι καλλιτεχνικός διευθυντής στο Ολύμπια.

Ναι, θα μπορούσε.

Δεν θα μπορούσε. Πρέπει κι εσύ να το πάρεις απόφαση.

Όχι γιατί μέχρι τώρα ό,τι έχω κάνει, 9 στα 10, τα οποία έχουν ενδιαφέρον, δεν τα έχω επιδιώξει εγώ. Έχουν έρθει… και πολλά που έχω επιδιώξει εγώ, δεν έχουνε γίνει. Δηλαδή κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και μου πρότειναν την καλλιτεχνική διεύθυνση του Ολύμπια. Δεν το είχα σκεφτεί, δεν το είχα επιδιώξει.

Μα το ασπάστηκες.

Το ασπάστηκα κατόπιν λίγης σκέψεως και με δεδομένη, όπως είπα πριν, την πολύ μεγάλη αγάπη για το είδος και τον χώρο, το συγκεκριμένο χώρο του Θεάτρου Ολύμπια. Αλλά οι συνθετικές μου πράξεις έχουν όλες μα όλες έρθει ως παραγγελία είτε από φίλους είτε από οργανισμούς. Δεν έχω επιδιώξει εγώ να κάνω κάτι. Έρχεται η πρόταση και γίνεται. Επίσης και ως τραγουδιστής στις πιο ενδιαφέρουσες παραγωγές που έχω κάνει με έχουν φωνάξει, δεν τις έχω ζητήσει.

Ωραίο αυτό. Τυχερός, ευλογημένος. Καταδικασμένος.

Ευλογημένος, καταδικασμένος, τυχερός. Μπορεί να είναι το ίδιο όλα αυτά.

Από τις συνθέσεις σου, αν θέλει κάποιος να γνωρίσει την ψυχή του Τάση πιο καλά, σε ποιο θα με παρέπεμπες; Εκεί που θεωρείς ότι έχεις δώσει το 100% της ψυχής σου.

Ε, ναι, έχω ένα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Γιατί η ψυχή τι είναι; Είναι μόνο ένα πράγμα; Αλλά νομίζω ότι το πιο βαθύ είναι η Κλυταιμνήστρα. Στο ΥouΤube υπάρχει ολόκληρο το έργο. Είναι ένας θεατρικός μονόλογος, λογοτεχνικός της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. τον οποίο μου ζήτησε μια φίλη ηθοποιός, η Μάρθα Τομπουλίδου, που θα το ανέβαζε στη Νέα Υόρκη. Μου λέει μπορείς να μου γράψεις; Θέλω μουσική σε αυτό και σε αυτό το σημείο. Και λέω ναι, άρχισα να γράφω. «Μπήκα» μέσα και δεν μπορούσα να σταματήσω να γράφω. Εκείνη μου ζήτησε τρία κομμάτια και εγώ έγραψα είκοσι, έγραφα, έγραφα… δεν σταμάταγε και έχει ένα ενδιαφέρον επίσης και συγκινητικό και μεταφυσικό άμα θέλεις. Ήταν μόλις είχε πεθάνει ο Νίκος Μαμαγκάκης, με τον οποίο εγώ συνεργαζόμουν πολλά χρόνια και με αυτόν κυρίως σπούδασα ουσιαστικά και τη σύνθεση. Πολλές φορές μου έλεγε ο Μαμαγκάκης, ο οποίος έγραφε, έγραφε ατέλειωτες νότες κι έλεγε λοιπόν: πάρ’ το αυτό το έργο και συμπλήρωσε ό,τι νομίζεις γιατί υπάρχουν και κάποια κενά. Εγώ; Ναι, εσύ. Και μετά τα κοίταγε. Θέλω να πω ότι η σπουδή δεν είναι μόνο εγκύκλια σπουδή. Είναι η σπουδή με την πραγματική της έννοια. Δίπλα σε κάποιον που ξέρει και που δουλεύεις με τα εργαλεία. Λοιπόν, είχε πεθάνει ο Μαμαγκάκης και κοιμόμουν. Το θυμάμαι στο Στρασβούργο ήμουν και ξυπνάω και ακούω τον Μαμαγκάκη να μου λέει: Σήκω, έχεις να γράψεις, σήκω, σήκω, γράφε, γράφε και έγραφα. Και αυτό το κομμάτι που ήρθε με αυτή την προτροπή. Είναι ο τελευταίος θρήνος του έργου που είναι για λύρα και κιθάρα και επίσης αυτό το έργο και ενορχηστρωτικά είναι πολύ με τα όργανα που δούλευε και ο Μαμαγκάκης: φλάουτο, κρουστά, λύρα, κιθάρα και λαούτο.

Σαν να ήρθε ο Μαμαγκάκης μέσα σου και έκανε…

…κατοχή, με έναν τρόπο.

Ο Βέρντι γιατί πίστευε ότι ήταν φιάσκο η Τραβιάτα του;

Ε, μα δεν το πίστευε εκείνος. Καταρχάς, η Τραβιάτα του ήταν μια πολύ μεγάλη πρόκληση στην κοινωνία της εποχής του. Δεν πίστευε ότι είναι φιάσκο μουσικά, έφαγε το φιάσκο της άρνησης της κοινωνίας να δεχτεί μια τέτοια θεματολογία επί σκηνής. Και μάλιστα οι πρώτες Τραβιάτα, οι πρώτες παραστάσεις δεν έγιναν με τα κοστούμια της εποχής του 19ου. Έγιναν με κρινολίνο για να μην είναι στην ίδια εποχή. Δηλαδή ήταν δύο κόσμοι οι οποίοι δεν ταιριάζανε.

Ε, εντάξει, είναι τώρα σαν να μου περιγράφεις την καθημερινότητά μας. Σαν να μην θέλουμε αυτό που δεν θέλουμε να αποδεχτούμε ότι…

Ακριβώς τα ντύνεις αλλιώς

κι εσύ τώρα κάνεις τον κακό της υπόθεσης.

Όχι, δεν κάνω τον κακό σε καμία περίπτωση.

Για μένα ένας πατέρας που απαγορεύει στο παιδί του να ζήσει τον έρωτα του έστω με μία παραστρατημένη είναι κακία.

Να με συγχωρεί η χάρη σου, αλλά αυτό δεν είναι κακία. Αυτοί είναι οι περισσότεροι γονείς, γιατί έτσι έχουν μάθει. Δηλαδή όταν εμένα, ας πούμε, έλεγε ο πατέρας μου ότι: μα δεν μπορεί να γίνεις τραγουδιστής, δεν είναι δουλειά να είσαι τραγουδιστής; Ή πόσες Ελληνίδες τουλάχιστον κι όχι μόνο μανάδες έχουν πει στα παιδιά τους ή τις κόρες τους ή στους γιους τους: Σιγά που θα πάρεις αυτήν/όν. Δεν το κάνουν από κακία. Είναι γιατί έτσι έχουν μάθει να προστατεύουν αυτά που ξέρουν. Ο πατέρας στην Τραβιάτα, ναι, αυτό που κάνει είναι δυσάρεστο. Είναι θλιβερό. Είναι και εν τέλει ίσως και τραγικό. Αλλά δεν έρχεται με κακή πρόθεση. Δεν είναι ο Ιάγος, δεν είναι ο Σκάρπια, δεν είναι άνθρωποι οι οποίοι θέλουν να κάνουν κακό. Αυτός θέλει να προστατέψει την τιμή της οικογένειάς του. Θέλει να προστατέψει την κόρη του, την οποία θέλει να την παντρέψει.

Δεν είναι, άλλωστε, τόσο μακρινές εκείνες οι εποχές. Σε μεγάλο βαθμό, τέτοια κοινωνικά πρότυπα εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Έτσι, όταν ένας πατέρας θέλει να παντρέψει την κόρη του, αλλά αυτό δεν είναι εφικτό επειδή ο γιος του διατηρεί σχέση με μια εταίρα, αισθάνεται ότι πρέπει να προστατεύσει τόσο την οικογένειά του όσο και την κόρη του. Γι’ αυτό απευθύνεται στη γυναίκα και της λέει, ουσιαστικά: «Πρόκειται να παντρευτείτε; Δεν πρόκειται να παντρευτείτε ποτέ». Στη δική του λογική, οι γυναίκες αυτού του επαγγέλματος δεν παντρεύονταν· επομένως η σχέση αυτή δεν είχε μέλλον. Έτσι της ζητά να απομακρυνθεί, για να μην θέσει σε κίνδυνο και το μέλλον της κόρης του. Αυτό δείχνει ότι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας δεν είναι κακός· είναι μάλλον αφελής και εγκλωβισμένος στις αντιλήψεις της εποχής του. Γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν λειτουργεί από κακία. Άλλωστε, σε κάποια στιγμή διατυπώνει ξεκάθαρα τις βασικές αρχές που καθοδηγούν τη σκέψη του: η οικογένεια και ο Θεός. Αναφέρεται διαρκώς στον Θεό, μέσα από μια έντονα θρησκευτική –ίσως και θρησκόληπτη– αντίληψη του κόσμου. Λέει χαρακτηριστικά: «Δεν είναι ευλογημένο από τον Θεό αυτό που κάνετε», «Ο Θεός με έστειλε», «Ο Θεός θα μας βοηθήσει», «Να έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό, θα σε ανταμείψει». Ταυτόχρονα, όμως, επιμένει ότι η συγκεκριμένη σχέση αποτελεί αμαρτία και γι’ αυτό ζητά από τη γυναίκα να φύγει. Επομένως, δεν παρουσιάζεται ως ένας μονοδιάστατα κακός χαρακτήρας. Είναι και ο ίδιος προϊόν και δέσμιος της κοινωνίας μέσα στην οποία μεγάλωσε, των αξιών που κληρονόμησε από τον πατέρα του, τον παππού του και τις προηγούμενες γενιές. Οι πράξεις του αντανακλούν περισσότερο τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς περιορισμούς της εποχής παρά μια προσωπική μοχθηρία.

Εσύ ποιους ρόλους απολαμβάνεις πιο πολύ; Ας μην τους βαφτίσω καλούς – κακούς, αλλά έχει μια γοητεία και ο χαρακτήρας ο «κακός».

Κυρίως οι «κακοί» έχουν γοητεία και ευτυχώς οι βαρύτονοι είναι κυρίως ενδιαφέροντες ρόλοι. Απολαμβάνω όλους τους ρόλους που έχουν μια εξέλιξη δραματουργικά.

Έναν ρόλο ας πούμε, που έχει μια εξέλιξη μέσα από την πορεία σου, όπως έχεις καταλήξει.

Ε, ο Σκάρπια, ο Μάκβεθ, ο Ζερμόν είναι ένας ωραίος ρόλος. Γιατί και ο ίδιος μάλιστα μέσα στο ίδιο το έργο έχει επίσης ενδιαφέρον συνθετικά. Ότι ενώ οι μουσικές γραφές του Ζερμόν και της Τραβιάτα ξεκινούν αντιθετικά. Όσο προχωράει η σκηνή έρχονται και γίνονται παράλληλες. Γίνονται ίδιες. Υπάρχει μεταστροφή και παρότι υπάρχει εσωτερική μεταστροφή, η οποία φαίνεται στη μουσική, δεν υπάρχει εξωτερική μεταστροφή στη συμπεριφορά. Επιμένει να πάρει αυτό που θέλει, αλλά ήδη συναισθηματικά έχει πάει με το μέρος της. Οπότε όλοι αυτοί οι ενδιαφέροντες θεατρικά ρόλοι, ο Βότσεκ… ο Φάλσταφ είναι συγκλονιστικός ρόλος. Όπου υπάρχει Σαίξπηρ ή όπου υπάρχει μέγας δραματουργός, υπάρχει και ενδιαφέρων ρόλος. Ο κόμης Ντι Λούνα, ας πούμε, στο Τροβατόρε, που μπορεί να είναι γοητευτικός τραγουδιστικά, δραματουργικά, είναι ένας τύπος ο οποίος λέει από την αρχή μέχρι το τέλος το ίδιο πράγμα δεν αλλάζει “testa dura” που λένε οι Ιταλοί. Γι’ αυτό πιο πολύ με ενδιαφέρουν και με εξιτάρουν οι ρόλοι που είναι υποκριτικοί. Ακόμα και ο Κρέων στη Μήδεια, που δεν ήταν η εποχή για να έχει τέτοια αξία και τέτοιο βάρος ένας ρόλος σαν τον Κρέοντα. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Κρέων του Κερουμπίνι έχει προσωπική διαδρομή μέσα στο έργο.

Και η δική σου προσωπική διαδρομή έχει και τις βραβεύσεις, έχει και τα εσωτερικά του, έχει πολλά. Θα θεωρήσουμε ότι έχεις απολαύσει γενικά την αναγνώριση. Έχεις πάρει βραβεία. Δεν θα μπω τώρα στην παγίδα να σε ρωτήσω ποιο βραβείο ήταν το αγαπημένο σου.

Έχω πάρει βραβεία αλλά δεν ξέρω…, τυπικά αυτό είναι μία αναγνώριση. Είμαι ευγνώμων για τα βραβεία που μου έχουν δώσει και ευχαριστώ πολύ τους ανθρώπους που μου τα δώσανε και κυρίως τους ευχαριστώ γιατί αυτό δείχνει ότι αυτό που κάνω το αντιλήφθηκαν με έναν τρόπο που θα ‘θελα κι εγώ να το αντιληφθούν, δηλαδή το έχουν θεωρήσει άξιο. Από την άλλη μεριά υπάρχει κι ένα κομμάτι ματαιοδοξίας που δεν ξέρω αν ικανοποιείται ποτέ. Δηλαδή όταν κάποιος με σταματάει στον δρόμο και μου λέει αχ! Σας παρακολουθώ ή συγχαρητήρια. Χαίρομαι πάρα πολύ. Αλλά υπάρχει και το διαβολάκι που λέει ναι, αλλά σε σταμάτησε ένας, δεν σε σταμάτησαν δύο. Ξέρεις ποιο είναι ένα πραγματικά συγκινητικό και ουσιαστικό βραβείο και αναγνώριση; Ότι υπάρχει φωτογραφία μου στον Λεωνίδα στο Λυγουριό. Βλέποντας αυτόν τον τοίχο με όλη αυτή την ιστορία του ελληνικού θεάτρου και βλέπω και τη μούρη μου εκεί όπου υπάρχουν εκατοντάδες ηθοποιοί που έχουν φάει τη ζωή τους στο θέατρο. Και επειδή είμαι και λίγο παράξενος, μου αρέσει μάλιστα που στη φωτογραφία μου δεν φαίνεται το πρόσωπό μου, είναι από την παράσταση από την Ειρήνη του Αριστοφάνη με τον Πανούση που κάναμε το ’17, κι έκανα τον Ερμή φορώντας μάσκα.

Ωραία αυτή η αποτύπωση. Ε, τώρα υποθέτω θα μπει και η Μήδεια.

Ναι, μου ζήτησε και τον Κρέοντα. Γιατί ναι, εντάξει, αυτό είναι πια ιστορικό.

Έχεις μια συνείδηση ότι και στη βιβλιογραφία είσαι από τα «ονόματα» που είναι από τα «ονόματα». Το έχεις κατακτήσει αυτό.

Την έχω τη συνείδηση αυτή τελευταία όλο και περισσότερο. Δηλαδή τη συνείδηση αυτή την έχω και από το γεγονός ότι έγινα καλλιτεχνικός διευθυντής. Και είδα ότι είναι ενδιαφέρον το πώς αλλάζει, το πώς σε κοιτάνε και το τι σου λένε.

Αλλά και τι ευθύνες έχεις κιόλας.

Πολλές. Την αναγνώριση όμως αυτή την βλέπω και πραγματικά την χαίρομαι κυρίως με τη συνεργασία μου με τους Γάλλους, συγκεκριμένα δηλαδή με τους δύο φορείς, το Κέντρο Μουσικής Μπαρόκ των Βερσαλλιών και το Κέντρο της Γαλλικής Ρομαντικής Μουσικής που είναι στη Βενετία. Που έχουμε κάνει πάνω από τριάντα ηχογραφήσεις. Κάποιες βραβευμένες και ηχογραφήσεις έργων, τα οποία δεν έχουν ηχογραφηθεί ξανά. Και ξέρω ότι αυτά πλέον ανήκουν στην ιστορία της μουσικής, ότι είναι σημεία αναφοράς. Αυτό είναι μια αναγνώριση της πορείας, γιατί είναι τώρα σαράντα χρόνια αυτή η ιστορία.

Από το ’89 συνεργάζεσαι με τη Λυρική ουσιαστικά, αλλά εσύ έχεις υπάρξει και πιο πριν.

Τα πρώτα μου λεφτά επαγγελματικά τα έβγαλα από τη χορωδία του Δήμου Πειραιά το 1986 τον Ιούνιο.

Πειραιώτης είσαι; Αυτό δεν το γνώριζα.

Στον Πειραιά γεννήθηκα, μεγάλωσα στο Πασαλιμάνι. Έπαιζα στον Ολυμπιακό βόλει, ήμουν προπονητής της παιδικής. Αρχηγός της εφηβικής για ένα διάστημα. Η μάνα μου και η θεία μου ήταν κολυμβήτριες πρωταθλήτριες Ελλάδος στον Ολυμπιακό. Οι θείοι μου παίζανε μπάσκετ στον Ολυμπιακό.

Ξέρεις όμως ότι η ομάδα του Πειραιά, η ορίτζιναλ, είναι…

…ο Εθνικός αλλά πού είναι ο  Εθνικός τώρα;

Οπότε τα πρώτα σου λεφτά και η αθλητική ζωή σου στον Πειραιά.

Έχουν περάσει 40 χρόνια.

Μετά πήγες όμως και στα Παρίσια, ας πούμε. Εγώ έχω υπόψιν μου αυτό που έχεις στη δισκογραφία και τραγούδια εκεί.

Κοίτα, η διαδρομή ήταν η χορωδία του Δήμου Πειραιά για λίγους μήνες, γιατί μετά πήγα στο Ναυτικό. Η χορωδία της ΕΡΤ που μπήκα το ’89. Μετά ξεκίνησε το σολιστικό κομμάτι με τη Λυρική, οπότε τελείωσαν οι χορωδίες και μετά βρέθηκα και στη Γερμανία 7 χρόνια και στην Ιταλία για σπουδές και στη Γαλλία… στα Παρίσια που λες, για ηχογραφήσεις και παραστάσεις.

Τι τραγουδάς στην παρέα σου; Γιατί αν σε είχα στην παρέα μου θα σου ζήταγα να τραγουδήσεις κι όχι μόνο τα Χατζιδακικά και Θεοδωρακικά άσματα.

Δεν ξέρω και πολλά αλλά στην παρέα θα σου τραγούδαγα τα ελληνικά αυτού του τύπου, τα έντεχνα και ρεμπέτικα φυσικά.

Το ασπαζόμαστε το ρεμπέτικο;

Οπωσδήποτε, αστειεύεσαι;

Ρεμπέτικη όπερα γιατί δεν είχαμε ποτέ;

Γιατί ποιος ο λόγος;

Γιατί όχι;

Είναι δύο κόσμοι που δεν ταιριάζουν.

Μα εγώ αυτό το οξύμωρο αποζητώ.

Αυτό το οξύμωρο το προσπάθησε – συζητήσιμο κατά πόσο το πέτυχε – ο Μαμαγκάκης με την Όπερα των Σκιών που έκανε τον Καραγκιόζη όπερα. Δύσκολο έργο πολύ, αλλά επίσης πήρα πριν από μια βδομάδα δίπλωμα Βυζαντινής κι επίσης τελείωσα και το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Συνεχίζεις σπουδές εσύ;

Ναι, τις ξανάρχισα, τελείωσα και τώρα θα πάω για μεταπτυχιακό.

Οι συμφοιτητές σου τι λένε; Όχι, αλήθεια τώρα είμαι εκεί και έχω συμφοιτητή τον Τάση. Τι φάση;

Εντάξει, πού με ξέρουν, τι νομίζεις; Πόσοι παρακολουθούν; Κάποιοι ξέρανε, αλλά οι περισσότεροι δεν ξέρουνε. Δεν είμαι και ο Πάριος.

Εντάξει, είσαι αυτός που είσαι. Αλλά προσπαθώ να συνέλθω απ’ το σοκ του ότι είσαι ακόμα φοιτητής. Ας κάνω μια προσπάθεια να συνδέσω τη συζήτησή μας με το οξύμωρο.  Και η Τραβιάτα δείχνει κι έναν βρώμικο κόσμο, δεν θα μπορούσε το ρεμπέτικο να συνδυαστεί στην όπερα;

Είναι διαφορετικοί κόσμοι. Το ρεμπέτικο ως μουσική έκφραση γεννήθηκε για να εκφράσει συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις με συγκεκριμένο τρόπο, όπως αντίστοιχα και η όπερα γεννήθηκε για να εκφράσει άλλη κοινωνική τάξη με διαφορετικό τρόπο. Άρα το μπλέξιμο είναι μάλλον δύο παράλληλοι κόσμοι και όχι διασταυρούμενοι. Γι’ αυτό λέω, θα είναι δύσκολο, αλλά ναι, θα μπορούσε. Η Τραβιάτα θα μπορούσε να είναι η ιστορία ως έχει όπως το λες, να είναι μια ρεμπέτικη ιστορία.

Εξού και ο συνειρμός μου ότι είναι το βρώμικο. Είναι μια Μαρίκα και αυτή.

Ακριβώς.

Από αυτό το έργο γενικά από όταν το αντιμετώπισες στις μελέτες σου και πέρα στην καριέρα σου, ποιο είναι το σημείο που πιστεύεις ότι είναι το διαμαντάκι, η διδασκαλία προς τον θεατή;

Άλλο πράγμα είναι η διδασκαλία κι άλλο το διαμαντάκι, γιατί η Τραβιάτα είναι ένα διαμάντι από την αρχή μέχρι το τέλος. Το γεγονός ότι το “Brindisi” (Libiamo ne’ lieti calici) είναι το πιο αναγνωρίσιμο απόσπασμα οφείλεται κυρίως στη μεγάλη δημοφιλία του, καθώς έχει συνδεθεί με εορταστικές περιστάσεις και έχει χρησιμοποιηθεί συχνά και σε διαφημίσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπερέχει καλλιτεχνικά έναντι των υπόλοιπων μερών της όπερας. Δεν συνιστά μια μουσική αξία διαφορετική. Το πρελούδιο και το ιντερλούδιο της Τραβιάτα της Τρίτης πράξης είναι συγκλονιστικά. Αλλά όλη τη μουσική, όλη η διαδρομή, όλος ο κόσμος που στήνει ο Βέρντι, που φτιάχνει ο Βέρντι, ο μουσικός κόσμος εννοώ σε όλους τους χαρακτήρες: και στην Τραβιάτα και στον ερωτευμένο, αφελή νεαρό. Και στον πατέρα, ο οποίος προσπαθεί να συγκρατήσει την κοινωνική ηθική, όπως την ξέρει. Και όλο τον κόσμο των τεράτων γύρω της που την πληρώνουν, τη χρησιμοποιούν και την πετάνε μόλις την ξεζουμίσουν. Μουσικά είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς ο Βέρντι όλα αυτά τα έχει χρωματίσει και δημιουργήσει. Άρα δεν θα έλεγα ότι υπάρχει ένα διαμαντάκι. Το ενδιαφέρον είναι ότι έργα σαν την Τραβιάτα εξακολουθούν να συγκινούν και σήμερα ακριβώς γιατί είναι ιστορίες που συμβαίνουν μέχρι σήμερα, και όχι μόνο ως προς την αμεσότητα, την ποιότητα, αλλά το βάθος, το μεγαλείο. Γιατί κάποιοι συνθέτες είναι μεγαλοφυείς και κάποιοι είναι καλοί και κάποιοι μέτριοι ή παντελώς αδιάφοροι; Νότες παίρνουνε και τις βάζουνε όλοι τη μία μετά την άλλη και τη μία πάνω στην άλλη, γιατί η μουσική δημιουργείται σε πολλές διαστάσεις. Ο Βέρντι είναι από τις μεγαλοφυΐες, γιατί ακριβώς κάθε ιστορία με την οποία καταπιάνεται -ο Βέρντι έλεγε καταρχάς ότι δεν είναι μουσικός, αλλά άνθρωπος του θεάτρου- φτιάχνει με τη μουσική και τους ήχους ιστορίες οι οποίες είναι βγαλμένες από τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και γι’ αυτό επιστρέφουν σε αυτόν. Είτε μιλάμε για έναν έρωτα, είτε μιλάμε κυρίως για τον έρωτα.

Εσύ έχεις βασανιστεί στη ζωή σου από έρωτα;

Γιατί να μην έχω βασανιστεί και εξακολουθώ να βασανίζομαι. Σιγά.

Ο Λουκάς Καρυτινός σας βασανίζει;

Βασανίζει κάποιους νεότερους πια. Εμένα με έχει βασανίσει πολλά χρόνια γιατί τον είχα καθηγητή και στη σχολή του Ευαγγελάτου, αλλά και μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας έχουμε κάνει του Λουκά, οπότε νομίζω ό,τι ήταν να με βασανίσει με έχει βασανίσει. Τώρα έχουμε και οι δυο άσπρα μαλλιά εντάξει.

Τη βγάλαμε την υποχρέωση και το καλοκαίρι εσύ θα διαβάζεις τα μαθήματα σου;

Τώρα δεν έχει. Τελείωσα, πήρα το πτυχίο, πήρα τη βυζαντινή.

Που κάνουν οι φοιτητές διακοπές; Θα πας κι εσύ μαζί με τους συμφοιτητές σου διακοπές;

Όχι, εγώ συνεχίζω συναυλίες. Τελειώνει η Τραβιάτα, 31 Ιουλίου τραγουδάω στη Ζάτουνα, 2 με 5 Αυγούστου είμαι στη Μυτιλήνη, 8 Αυγούστου στο Πόρτο Χέλι με άλλο πρόγραμμα. Έχουμε τις παρακλήσεις της Παναγίας μέσα στον Αύγουστο, διότι και ως Βυζαντινός πρέπει να ψάλλουμε. Μετά πάω στο Φεστιβάλ Κασσάνδρας, στη Χαλκιδική με την Νάντια Κοντογεώργη και τον Μίλτο Λογιάδη με ελληνικά τραγούδια. Μετά στην Αίγινα με άλλη συναυλία, με ελληνικά τραγούδια, μετά πάλι τραγούδια του Κουρουπού έχουμε φτάσει τον Σεπτέμβριο. Μετά πάω στο Μόντε Κάρλο με μια όπερα του Μασνέ. Και συνεχίζει. Και έχουμε και το Ολύμπια.

Και είσαι και η ζωντανή απόδειξη ότι οι Έλληνες φοιτητές και αιώνιοι να είναι εργάζονται σκληρά.

Σε δυο και τρεις δουλειές.

Info παράστασης:

Τραβιάτα | 18, 19, 21, 23, 24, 26, 28, 30 & 31 Ιουλίου 2026 | Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ

The post O Τάσης Χριστογιαννόπουλος μιλάει στο ελc: «Η “Τραβιάτα” είναι ένα διαμάντι από την αρχή μέχρι το τέλος» appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...