Τελευταία νέα
Ο Τραμπ δεν πιστεύει ότι σκοτώθηκε ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ: «Έχει τραυματιστεί πολύ σοβαρά, δεν είναι νεκρός» Δημοσκόπηση Pulse: Ισχυρό ράπισμα στην κυβέρνηση για την ακρίβεια Ερντογάν: «Η ιστορία ξαναγράφεται στην περιοχή μας» – Έκανε λόγο για τον «αιώνα της Τουρκίας» Γυναικοκτονία στη Ροδόπη: Ο 53χρονος είχε συλληφθεί πριν 4 χρόνια για ενδοοικογενειακή απειλή Πυρκαγιά στο Νεοχώρι Πρέβεζας: Ήχησε το 112, σηκώθηκαν εναέρια μέσα Οι τράπεζες μετέτρεψαν κάθε κίνηση σε χαράτσι με τη συνενοχή του Μαξίμου Την αλήθεια ρε… ΑΕΚ: Οπαδοί της Λέφσκι έρχονταν με… μαχαίρια και σουγιάδες για να δουν τον αγώνα στη Νέα Φιλαδέλφεια [εικόνες] Η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα θρηνεί για τη Ντόλι Πάρτον – «Έφυγε» ένα ίνδαλμά της Εύβοια: Πλωτά φράγματα για μέδουσες και τσούχτρες – Ανήσυχοι οι επαγγελματίες της περιοχής [βίντεο] Το Ιράν δήλωσε ότι ήρθε σε συμφωνία με το Ομάν για τα Στενά του Ορμούζ Παγκόσμια ημέρα σκύλου: Τι κάνουμε σε περίπτωση κινδύνου – Μαθήματα πρώτων βοηθειών στο Σύνταγμα [βίντεο]
Athens.indymedia.org

[Ανακοινώσεις] [ΦΕΑΝ] Ανακοίνωση για τα 11 χρόνια από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015

05/07/2026 1:29 μμ.

Την 5η Ιουλίου του 2015 επισφραγίστηκε το τέλος μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής κοινωνικών αγώνων και αντιστάσεων, η οποία σημάδεψε ανεξίτηλα την σύγχρονη ιστορία αυτού του τόπου. Μιας εποχής που προαναγγέλθηκε από την μεγάλη κοινωνική εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008, όταν η συσσωρευμένη οργή απέναντι στην κρατική βία και δολοφονία, την κοινωνική αδικία και την κατάρρευση της επίπλαστης «κοινωνικής ευμάρειας» ξέσπασε στους δρόμους ολόκληρης της χώρας. Περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, η περίοδος αυτή εισήλθε στην φάση της γενικευμένης κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, με την ανακοίνωση του τότε πρωθυπουργού Γ.Παπανδρέου από το Καστελόριζο για την υπαγωγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης και την επιβολή του πρώτου Μνημονίου.
Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η ελληνική κοινωνία βίωσε μια πρωτοφανή περίοδο μαζικών κινητοποιήσεων, ιστορικών απεργιών, καταλήψεων, επιθέσεων σε πολιτικά πρόσωπα και σφοδρών συγκρούσεων με στόχο την πυρπόληση του αστικού Κοινοβουλίου. Ήταν μια περίοδος μεγάλης λαϊκής αμφισβήτησης του αστικού πολιτικού συστήματος και ταυτόχρονα, μια περίοδος ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων που αναζητούσαν διέξοδο απέναντι στην βίαιη φτωχοποίηση και την άγρια λεηλασία του κοινωνικού πλούτου από το ντόπιο και το διεθνές κεφάλαιο.
Το δημοψήφισμα που προκήρυξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τον Ιούλιο του 2015 δεν αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της ιστορικής διαδρομής. Ήδη από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2012 είχε αρχίσει η σταδιακή αφομοίωση και υποχώρηση των κοινωνικών αγώνων. Το δημοψήφισμα σηματοδότησε, ωστόσο, το οριστικό σφράγισμα της ταφόπλακας ενός ελπιδοφόρου κινήματος, το οποίο ηττήθηκε αδυνατώντας να μετασχηματιστεί σε κίνημα επαναστατικής ανατροπής. Υπήρξε η τελευταία πράξη ενσωμάτωσης και παράδοσης των κοινωνικών προσδοκιών σε μια αστική κυβέρνηση, η οποία αναρριχήθηκε στην πολιτική εξουσία για να διαχειριστεί τα συστημικά αδιέξοδα, απορροφώντας τους κοινωνικούς κραδασμούς και εξασφαλίζοντας την μνημονιακή συνέχεια χωρίς κοινωνικές αντιδράσεις.
Σε αντίθεση με τις τότε εκτιμήσεις εκείνων των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, αλλά και ενός τμήματος του δικού μας πολιτικού χώρου, που «έβλεπαν» το δημοψήφισμα ως ένα εργαλείο «ρήξης» με το μνημονιακό καθεστώς και ως προάγγελο κοινωνικών ξεσηκωμών, η ανάθεση του αντιμνημονιακού αγώνα στους υπηρέτες του κράτους και του κεφαλαίου, σήμαινε, όπως αναμενόταν, το ακριβώς αντίθετο. Το ίδιο το δημοψήφισμα δεν αποτέλεσε παρά έναν μηχανισμό μεταβίβασης των πολιτικών ευθυνών της κυβέρνησης προς την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, προκειμένου να νομιμοποιηθεί μια ήδη προδιαγεγραμμένη συμφωνία για το τρίτο Μνημόνιο. Το αποτέλεσμα του «ΟΧΙ», το οποίο εξέφραζε ετερόκλητες κοινωνικές και πολιτικές αξιώσεις, δεν υπήρξε ο προπομπός του «σκισίματος των μνημονίων», αλλά της υπογραφής ενός ακόμη σκληρότερου.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστούσε κυβερνητική αναδίπλωση ούτε αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης. Το τρίτο Μνημόνιο δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης διαπραγμάτευσης αλλά ως νομοτελειακή κατάληξη της κυβερνητικής στρατηγικής. Απέναντι στις αφηγήσεις της αστικής διαχείρισης, το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου δεν έθεσε ποτέ στο επίκεντρο τα διακυβεύματα που ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ «πρόδωσε».
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία προώθησε το «ΟΧΙ», ουδέποτε αμφισβητήθηκε η παραμονή του ελληνικού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ, ούτε παρουσιάστηκε το «ΟΧΙ» ως επιλογή πραγματικής ρήξης με τους δανειστές. Αντίθετα, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είχε ήδη αποδεχθεί την βασική αρχιτεκτονική ενός τρίτου Μνημονίου. Είχε ήδη δεσμευτεί σε μέτρα όπως τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, που εξακολουθούν να δεσμεύουν την χώρα μέχρι σήμερα, στην υποτιθέμενη «μεταμνημονιακή εποχή», αναγνωρίζοντας ότι ο μνημονιακός μονόδρομος και ο ευρωμονόδρομος αποτελούσαν αδιαπραγμάτευτες στρατηγικές επιλογές, ανεξάρτητα από τους λεονταρισμούς των διάφορων Βαρουφάκηδων που ήδη είχαν βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή τους στην παράταση του 2ου μνημονίου τον περασμένο Φλεβάρη του ίδιου έτους.
Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς τόσο του στρατοπέδου των «ΝΑΙ σε όλα» όσο και των πολιτικών δυνάμεων που εμφανίστηκαν αργότερα ως «προδομένοι» από τον Τσίπρα, καλώντας τότε την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα να στηρίξουν το «ΟΧΙ» καλλιεργώντας σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες, υπάρχουν τα ίδια τα γεγονότα. Τα έκτακτα διαγγέλματα και οι δημόσιες διαβεβαιώσεις του Τσίπρα καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας ενόψει του δημοψηφίσματος υπέρ της παραμονής στην «ευρωπαϊκή οικογένεια», η παράταση της δεύτερης δανειακής σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2015, αλλά και οι μαρτυρίες όλων όσοι συμμετείχαν στις περίφημες «ηρωικές διαπραγματεύσεις» είτε παρέμειναν είτε αποχώρησαν αργότερα από την κυβέρνηση, οι οποίες καταδεικνύουν ότι η κατάληξη ήταν ήδη προαποφασισμένη.
Με το «ΟΧΙ» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αναζήτησε μια πολιτική διέξοδο διαφυγής, ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που θα της επέτρεπε να διαχειριστεί μια «ηρωική πτώση» των διαπραγματεύσεων, με τον ταυτόχρονο διαμοιρασμό των ευθυνών για το τρίτο Μνημόνιο. Το μήνυμα που επιχείρησε να εμπεδώσει ήταν σαφές: «όλοι μαζί παλέψαμε, όλοι μαζί ηττηθήκαμε απέναντι στο αδίστακτο ευρωπαϊκό κατεστημένο». Με αυτόν τον τρόπο επιδίωξε να ξεπλύνει τις πολιτικές της ευθύνες, αξιοποιώντας το τεράστιο λαϊκό έρεισμα που είχε οικοδομήσει κατά τη διάρκεια του διαβόητου «πρώτου εξαμήνου του 2015». Ένα έρεισμα που εξαργυρώθηκε λίγους μήνες αργότερα, με την ανανέωση της κυβερνητικής της θητείας, παρά την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Το έρεισμα αυτό δεν περιοριζόταν στην εκλογική επιρροή. Απέκτησε σαφείς κινηματικές προεκτάσεις, οι οποίες εκφράστηκαν μέσα από τις ντροπιαστικές φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις υπέρ της «ελληνικής διαπραγμάτευσης» τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2015 στο Σύνταγμα, τις πορείες προς την γερμανική πρεσβεία, τις δράσεις που παρουσίαζαν αποκλειστικά τις προηγούμενες κυβερνήσεις, τους «κακούς γερμανούς» και τους μηχανισμούς της ντόπιας και διεθνούς οικονομικής ελίτ ως υπεύθυνους για την υπονόμευση των διαπραγματεύσεων, αλλά και την συνολική κινητοποίηση της εβδομάδας του δημοψηφίσματος. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες συνέβαλαν στην πολιτική νομιμοποίηση της κυβέρνησης ως υποτιθέμενου εκφραστή και υπερασπιστή του αγώνα ενάντια στα μνημόνια.
Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όμως, δεν θα μπορούσε ποτέ να «προδώσει» τους πραγματικούς συμμάχους της. Αυτοί δεν ήταν ο εργαζόμενος λαός, οι άνεργοι, η φτωχή αγροτιά και όσοι ζουν από την εργασία τους. Η δική μας ταξική πλευρά δεν βρισκόταν ποτέ στο ίδιο στρατόπεδο συμφερόντων με εκείνο που υπηρετούν οι αστικές κυβερνήσεις, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί «προδομένη», όπως εξακολουθούν να υποστηρίζουν οι πολιτικοί υπερασπιστές του «ΟΧΙ». Οι πραγματικοί σύμμαχοι της κυβέρνησης ήταν εκείνες οι δυνάμεις που επένδυσαν στην ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανανέωση του χρεοκοπημένου δικομματισμού, η συνέχεια του κράτους και η ομαλή διαχείριση της κρίσης, χωρίς τους κινδύνους κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης που θα συνεπαγόταν η επιβολή του τρίτου Μνημονίου από την κυβέρνηση Σαμαρά–Βενιζέλου. Το μεγάλο κεφάλαιο, ο ΣΕΒ, οι «ευρωπαϊκοί εταίροι» και οι «φίλοι Αμερικάνοι» (όπως και οι σιωνιστές) δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν τους χαμένους της «πρώτης φοράς Αριστερά».
Έντεκα χρόνια μετά, οι εκπρόσωποι του «ΝΑΙ σε όλα χωρίς χρονοτριβές» εμφανίζονται σήμερα ως δικαιωμένοι, επικαλούμενοι την περιβόητη «κωλοτούμπα Τσίπρα» ως επιβεβαίωση της δικής τους στρατηγικής. Φυσικά, το «μέτωπο του ΝΑΙ» ήταν αυτό που απέδωσε στο δημοψήφισμα το ψευδεπίγραφο δίλημμα «ναι ή όχι στο ευρώ», «ναι ή όχι στην Ευρώπη», επιχειρώντας να παρουσιάσει ως υπαρξιακή επιλογή ένα ερώτημα που παρέμενε πλήρως ενταγμένο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και μνημονιακής στρατηγικής.
Γνωρίζοντας καλύτερα από οποιονδήποτε ότι τόσο το «ΝΑΙ» όσο και το «ΟΧΙ» οδηγούσαν στο ίδιο αποτέλεσμα –Μνημόνιο, παραμονή στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση- το «μέτωπο του ΝΑΙ» συνέβαλε στην ταύτιση του «ΟΧΙ» με μια αφηρημένη «ρήξη» η οποία όταν κατέρευσε, διευκολύνθηκε η ταύτιση κάθε πραγματικής ρήξης με τους διαχειριστικούς λαϊκισμούς, την αυταπάτη και τον αντιρεαλισμό. Με τον τρόπο αυτό ενισχύθηκε η ιδεολογική ηγεμονία της αντίληψης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική απέναντι στην μνημονιακή και ευρωπαϊκή κανονικότητα, απέναντι στον καπιταλισμό εν γένει.
Το δημοψήφισμα υπήρξε, τελικά, μια τεράστια επικοινωνιακή μπλόφα. Πίσω από το πραγματικό του περιεχόμενο «ΝΑΙ στο μνημόνιο της κυβέρνησης με ορισμένες τροποποιήσεις ή ΝΑΙ στο μνημόνιο της τρόικας», κρυβόταν η τελευταία πράξη πολιτικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης ως δήθεν «μπροστάρη του αντιμνημονιακού κινήματος». Όπως υποστήριζαν τότε οι αναρχικές δυνάμεις της ΑΠΟΧΗΣ, οι ίδιες που λίγες ημέρες αργότερα συγκρότησαν το συγκρουσιακό μπλοκ ενάντια στην ψήφιση του τρίτου Μνημονίου, το δημοψήφισμα, όπως λέμε και σήμερα έντεκα χρόνια μετά, αποτέλεσε τον επίλογο μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου κοινωνικών αγώνων και αντιστάσεων. Μιας περιόδου που ολοκληρώθηκε με ήττα και απογοήτευση και από την οποία εξακολουθούμε να έχουμε ιστορικό χρέος να εξέλθουμε.
Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου, κατά την οποία η μνημονιακή επιτήρηση, οι δεσμεύσεις απέναντι στους δανειστές και η διαρκής λιτότητα για την κάλυψη των δημοσιονομικών στόχων, παγιώθηκαν ως μόνιμα χαρακτηριστικά στις πλάτες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Το τρίτο Μνημόνιο και στην συνέχεια το «διαρκές μνημόνιο» που πλασαρίστηκε επικοινωνιακά ως «το τέλος των μνημονίων» αποτέλεσε την θεσμική κατοχύρωση ενός καθεστώτος μακροχρόνιων δεσμεύσεων, το οποίο επέκτεινε την επιτροπεία για δεκαετίες και βάθυνε την βίαιη κοινωνική αναδιάρθρωση σε πλήρη σύμπνοια με τις επιταγές του κεφαλαίου και των ευρωπαϊκών μηχανισμών.
Ταυτόχρονα, το δημοψήφισμα αποτέλεσε την αφετηρία της κανονικοποίησης της κοινωνικής καταστροφής. Οι μισθοί και οι συντάξεις πείνας, η επισφαλής εργασία, η διάλυση των δομών κοινωνικής πρόνοιας, οι ιδιωτικοποιήσεις, η δημοσιονομική πειθαρχία και η συνολική υποβάθμιση των όρων ζωής έπαψαν σταδιακά να αντιμετωπίζονται ως έκτακτες συνέπειες μιας ιστορικής κρίσης που αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και παρουσιάστηκαν ως η νέα «κανονικότητα». Πάνω σε αυτή την νέα πραγματικότητα οικοδομήθηκαν οι μεταγενέστεροι πολιτικοί μύθοι περί «εξόδου από τα μνημόνια» και «επιστροφής στην κανονικότητα», αποκρύπτοντας ότι οι βασικοί μηχανισμοί λιτότητας, δημοσιονομικής επιτήρησης και αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ των ισχυρών όχι μόνο παρέμειναν σε ισχύ, αλλά ενσωματώθηκαν μόνιμα στην λειτουργία του κράτους και του δομικά εκμεταλλευτικού και ληστρικού καπιταλιστικού συστήματος.
Έντεκα χρόνια μετά, οι συνέπειες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και της εγχώριας έκφρασής της παραμένουν απολύτως ορατές και διαρκώς οξύνονται. Η αστική προπαγάνδα εξακολουθεί να εξαγγέλλει την «ανάπτυξη», την «επενδυτική έκρηξη» και την «μεταμνημονιακή εποχή», επιχειρώντας να παρουσιάσει ως «επιτυχία» την πληθωριστική «ανάπτυξη» πάνω στα συντρίμμια της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Πίσω από τους μακροοικονομικούς δείκτες εξακολουθούν όμως να βρίσκονται οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που αδυνατούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Η λεγόμενη «ανάκαμψη» αποτελεί την συνέχισή της μνημονιακής λεηλασίας με άλλα μέσα.
Εν κατακλείδι, η 5η Ιουλίου του 2015 αποτελεί αδιαμφισβήτητα το ιστορικό σημείο τομής ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εποχές: από την μία, την περίοδο των μαζικών κοινωνικών αγώνων, της λαϊκής αμφισβήτησης και της πεποίθησης ότι η εργατική τάξη και η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των μη προνομιούχων, μπορούσε να ανατρέψει την πορεία των πραγμάτων. Από την άλλη, την περίοδο της εμπέδωσης της ήττας, της κανονικοποίησης της μνημονιακής πραγματικότητας και της ιδεολογικής κυριαρχίας του δόγματος ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική».
Η ιστορική αποτίμηση εκείνης της περιόδου δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στις αφηγήσεις της κυβερνητικής «προδοσίας» ούτε στους πανηγυρισμούς όσων εμφανίζονται σήμερα δικαιωμένοι επειδή επικράτησε τελικά η μνημονιακή στρατηγική. Το πραγματικό δίδαγμα βρίσκεται αλλού: στα όρια των στρατηγικών που ανέθεσαν την έκβαση μιας βαθιάς κοινωνικής σύγκρουσης στην κυβερνητική διαχείριση, στην αδυναμία του κινήματος να αποκτήσει αυτοτελή πολιτική και επαναστατική προοπτική και στην ενσωμάτωση των εργατικών-λαϊκών προσδοκιών σε μια δύναμη αστικής διαχείρισης.
Έντεκα χρόνια μετά, η ιστορική εμπειρία του 2015 αποτελεί πολύτιμο πεδίο εξαγωγής συμπερασμάτων για τις επόμενες κοινωνικές και ταξικές αναμετρήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, διοργανώνεται απόψε στις 19.00 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα πολιτική εκδήλωση-συζήτηση από την ΦΕΑΝ Κέντρου Αθήνας για τα 11 χρόνια από το δημοψήφισμα, με στόχο την συμβολή σε αυτό τον διάλογο.
Η υπέρβαση της ιστορικής ήττας που επισφραγίστηκε την 5η Ιουλίου του 2015 δεν μπορεί να προκύψει από την ανακύκλωση των ίδιων πολιτικών συνταγών ούτε από νέες κοινοβουλευτικές και διαχειριστικές αυταπάτες για την «πτώση του καθεστώτος Μητσοτάκη». Μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από την δύσκολη και επίμονη ανασυγκρότηση των κοινωνικών και ταξικών αγώνων, της συλλογικής οργάνωσης του εργατικού κινήματος, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και της νεολαίας, μέσα από την μαζική οικοδόμηση της επαναστατικής εμπροσθοφυλακής γύρω από ένα αναρχικό επαναστατικό πρόγραμμα κοινωνικής ανοικοδόμησης.
ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ
ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ: fean.org.gr
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: fean@riseup.net

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...