Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά τον περασμένο Μάρτιο, δεν κατάφερε, όπως αναμενόταν, να ενισχύσει τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, καθώς οι πληθωριστικές ανατιμήσεις οδηγούν όλο και περισσότερους μισθωτούς να δουλεύουν υπό επισφαλείς συνθήκες.
Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Ιούλιο του 2026 η χώρα μας ήταν μόλις 12η σε ό,τι αφορά τον ονομαστικό κατώτατο μισθό και 14η στην αγοραστική του δύναμη (PPS) ανάμεσα στις 22 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης που έχουν θεσπίσει εθνικό κατώτατο μισθό. Με βάση τα ακαθάριστα ποσά, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα κατατάσσεται στο ενδιάμεσο από τα τρία επίπεδα και στις δύο παραπάνω κατηγορίες.
Συμπιεσμένοι μισθοί
Επίσης, αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 60% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού κατά τον δείκτη Kaitz. Ομως, η εικόνα αυτή δεν αντανακλά κατ’ ανάγκην υψηλό κατώτατο αλλά τη μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων σε χαμηλές και μεσαίες αμοιβές, με αποτέλεσμα η απόσταση μεταξύ τους να παραμένει συγκρατημένη και ο διάμεσος μισθός περιορισμένος.
Πρόσφατη ανάλυση του Eurofound αναφέρει πως η ετήσια ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα ήταν σημαντικά μικρότερη από ό,τι στις περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου οι αυξήσεις έφτασαν μέχρι 16%.
Οι ανεπαρκείς απολαβές εξηγούν γιατί η «ψωροκώσταινα» έχει τη μεγαλύτερης διάρκειας εργάσιμη εβδομάδα, με 39,6 ώρες δουλειάς και τα μεγαλύτερα ποσοστά εργαζομένων με 49 και πλέον ώρες (12,4%) και εργαζομένων που δουλεύουν τα Σαββατοκύριακα (ήτοι 31,5%, που στους αυτοαπασχολούμενους εκτοξεύεται στο 75%).
Εργασιακά ευάλωτοι
Και σαν να μην φτάνει που αναγκάζονται να δουλεύουν υπερωρίες και αργίες προκειμένου να καλύψουν τα υψηλά έξοδα διαβίωσης, συχνά υπομένουν ένα συχνά επισφαλές περιβάλλον. Σε αυτό συμβάλλει το γεγονός ότι δεν ακολουθούμε την ευρωπαϊκή τάση σχετικά με τη μείωση της εργασιακής ευπάθειας μετά το 2016, σύμφωνα με άλλη έρευνα του Eurofound, που εξετάζει τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για την εισοδηματική ανεπάρκεια, την εργασιακή ανασφάλεια και την έλλειψη εργασιακών δικαιωμάτων στους «27».
Σε επίπεδο Ε.Ε., η ευαλωτότητα εμφανίζει σταθερή πτώση υποχωρώντας κάτω από τα προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα. Αντίθετα, στα καθ’ ημάς αυξήθηκε από 12,6% το 2009 σε περίπου 16% το 2014 και σε 18,6% το 2021 υποδηλώνοντας ότι οι επιπτώσεις της τραυματικής λιτότητας και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της εγχώριας αγοράς εργασίας εξακολούθησαν να επηρεάζουν περισσότερο από ό,τι στον μέσο όρο της Ε.Ε..
Οπως αναφέρει η ανάλυση, οι υψηλότερες τιμές του δείκτη AMVI (Συνολικός Πολυδιάστατος Δείκτης Εργασιακής Ευαλωτότητας) σε σύγκριση με το 2009 σε Ελλάδα, Κροατία, Ιταλία και Σλοβακία μαρτυρούν διαρθρωτικές παθογένειες που χρειάζονται συνεχή πολιτική προσοχή. Η αυξημένη εργασιακή αβεβαιότητα αποτυπώνεται στο υψηλότερο ποσοστό των «πολύ ευάλωτων» Ελλήνων εργαζομένων (19%) και περισσότερο των γυναικών στη χώρα μας –και στη Γερμανία– (30%) στην Ε.Ε. Τα ποσοστά ανέρχονται σε 28% και 40%, αντίστοιχα, αν προσμετρήσουμε την κατηγορία των «ευάλωτων» εργαζομένων.
Πιο έντονη έλλειψη δικαιωμάτων
Σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο, η εργασιακή ευαλωτότητα συνολικά ήταν χαμηλότερη στην Ελλάδα, η οποία ωστόσο ξεχωρίζει για τη σοβαρή διάσταση της έλλειψης εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτό το ποσοστό, της τάξης του 23%, αποτελεί το υψηλότερο από οποιασδήποτε άλλης χώρας, «γεγονός που υποδηλώνει ιδιαίτερες προκλήσεις αναφορικά με τις ρυθμίσεις του χρόνου εργασίας και τις συνθήκες εργασίας, παράλληλα με ζητήματα εισοδήματος και ασφάλειας», όπως σχολιάζει το Eurofound.
Η «ομοιομορφία» της κατανομής της ευαλωτότητας στους κλάδους δεν αφορά ορισμένα μόνο επαγγέλματα αλλά ένα ευρύ φάσμα. Ο κατασκευαστικός τομέας εμφανίζεται αισθητά υψηλότερος σε σύγκριση με τον μέσο όρο, στοιχείο που προστίθεται στην αρνητική εικόνα του ως προς τις παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας.
Στην Ευρώπη
Η άνιση ανάκαμψη του κατώτατου μισθού σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) αντικατοπτρίζεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που ταξινομούνται σε τρεις ομάδες:
– Πάνω ή ίσο με 1.500 PPS: Οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί κυμαίνονταν από 1.547 PPS στην Πολωνία έως 2.164 PPS στη Γερμανία. Σε αυτή την ομάδα κατατάσσονται ακόμα το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Ιρλανδία, η Γαλλία, η Σλοβενία και η Ισπανία.
– Μεταξύ 1.000 PPS και κάτω από 1.500 PPS: Από 1.015 PPS στην Τσεχία έως 1.393 PPS στη Λιθουανία. Συγκαταλέγονται επίσης οι Κροατία, Ρουμανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα, Σλοβακία και Ουγγαρία.
– Κάτω από 1.000 PPS μόνο σε τρεις χώρες, με τελευταία την Εσθονία (935) και τη Βουλγαρία με τη Λετονία να ακολουθούν.
Διαβάστε περισσότερα
