Τελευταία νέα
Κουφονικολάκου: «Ανάγκη για διαφάνεια και κοινωνική προστασία – Καμία απάντηση από την κυβέρνηση για τα σκάνδαλα» Ηλεία: Εξιχνιάστηκαν πέντε απάτες σε βάρος ηλικιωμένων – Απέσπασαν σχεδόν 100.000 ευρώ και κοσμήματα Καταγγελίες για νοθεία στις εκλογές της ΕΟΚ – Τι υποστηρίζει ο Φασούλας Έξαλλοι οι Κινέζοι με τον Μπαπέ: Είπε δικτάτορα τον Μάο – Τερματίστηκαν οι συνεργασίες με δύο μεγάλες εταιρείες Συναγερμός στα Εξάρχεια: Εντοπίστηκε ύποπτο αντικείμενο – Διακοπή κυκλοφορίας σε Μπενάκη και Καλλιδρομίου Η μαζική συμμετοχή ήταν το κλειδί της νίκης σε Βραζιλία και Σερβία Αέρας αλλαγής στα πανιά της ελληνικής Κεντροαριστεράς ΜέΡΑ25: Από το Σάο Πάολο μέχρι το Παρίσι ο φασισμός δεν είναι ανίκητος! Γεωργιάδης: Πιθανές οι εκλογές στις 16 Μαΐου Σερβία και Βραζιλία έδειξαν ότι κάτι κινείται: Δύο νίκες της δημοκρατίας, μία ήττα του τραμπισμού Παύλος Μαρινάκης: Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν ήταν εθνική ήττα, είναι παράνομο και ανυπόστατο Η Ευρώπη των ναυαγίων και τα όρια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης
Efsyn.gr

Ανάλυση CNN για Ισραήλ: Το διακύβευμα της κάλπης και ο βασικός αντίπαλος του Νετανιάχου

Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα οι Ισραηλινοί για μία από τις πιο σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις στην ιστορία της χώρας. Οι ψηφοφόροι βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με ένα γνώριμο ερώτημα: Θα πρέπει ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο πρωθυπουργός με τη μακροβιότερη θητεία στη χώρα, να παραμείνει στην εξουσία;
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, σχεδόν κάθε πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ λειτούργησε ως δημοψήφισμα για το πρόσωπο του Νετανιάχου. Αυτή τη φορά, πολλοί Ισραηλινοί υποστηρίζουν ότι το διακύβευμα είναι πιο κρίσιμο από ποτέ: δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιος θα ηγηθεί της χώρας, αλλά και με την κατεύθυνση προς την οποία αυτή οδεύει.
AP Photo/David Goldman
 
Πρόκειται για την πρώτη εθνική εκλογική διαδικασία μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 – την οποία ενορχήστρωσε η Χαμάς – η οποία αποτέλεσε τη φονικότερη αποτυχία στον τομέα της ασφάλειας στην ιστορία του Ισραήλ. Ακολούθησαν συγκρούσεις στη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράν, γεγονότα που κινητοποίησαν μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας και, παράλληλα, οδήγησαν στην περαιτέρω διεθνή απομόνωση του Ισραήλ.
Για πολλούς ψηφοφόρους, αυτή είναι η πρώτη ευκαιρία να κρίνουν την ηγεσία επί των ημερών της οποίας σημειώθηκαν οι αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, να αποφασίσουν ποιος πρέπει να ηγηθεί της χώρας εν μέσω συγκρούσεων και ποιος θα επωμιστεί το βάρος της ενισχυμένης στρατιωτικής θητείας.
Το διακύβευμα και ο κίνδυνος νέας πολιτικής κρίσης
Η απερχόμενη κυβέρνηση του Νετανιάχου – η πρώτη εδώ και δεκαετίες που ολοκλήρωσε μια τετραετή θητεία – βασίστηκε σε ακροδεξιούς και υπερορθόδοξους Εβραίους συμμάχους, οι οποίοι ώθησαν το Ισραήλ σε μια κατεύθυνση πιο εθνικιστική και πιο θρησκευτική από ποτέ.
Ο ίδιος έγινε ο πρώτος εν ενεργεία Ισραηλινός πρωθυπουργός που δικάστηκε με κατηγορίες για διαφθορά, ενώ η κυβέρνησή του προωθούσε μια δικαστική μεταρρύθμιση με στόχο την αποδυνάμωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλων μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας. Η προσπάθεια αυτή πυροδότησε μαζικές διαδηλώσεις το 2023.
Το διακύβευμα των εκλογών της Τρίτης είναι αν το Ισραήλ θα συνεχίσει να κινείται προς την εθνικιστική, συντηρητική και θρησκευτική κατεύθυνση ή αν θα αλλάξει πορεία. Η απάντηση ενδέχεται να μην είναι ξεκάθαρη για εβδομάδες, λόγω του τρόπου με τον οποίο σχηματίζονται οι κυβερνητικοί συνασπισμοί στο Ισραήλ.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ούτε το μπλοκ του Νετανιάχου ούτε η αντιπολίτευση αναμένεται να εξασφαλίσουν αυτοδυναμία, πράγμα που σημαίνει ότι η εκλογική αναμέτρηση ίσως πυροδοτήσει την επόμενη πολιτική κρίση στο Ισραήλ, αντί να τη διευθετήσει.
Ποιοι συμμετέχουν λοιπόν σε αυτή την κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση; Ποιοι προηγούνται στις δημοσκοπήσεις; Ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να καθορίσουν το αποτέλεσμα και τι σημαίνουν αυτές οι εκλογές για τους Παλαιστινίους αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο;
Ποιοι συμμετέχουν και ποιοι προηγούνται;
Οι Ισραηλινοί ψηφίζουν λίστες κομμάτων και όχι μεμονωμένους υποψηφίους. Σε μια κοινωνία διαιρεμένη με βάση την εθνικότητα, τη θρησκεία, την εθνοτική καταγωγή και την ιδεολογία, αυτό έχει ως συνέπεια να υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων.
Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση κατατίθενται δεκάδες λίστες, αλλά μόνο όσες ξεπερνούν το εκλογικό όριο του 3,25% κερδίζουν έδρες και εισέρχονται στην Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο των 120 εδρών. Τη Δευτέρα, 36 κόμματα βρίσκονταν στην κούρσα.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, 11 έως 13 κόμματα αναμένεται να ξεπεράσουν το όριο· η κατανομή των εδρών γίνεται με σύστημα απλής αναλογικής. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα είναι το δεξιό «Λικούντ» του Νετανιάχου και το «Γιασάρ»  –ένα νέο κεντρώο κόμμα με επικεφαλής τον Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ο οποίος έχει αναδειχθεί στον βασικότερο αντίπαλο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Αφίσα σε δρόμο του Τελ Αβίβ απεικονίζει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου (αριστερά) και τον βασικό του αντίπαλο και υποψήφιο της αντιπολίτευσης Γκάντι Άιζενκοτ [AP/David Goldman]
Η πιο πρόσφατη δημοσκόπηση του Channel 12 φέρνει τον Άιζενκοτ στην πρώτη θέση με 23 έδρες, έναντι 21 για το «Λικούντ» του Νετανιάχου, αν και άλλες δημοσκοπικές εταιρείες δίνουν διαφορετικά στοιχεία. Στο Channel 14 – το οποίο είναι φίλα προσκείμενο στον Νετανιάχου – το «Λικούντ» προβλέπεται να κερδίσει 30 έδρες και ο Άιζενκοτ περίπου 20.
Στις απευθείας συγκρίσεις σχετικά με το ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός, ο Άιζενκοτ προηγείται του Νετανιάχου με σταθερή διαφορά. Ωστόσο, το να αναδειχθεί ένα κόμμα ως το μεγαλύτερο δεν αρκεί για τη νίκη. Ένας πρωθυπουργός χρειάζεται 61 έδρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, και κανένα κόμμα δεν έχει καταφέρει ποτέ να εξασφαλίσει αυτή την πλειοψηφία μόνο του.
Επομένως, η βραδιά των εκλογών συνήθως δεν ξεκαθαρίζει σχεδόν τίποτα. Η πραγματική μάχη κρίνεται στους υπολογισμούς για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας που ακολουθούν – μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μέρες, εβδομάδες, ακόμα και μήνες.

Ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα
Σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, το μπλοκ του Νετανιάχου – το οποίο αποτελείται από το Λικούντ, δύο ακροδεξιά κόμματα υπό την ηγεσία των Μπεζαλέλ Σμότριτς και Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, καθώς και δύο υπερορθόδοξα κόμματα— συγκεντρώνει από 49 έως 55 έδρες, αριθμός που υπολείπεται της πλειοψηφίας των 61 εδρών.
Η αντιπολίτευση, αν και φαίνεται ισχυρή «στα χαρτιά», είναι βαθιά κατακερματισμένη: στα δεξιά του Άιζενκοτ βρίσκονται κόμματα υπό την ηγεσία του πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ και του πρώην υπουργού Άμυνας Αβίγκντορ Λίμπερμαν, ενώ στα αριστερά του βρίσκεται το κόμμα «Δημοκρατικοί» με επικεφαλής τον Γιαΐρ Γκολάν.
Ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν δεν έχουν εκφράσει τη στήριξή τους στον Άιζενκοτ, καθώς αμφότεροι τρέφουν τις δικές τους φιλοδοξίες για την πρωθυπουργία.
Βάσει των δημοσκοπήσεων, οποιαδήποτε εναλλακτική κυβέρνηση θα χρειαζόταν πιθανότατα τη στήριξη ή την αποχή των αραβικών κομμάτων – μια προοπτική που αρκετοί ηγέτες της αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει κατηγορηματικά.
Δεδομένου ότι καμία πλευρά δεν διαθέτει σαφή πλειοψηφία, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά: ένα πολιτικό αδιέξοδο, ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας ή κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ακόμα και η διεξαγωγή νέων εκλογών.
Τι θα μπορούσε να κρίνει το αποτέλεσμα;
Όπως αναφέρει το CNN, δεδομένου ότι κανένας από τους δύο πολιτικούς συνασπισμούς δεν αναμένεται να επικρατήσει με άνεση, η έκβαση ενδέχεται να εξαρτηθεί από τις λεπτές ισορροπίες: ποια μικρά κόμματα, δηλαδή, θα ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 3,25% και πόσες ψήφοι θα καταλήξουν σε κόμματα που δεν θα το επιτύχουν – ψήφοι που, ουσιαστικά, θα πάνε χαμένες.
Η συμμετοχή των ψηφοφόρων παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς μερικές χιλιάδες ψήφοι μπορούν να κρίνουν αν ένα κόμμα θα εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη ή αν θα εισέλθει στο κοινοβούλιο – ή ακόμα και αν θα αναδειχθεί σε «ρυθμιστή» (kingmaker), ικανό να άρει το αδιέξοδο μεταξύ των συνασπισμών και να αναδιαμορφώσει το πολιτικό σκηνικό.
Η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων ενδέχεται να αποβεί καθοριστική. Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ – που αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού της χώρας –  παραδοσιακά συμμετέχουν στις εκλογές με ποσοστά χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο. Στις εκλογές του 2022, η συμμετοχή των Αράβων ανήλθε στο 53,2%, έναντι 70,6% που ήταν η γενική συμμετοχή. Αυτή τη φορά, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το ποσοστό αυτό θα ξεπεράσει το 60%. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανέβαζε τον πήχη, καθιστώντας δυσκολότερη την επιβίωση των μικρών κομμάτων.
AP Photo/Oded Balilty
 
Στον συνασπισμό του Νετανιάχου, αρκετά μικρά κόμματα αντιμετωπίζουν κίνδυνο, μεταξύ των οποίων το κόμμα «Θρησκευτικός Σιωνισμός» του Σμότριτς, καθώς και ένα νέο δεξιό κόμμα υπό την ηγεσία του Οφέρ Γουίντερ, ενός διακεκριμένου απόστρατου στρατηγού.
Ενώ τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται με ασφάλεια πάνω από το όριο εισόδου, ένα ακόμη νέο, ανεξάρτητο μικρό κόμμα – το οποίο συνδυάζει στην ατζέντα του τα ζητήματα των εφέδρων με οικονομικά ζητήματα – εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις κοντά στο όριο του 3,25%.
Ένας ακόμη παράγοντας που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον είναι οι Ισραηλινοί που ζουν στο εξωτερικό. Το Ισραήλ δεν επιτρέπει την ψηφοφορία από το εξωτερικό (με εξαίρεση το διπλωματικό προσωπικό), ωστόσο, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περισσότερο από το 11% των 7,3 εκατομμυρίων δικαιούχων ψήφου – δηλαδή περίπου 810.000 άτομα – διαμένουν εκτός της χώρας.
Χιλιάδες εξ αυτών σχεδιάζουν να ταξιδέψουν στο Ισραήλ για να ψηφίσουν αυτοπροσώπως, ένας αριθμός που θα μπορούσε ενδεχομένως να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ο ρόλος της 7ης Οκτωβρίου και του πολέμου στη Γάζα
Όπως τονίζει στην ανάλυσή του το CNN, ο Νετανιάχου οικοδόμησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως «γεράκι» σε θέματα ασφαλείας· ωστόσο, ήταν πρωθυπουργός στις 7 Οκτωβρίου, όταν η Χαμάς παραβίασε τα ισραηλινά σύνορα, σκοτώνοντας περισσότερους από 1.200 Ισραηλινούς και μεταφέροντας 251 ομήρους στη Γάζα.
Ο ίδιος αρνήθηκε να αναλάβει προσωπική ευθύνη και απέρριψε τα αιτήματα για τη σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής που θα διερευνούσε τις αστοχίες στον τομέα της ασφάλειας. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι έχουν καταστήσει αυτή την έλλειψη λογοδοσίας κεντρικό θέμα της προεκλογικής τους εκστρατείας.
Ο πόλεμος έχει επηρεάσει μάλιστα τον αντίπαλό του, Γκάντι Άιζενκοτ, ακόμα και σε προσωπικό επίπεδο. Ο γιος του, Γκαλ, 25 ετών, σκοτώθηκε πολεμώντας στη Γάζα τον Δεκέμβριο του 2023 – μια απώλεια που ενισχύει την απήχησή του στους ψηφοφόρους που δίνουν προτεραιότητα στην ασφάλεια.
Άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί έχουν εντάξει στα ψηφοδέλτιά τους μέλη οικογενειών που θρηνούν θύματα, καθώς και συγγενείς πρώην Ισραηλινών ομήρων. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν επίσης συμπεριλάβει υποψηφίους που υπηρετούν ως έφεδροι – οι οποίοι επέστρεψαν πρόσφατα από το πεδίο των μαχών στη Γάζα και τον Λίβανο – αναδεικνύοντας το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας σε κεντρικό σημείο της προεκλογικής ατζέντας.
Οι περισσότεροι Εβραίοι Ισραηλινοί άνω των 18 ετών υπόκεινται σε υποχρεωτική στράτευση, ωστόσο οι υπερορθόδοξοι άνδρες απολαμβάνουν εδώ και καιρό μια γενικευμένη απαλλαγή, προκειμένου να αφοσιωθούν σε θρησκευτικές σπουδές.
AP Photo/David Goldman
 
Οι υπερορθόδοξοι κυβερνητικοί εταίροι του Νετανιάχου επιδιώκουν τη διατήρηση και την επέκταση αυτής της απαλλαγής, παρά το γεγονός ότι ο ισραηλινός στρατός δηλώνει πως αντιμετωπίζει έλλειψη προσωπικού άνω των 12.000 ατόμων, ενώ παράλληλα πιέζεται από τις συγκρούσεις σε πολλαπλά μέτωπα. Το κενό καλύπτουν οι έφεδροι, οι οποίοι καλούνται επανειλημμένα σε υπηρεσία, συμπληρώνοντας έως και εκατοντάδες ημέρες θητείας ετησίως.
Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν θέσει την καθολική στράτευση ως κεντρική προεκλογική δέσμευση.
Τι σημαίνουν οι εκλογές για τους Παλαιστινίους;
Η απερχόμενη κυβέρνηση υπήρξε μία από τις πιο σκληροπυρηνικές στην ιστορία του Ισραήλ όσον αφορά το παλαιστινιακό ζήτημα, υπό την καθοριστική επιρροή δύο ηγετών ακροδεξιών εθνικιστικών κομμάτων.
Ο υπουργός Οικονομικών, Σμότριτς – ο οποίος είναι επίσης αρμόδιος για την πολιτική διοίκηση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη – προώθησε τη ραγδαία επέκταση των εβραϊκών οικισμών, ενώ παράλληλα παρακράτησε φορολογικά έσοδα που προορίζονταν για την Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) – μια κίνηση που, σύμφωνα με επικριτές, θα μπορούσε να οδηγήσει στην οικονομική της κατάρρευση.
Ο Μπεν-Γκβιρ, υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, προώθησε στην Κνεσέτ νομοθεσία για την επιβολή της θανατικής ποινής, αυστηροποίησε τις συνθήκες κράτησης για τους Παλαιστίνιους κρατούμενους και αποδυνάμωσε την αστυνομική δράση κατά της βίας των Ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη.
Και οι δύο τάχθηκαν κατά του τερματισμού του πολέμου στη Γάζα και υποστηρίζουν την ίδρυση ισραηλινών οικισμών στον θύλακο, ενώ αμφότεροι οραματίζονται την πλήρη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και την επιβολή εβραϊκού ελέγχου σε αυτήν.
AP Photo/David Goldman
 
Εάν ο Νετανιάχου επιστρέψει στην εξουσία με τους τρέχοντες εταίρους του, είναι πιθανό αυτή η προσέγγιση να συνεχιστεί και να ενταθεί. Ο Σμότριτς επιθυμεί την ακύρωση των Συμφωνιών του Όσλο, τη διάλυση της Παλαιστινιακής Αρχής και την έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων στη Δυτική Όχθη. Ο Μπεν-Γκβιρ τάσσεται υπέρ της μετανάστευσης των Παλαιστινίων από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.
Ένα σενάριο διακυβέρνησης της χώρας από την αντιπολίτευση πιθανότατα δεν θα σηματοδοτούσε μια ριζική ιδεολογική ανατροπή, αλλά θα άλλαζε περισσότερο το ύφος παρά την ουσία. Ο Άιζενκοτ, όπως και ο Νετανιάχου, έχει απορρίψει την προοπτική παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης, ενώ κάθε κυβερνητικός συνασπισμός της αντιπολίτευσης θα περιλάμβανε δεξιά κόμματα που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε παραχώρηση.
Ωστόσο, μια κυβέρνηση που δεν θα εξαρτάται από τον Μπεν-Γκβιρ και τον Σμότριτς θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δράσει πιο αποφασιστικά κατά της βίας των εποίκων, να εγκαταλείψει την ανοιχτή υποστήριξη υπέρ της μετανάστευσης των Παλαιστινίων και της κατάρρευσης της Παλαιστινιακής Αρχής, καθώς και να επιδείξει μεγαλύτερη ανταπόκριση και δεκτικότητα απέναντι σε πρωτοβουλίες των ΗΠΑ και περιφερειακών δρώντων, τόσο στη Γάζα όσο και αλλού.
Παρόλα αυτά, μια τέτοια κυβέρνηση θα κληρονομούσε τα ίδια άλυτα ζητήματα: πώς θα αφοπλιστεί η Χαμάς, ποιος θα αναλάβει την ανοικοδόμηση της Γάζας και ποιος θα αποκαταστήσει την έννομη τάξη στη Δυτική Όχθη.
Τι σημαίνουν οι εκλογές για τον υπόλοιπο κόσμο;
Οι πόλεμοι στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν καθώς και η έξαρση της βίας από τους εποίκους έχουν φέρει το Ισραήλ στο πιο αδύναμο σημείο του εδώ και δεκαετίες από διπλωματικής απόψεως. Σε βάρος του Νετανιάχου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για φερόμενα εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, ενώ αποφεύγει να ταξιδέψει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες λόγω του κινδύνου σύλληψής του.
Τη Δευτέρα, επιτροπή του ΟΗΕ ανέφερε ότι το Ισραήλ συνέχισε να διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα και μετά την κατάπαυση του πυρός στον θύλακο – η οποία επιτεύχθηκε τον περασμένο Οκτώβριο με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ –, κατηγορία την οποία το Ισραήλ απέρριψε, χαρακτηρίζοντάς τη μέρος μιας «εκστρατείας παραπληροφόρησης».
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε τη στήριξή του στον Νετανιάχου ενόψει της ψηφοφορίας, ωστόσο η εικόνα στο ευρύτερο αμερικανικό κοινό είναι πολύ λιγότερο φιλική.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Pew Research Center τον Μάρτιο του 2026, το 60% των ερωτηθέντων ενηλίκων στις ΗΠΑ εξέφρασε αρνητική άποψη για το Ισραήλ, ενώ το 59% δήλωσε ότι έχει ελάχιστη ή καθόλου εμπιστοσύνη στον Νετανιάχου όσον αφορά τη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων.
Η έρευνα του Pew για τις παγκόσμιες στάσεις (Global Attitudes Survey) την άνοιξη του 2026 κατέδειξε την ίδια τάση, καθώς η πλειοψηφία των πολιτών στις περισσότερες από τις 36 χώρες που καλύφθηκαν εξέφρασε αρνητική στάση απέναντι στο Ισραήλ και τον πρωθυπουργό του.
Η μεταστροφή αυτή είναι πιο έντονη στη Δυτική Ευρώπη, όπου αρκετές χώρες –μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και ο Καναδάς– έχουν αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος και έχουν επιβάλει κυρώσεις και εμπορικούς περιορισμούς σε ισραηλινούς οικισμούς, καθώς και σε πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με τη βία των εποίκων. Οι Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς έχουν υποστεί προσωπικές κυρώσεις και αντιμετωπίζουν απαγορεύσεις εισόδου σε πολλές δυτικές χώρες.
Σε περίπτωση επανεκλογής της κυβέρνησης Νετανιάχου, η διεθνής πίεση είναι πιθανό να ενταθεί. Μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ ή κάποιο άλλο στέλεχος της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κάποια αποκλιμάκωση της έντασης, τουλάχιστον σε αρχικό στάδιο. Μια πιο αποφασιστική δράση κατά της βίας των εποίκων θα μπορούσε να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την αποκατάσταση θερμότερων σχέσεων με ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς και με το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ.
Ωστόσο, είναι απίθανο να ανατραπεί η ευρύτερη τάση. Δεδομένου ότι οι βασικοί διεκδικητές από την πλευρά της αντιπολίτευσης δεν αναμένεται να αλλάξουν ριζικά την πολιτική ασφαλείας και την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε μεν να κερδίσει κάποιο διπλωματικό «περιθώριο ανάσας», αλλά όχι να κάνει μια εντελώς νέα αρχή

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...