17/07/2026 10:26 πμ.
Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα από μια εκτενέστερη εγκύκλιο και πολεμική, μια ανάλυση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που εξαπολύθηκαν το 2020, και δημοσιεύτηκε στις 13 Μαΐου 2026 από τη συγγραφέα του στο ιστολόγιο που διατηρεί υπό το ψευδώνυμο Fifi Nono. Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσει και το δεύτερο μέρος, το οποίο αφορά τις εξελίξεις στο ριζοσπαστικό κίνημα στις ΗΠΑ την περίοδο 2020-2024, ξεκινώντας από την Εξέγερση για τον George Floyd, περνώντας στα κινήματα Stop Cop City/Defend Atlanta Forest και καταλήγοντας στις διαδηλώσεις για τη Γάζα και τις φοιτητικές καταλήψεις. Η Fifi Nono είναι κομμουνίστρια επαναστάτρια από τις ΗΠΑ, η οποία συμμετείχε στην Εξέγερση για τον George Floyd τον Μάιο του 2020, τότε ως μέλος της «σκληροπυρηνικής» μαοϊκής οργάνωσης των Red Guards. Η ιστορία των Red Guards είναι εξαιρετικά τραγική, καθώς πρόκειται για μια οργάνωση που από τη γέννησή της έμοιαζε προορισμένη να εξελιχθεί σε κακοποιητική αίρεση, παρά τη μαχητική φήμη που κατάφερε να αποκτήσει. Ο αρχηγός της οργάνωσης, Jared Roark, ή αλλιώς «Σύντροφος Dallas», κατέληξε να ασκεί πλήρη έλεγχο στις πολιτικές αποφάσεις και τις ζωές των μελών της. Η κατάρρευση της οργάνωσης ξεκίνησε το 2019, όταν, ύστερα από μια σειρά αστυνομικών εφόδων σε σπίτια μελών και συλλήψεων, τα εναπομείναντα μέλη αναγκάστηκαν να περάσουν στην παρανομία. Μερικά χρόνια μετά τη διάλυση της οργάνωσης, την περίοδο 2022-2023, ήρθαν στο φως μια σειρά από καταγγελίες πρώην μελών που αφορούσαν σωματική, ψυχολογική και έμφυλη βία, καθώς και εργασιακή και σεξουαλική εκμετάλλευση. Το παρόν κείμενο δεν πραγματεύεται εκείνες τις καταγγελίες ούτε την αντιδραστική πορεία του σχηματισμού, αλλά επιχειρεί να ερμηνεύσει την αποτυχία των Red Guards να μετατρέψουν την Εξέγερση σε Παρατεταμένο Λαϊκό Πόλεμο, αφήνοντας, βέβαια, αυτό το ενδεχόμενο ανοιχτό για το μέλλον. Η συγγραφέας ξεκινά τη βιωματική της αφήγηση από την ίδρυση των Red Guards, μετά την αστυνομική δολοφονία του Mike Brown, και καταλήγει στον ρόλο των «ένοπλων ταξιαρχιών» της οργάνωσης στην Εξέγερση για τον George Floyd, τον Μάιο του 2020. Πριν φτάσει στους Red Guards, αναλύει σύντομα και στοχευμένα την έως τότε πολιτική κατάσταση στο κίνημα των ΗΠΑ καθώς και τους ιδεολογικούς και οργανωτικούς προδρόμους της οργάνωσης, από τις διάφορες κομμουνιστικές οργανώσεις μέχρι τ@ εξεγερσιακ@ αναρχικ@. Οι Red Guards προέκυψαν μέσα από την παρακμή των έως τότε σχηματισμών, την ανάγκη υπέρβασης των ορίων τους και μια υπαρκτή κοινωνική και πολιτική αναζήτηση. Γι’ αυτό και μπόρεσαν να διαδοθούν γρήγορα σε ριζοσπαστικούς κύκλους και να παραγκωνίσουν τους προκάτοχούς τους, τουλάχιστον στην πολιτεία του Τέξας. Ωστόσο, τα εγγενή αρνητικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία διογκώνονταν με τον χρόνο, ο τρόπος λειτουργίας τους και οι καταπιεστικές πρακτικές της ηγεσίας απέναντι στα πιο ευάλωτα μέλη οδήγησαν την οργάνωση στην παρακμή και, τελικά, στην εκπλήρωση ενός αρνητικού πεπρωμένου: τη μετατροπή της σε μια ακόμη αντεπαναστατική κλίκα. Η ιστορία των Red Guards είναι ιδιαίτερα διδακτική και αποτελεί προειδοποίηση για όσα, όσες και όσους εξεγείρονται και αγωνίζονται για την ανατροπή αυτού του καταπιεστικού κόσμου. Όλες οι παραπομπές στο τέλος του κειμένου είναι της ελληνικής μετάφρασης και προστέθηκαν με σκοπό την επεξήγηση ορισμένων αναφορών που μπορεί να είναι άγνωστες σε ένα ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Προσεχώς θα ακολουθήσει και η μετάφραση του δεύτερου μέρους.
Η Πολιορκία των Κρατών: Οι Εξεγέρσεις για τον George Floyd ως Παρατεταμένος Λαϊκός Πόλεμος
https://fifinono.substack.com/p/the-siege-of-states-the-george-floyd
«Όταν κοιμάσαι στο πάτωμα, δεν μπορείς να πέσεις από το κρεβάτι.»
Dan Freeman, «Το φάντασμα που καθόταν δίπλα στην πόρτα»
Οι εξεγέρσεις για τον George Floyd του 2020 σηματοδότησαν το αποκορύφωμα της εγχώριας πολιτικής αναταραχής σε αυτόν τον αιώνα και την κορύφωση της λαϊκής μαύρης μαχητικότητας στη σχεδόν δεκαετία συνεχών αγώνων που προηγήθηκε. Οι επιτυχίες τους ήταν μάλλον περιορισμένες πολιτικά, αλλά ήταν καταστροφικές και εκρηκτικές σε ψυχολογικό και πολιτισμικό επίπεδο, γεγονός που άφησε άναυδους τόσο την ευρω-αμερικανική αστική τάξη όσο και τη μαύρη νεοαποικιακή κάστα, σε μια κρίσιμη στιγμή της συνεχιζόμενης κοινωνικής αναταραχής που προκάλεσε η [νόσος] COVID. Για περιορισμένο χρονικό διάστημα, οι σχολιαστές του αστικού κατεστημένου ερμήνευσαν την εικόνα των λεηλατημένων και πυρπολημένων καταστημάτων της αλυσίδας Arby’s ως σημάδια επικείμενης κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης. Ο φόβος ήταν γελοίος, αλλά ήταν πραγματικός τόσο για την άρχουσα τάξη όσο και για τη μεσαία τάξη, των οποίων η πολιτική και ο ακτιβισμός απέκτησαν έναν πολύ απελπισμένο, αδέξιο και τελετουργικό χαρακτήρα, προτού προλάβουν να ενσωματωθούν στο ευρύτερο πλήθος των καθημερινών διαδηλώσεων στους δρόμους και να τις εξουδετερώσουν ως συνήθως. Δυστυχώς, στην πραγματικότητα υπήρχαν ελάχιστα πράγματα που μπορούσαν να γίνουν πρακτικά εναντίον των αντιδραστικών τάξεων εκείνη τη στιγμή· τίποτα που να είναι ανάλογο με τον λαϊκό τρόμο ούτε επαρκές για την ευκαιρία και την ανάγκη να τις επιτεθούν, με βία, σε αυτό το μοναδικά κρίσιμο σημείο.
Παρ’ όλα αυτά, ήταν σε αυτή τη σχετικά σύντομη συγκυρία που τελικά θα ήταν δυνατό να «παρεμβαίνουμε πολιτικά», όπως πολλοί κομμουνιστές συνήθιζαν να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται. Σίγουρα δεν θα ήταν δυνατό για ένα «κομμάτι πρωτοπορίας» να το πράξει αυτό, και η μάλλον χλιαρή πρόταση για λαϊκές συνελεύσεις — τις οποίες ο Jasper Bernes θα συνέχιζε να φαντάζεται ως «καταργητικές επιτροπές» στο βιβλίο του «Το Μέλλον της Επανάστασης» ως διαδόχους των προ εκατονταετίας εργατικών συμβουλίων — δεν θα ταίριαζε ούτε με την πραγματική πορεία των καθημερινών αναταραχών των ένοπλων οδομαχιών και των ταραχών. (Οι υπόλοιπες τακτικές συμβουλές του Bernes, σύμφωνα με τα πιο σημαντικά κείμενά του για τις «αντι-εφοδιαστικές αλυσίδες» (counterlogistics), θα ήταν πιο κατάλληλες για την κατάσταση, αλλά ούτε και αυτές θα ήταν κάτι το πρωτόγνωρο.) Υπό αυτή την έννοια, οι millennial υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης (communizers) και οι ομάδες στελεχών που ασχολούνταν με τη δημιουργία κόμματος (party-building cadre formations) απέτυχαν εξίσου στον σκοπό και στη φαντασία τους. Οι πρώτοι μπορεί να βυθίστηκαν στη συνήθη θέση τους ανάμεσα στα μπλοκ και τις φοιτητικές καταλήψεις, αλλά οι δεύτεροι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό στο περιθώριο, διαμαρτυρόμενοι οι ίδιοι ενάντια στα «λουμπέν» κινήματα του δρόμου που αποτελούσαν τη μαχητική δύναμη των εξεγέρσεων.
Μεταξύ των κομματικών οικοδόμων, το Κόμμα για τον Σοσιαλισμό και την Απελευθέρωση (PSL), το Παγκόσμιο Εργατικό Κόμμα (WWP) και η Σοσιαλιστική Οργάνωση «Freedom Road» (FRSO) συνέχισαν τον συνηθισμένο, μηχανικό ρόλο τους να προσφέρουν μια παρασιτική αριστερή πτέρυγα στον κατεστημένο φιλελευθερισμό. Ακολουθώντας μια μάλλον συνηθισμένη οργανωτική στρατηγική, η σχέση τους με το γενικό κίνημα διαμαρτυρίας παρήγαγε μια χούφτα τοπικών εκστρατειών, οι οποίες συνήθως αποτελούντο από ικανούς Μαύρους μαρξιστές-λενινιστές της μεσαίας και εργατικής τάξης. Αυτές οι εκστρατείες, καθώς και οι πρωτοποριακές ομάδες που συσπειρώθηκαν γύρω τους, παρείχαν μια πραγματική βάση μαχητικών στελεχών που γεφύρωναν τους συχνά παραμελημένους οργανωτές βάσης με τις διεφθαρμένες και αδίστακτες κλίκες λευκών, μεσήλικων σταλινιστών (ή κρυπτο-τροτσκιστών, αν προτιμάτε) που βρίσκονταν αρκετές πολιτείες μακριά. Στο βαθμό που υπήρχε κάποια διακριτική, οργανωτική δύναμη ικανή να κατευθυνθεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση με συνθήματα και εφημερίδες, αυτή ήταν η βασική αυτή υποδομή. Από την άλλη πλευρά, ποτέ δεν θα κατευθύνονταν προς μια αναπτυσσόμενη εξεγερσιακή φάση, ούτε θα «εξύψωναν» ένα ανοργάνωτο μαζικό κίνημα σε οργανωμένη ταξική πάλη.
Πολιτικά, οι «δημιουργοί κόμματος» (party-builders) παρέμεναν άρρηκτα συνδεδεμένοι με το κύριο ρεύμα της ρεφορμιστικής, νόμιμης αριστεράς, καθώς απλώς αντιπροσώπευαν τη ριζοσπαστική πτέρυγά της. Αρνούνταν να συμμετάσχουν στο δρομίσιο κίνημα λόγω της παρανομίας του και συνήθιζαν να δαιμονοποιούν όποιο εμπλεκόταν σε άμεση δράση, χαρακτηρίζοντάς το ως αναρχικό ή μπάτσο. Εν τω μεταξύ, η βάση τους παρασυρόταν κρυφά σε φαντασιώσεις ότι θα συμμετείχε σε έναν «πραγματικό» ένοπλο αγώνα· ότι θα αναλάμβανε την ηγεσία «πραγματικών» πολιτικοστρατιωτικών οργανώσεων, με ένα «πραγματικό» κόμμα. Εκείνη τη χρονιά, η κομματική ηγεσία, ειδικά στο PSL και στο WWP, υπέστη τεράστια απώλειες σε μέλη και σε δημόσια νομιμοποίηση λόγω της ανεξέλεγκτης σεξουαλικής κακοποίησης από τα ηγετικά στελέχη τους και της επίμονης συνεργασίας τους με την αστυνομία [1]. Η οργανωτική παρακμή και η κατάρρευση, σε συνδυασμό με την αδυναμία τους κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων, συνέβαλαν σε μια συλλογική υπαρξιακή κρίση μεταξύ των μαρξιστών-λενινιστών με κάποιο βαθμό πρακτικής εμπειρίας, σχετικά με την αδυναμία ανάπτυξης ενός πρωτοποριακού κόμματος και τη συνεχιζόμενη ανεπάρκειά του να διατηρήσει ηγετικό ρόλο σε μια «επαναστατική κατάσταση» που ήρθε και πέρασε χωρίς αυτούς.
Πέρα από τα μεγάλα κόμματα, το ευρύτερο οικοσύστημα των ανεξάρτητων σχηματισμών στελεχών που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων έξι ετών βυθίστηκε στην ανώνυμη μάζα των επίσημων πορειών και διαδηλώσεων. Είχαν αρχίσει να εξασθενούν σε εσωτερικό επίπεδο λόγω της τότε συνεχιζόμενης δομικής κρίσης τους σχετικά με την οργανωτική και πολιτική στρατηγική τους, έχοντας επανειλημμένα οδηγηθεί σε αδιέξοδο από τοπικές «μαζικές πρωτοβουλίες», ασταθείς κύκλους στρατολόγησης, και την πραγματική κοπιαστική προσπάθεια να διατηρηθούν ως γνήσια «μαρξιστικά» στελέχη. Στο πλαίσιο του κινήματος οικοδόμησης κομμάτων, αυτές οι ομάδες εκπροσωπούνταν ευρέως από το «Μαρξιστικό Κέντρο», αν όχι ως άμεσο μέρος του ίδιου του δικτύου, τουλάχιστον ως σημαιοφόρος μιας ποικιλίας ομάδων που βρίσκονταν σε ίση απόσταση από το πολύ περιφρονημένο, «ακροαριστερό» μαοϊκό περιβάλλον και την αμφίβολη, μικροαστική DSA (Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής).
Προς τιμήν τους, το «Μαρξιστικό Κέντρο» δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις λόγω δομικών και ιδεολογικών ζητημάτων που δεν είχαν σχεδόν καμία σχέση με την εμφάνιση των εξεγέρσεων ή το ρεφορμιστικό τους επακόλουθο. Δεν ήταν από έλλειψη προσπάθειας που αυτές οι εξαιρετικά κατακερματισμένες, κατά πλειοψηφία λευκές και φοιτητικές ομάδες κατέρρευσαν ως αποτέλεσμα μιας διαμάχης σχετικά με την αποτελεσματικότητα και τη λογική των τακτικών τους για τη «δουλειά μέσα στις μάζες» [2], είτε κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων είτε κατά τη διάρκεια μιας απροσδόκητης έκρηξης της εξέγερσης των Νέων Αφρικανών [3]. Τυχαία, είχαν πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος. Μέσα σε λίγα χρόνια, είχαν δημιουργήσει τα πιο διανοητικά έργα μεταξύ των ιδεολογικών ομολόγων τους και είχαν διαμορφώσει την ουσία μερικών από τις μόνες στρατηγικές συζητήσεις που άξιζαν την προσοχή εκείνη την εποχή. Δυστυχώς, αυτό το επίπεδο ανάπτυξης βασιζόταν στον έντονο εκλεκτικισμό του «Μαρξιστικού Κέντρου» και στην απόλυτη αοριστία του σκοπού του. Ο λόγος ύπαρξης του δικτύου διαμόρφωσε την εσωτερική του ζωή και αμέσως αυτοπυρπολήθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι το είχε παρατραβήξει λίγο. Η μοίρα που περίμενε τους οργανωτές και τις οργανώτριές του μετά την εκούσια αφομοίωσή τους στο ΚΚ ΗΠΑ και τη DSA θα αποδεικνυόταν λιγότερο επιεικής.
Εκείνο το καλοκαίρι, η πορεία της μαζικής εξέγερσης και της μαζικής διαμαρτυρίας ακολούθησε τη συνήθη ροή της, δηλαδή και οι δύο διαδικασίες αναδύθηκαν ταυτόχρονα· σύγκλιναν περιστασιακά σε διαστήματα αντίθεσης και σύμπτωσης, αλλά τελικά διακλαδώθηκαν, χωρίζοντας, με τρόπο που απέκλεισε οριστικά την πιθανότητα η μία να τροφοδοτήσει την άλλη, ακόμη και αν παρέμενε μια μικρή επικάλυψη στους/στις συμμετέχοντες/συμμετέχουσες τους. Οι εξεγέρσεις αποτέλεσαν ένα εξεγερσιακό γεγονός, το οποίο δεν κατάφερε να τεκμηριώσει πολιτικά μια εξέγερση· το κίνημα διαμαρτυρίας, στο οποίο εντάχθηκε η πλειοψηφία του λαού, ήταν ένα πολιτικό γεγονός που διακρινόταν από τις γενικές «διαμαρτυρίες του BLM (κίνημα «οι Ζωές των Μαύρων Μετράνε»)» μόνο ως προς την έκταση και τις δυνατότητές του.
Μια διαμαρτυρία ήταν πάντα κάτι που υποτίθεται ότι θα μετατραπεί σε κάτι άλλο: υποτίθεται πάντα ότι θα «ξεσπάσει». Μια διαμαρτυρία που δεν κατάφερε να «ξεσπάσει» ήταν πάντα είτε μια «γιορτή της κατσαρόλας» είτε το θεατρικό δρώμενο της πολιτικής αστυνομίας – απόβλητο από τον υπόνομο του τότε νεογέννητου αντεπαναστατικού φιλελευθερισμού. Ο λαϊκός τρόμος ενός ασταθούς και αβέβαιου δρομίσιου κινήματος έδωσε στο κοινό πολιτικό πεδίο τη δυνατότητα μιας επαναστατικής κρίσης, όσο και αν διήρκεσε, την οποία μόνο η άκρα αριστερά και οι αναρχικοί αποδέχτηκαν, αλλά μπορούσαν να μιμηθούν μόνο ανεπαρκώς. Η «αριστερά», όπως υπάρχει, συνέχισε μια εντελώς ξεχωριστή πορεία από όσες έβαλαν φωτιά στο Gary της Ιντιάνα σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο εκείνο τον Ιούλιο, για τις οποίες το περιεχόμενο αυτής της εξέγερσης είναι χαραγμένο στη μνήμη και στην καθημερινή ζωή.
Η αλληλοδιείσδυση της εξέγερσης και της διαμαρτυρίας, η πιθανότητα μιας συνεπούς συγχώνευσης ή πλήρους αδιαφοροποίησής τους στην πράξη, δεν αποτελούσε πλέον λειτουργικό παράγοντα αφού η αστική τάξη είχε ανακάμψει από το αρχικό σοκ των πρώτων πραγματικών κυμάτων που έπληξαν τη Μινεάπολη. Οργανώθηκαν δύο αντεξεγερτικές επιχειρήσεις για δύο τύπους εμπλοκής, σχεδόν εξ ολοκλήρου για την ημέρα και τη νύχτα αντίστοιχα. Το μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας που θα επέτρεπε την επέκταση, την κλιμάκωση και την οργάνωση της εξέγερσης, αντί για την άνιση πορεία που ακολούθησε, έκλεισε μέσα σε διάστημα δύο μηνών, το οποίο θα ήταν γενναιόδωρο αν υπήρχε κάποιος που να το εκμεταλλευόταν.
Αντίθετα, η διαδικασία της διάσπασης και του διαχωρισμού θα μπορούσε να είχε παρακαμφθεί με μεγαλύτερη αξιοπιστία αν δεν υπήρχαν δύο ζητήματα, τα οποία είναι περισσότερο ιστορικής φύσης και αποστασιοποιημένα. Πρώτον, οι εξεγέρσεις απλά δεν επεκτάθηκαν σε εμάς τους ευρω-αμερικανούς, ούτε καν στις ριζοσπάστ(ρι)ες ή επαναστατικούς, σε πρακτικό, κοινωνικό ή ιδεολογικό επίπεδο: αυστηρά μιλώντας, η λευκή κοινωνία απλά δεν κάηκε μαζί με το 3ο Αστυνομικό Τμήμα· δεν το κάψαμε εμείς, κανείς δεν το έκανε. Η εποικιστική φρουρά, λευκή ή μη, δεν δέχτηκε ουσιαστικά πλήγματα εκεί όπου είναι ασφαλής· δεν υπήρχε καμία γραμμή στη συνείδησή μας μέσω της οποίας η αναταραχή να μεταφραζόταν σε κατάλληλη δράση, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Δεύτερον, ο πολιτικός μηχανισμός για τη διάλυση της απαραίτητης, ακόμη και καλά οργανωμένης, μαχητικότητας είναι πιο σταθερός στα υποτιθέμενα «κέντρα εξουσίας» που τα «σώματα» πρόκειται να συρρέουν, και ίσως να κάνουν το ένα ή το άλλο. Η υπόθεση ότι το μαζικό, δημόσιο κίνημα θα καλλιεργήσει όλες τις δυνατότητες της πολιτικής δράσης και οργάνωσης είναι κάπως σταθερή, καθολική και αυτοενισχυόμενη: αν όλοι φαίνονται να «βρίσκονται στο μέρος», τότε όλοι θα «βρίσκονται στο μέρος», το οποίο υποτίθεται ότι φιλοξενεί ένα απεριόριστο φάσμα δράσης και εμβέλειας. Αυτό που επιτυγχάνει πρωτίστως είναι να οδηγεί τα πλήθη σε συμμόρφωση με τον «επίσημο», νόμιμο κύκλο διαμαρτυρίας, και τα να πρέπει τα μπλοκ να διαπραγματεύονται μαζί τους.
Η βάση της κοινής «στρατηγικής σκέψης», ιδίως μεταξύ των κομμουνιστών ή των «σοσιαλιστών», πηγάζει από την αλαζονική σκέψη ότι τα κινήματα «διαπράττουν» στρατηγικά λάθη κυρίως λόγω διαχειριστικών ζητημάτων. Οι περισσότερες κριτικές και πολιτικές προτάσεις τους εκφράζονται από την οπτική ότι αν το κίνημα Χ έκανε το Υ, και αν εκείνοι οι άνθρωποι έκαναν αυτό, τότε θα είχε πετύχει και θα είχε επικυρώσει τη δική μου στρατηγική γραμμή. Η πολιτική τους φαντασία έχει χτιστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω σε υποθετικά σενάρια που κληρονομήθηκαν και μεταδόθηκαν από τον περασμένο αιώνα καταστροφικών αποτυχιών. Οι οργανωτικές κουλτούρες και οι ζωές που τείνουν να τους διακατέχουν ενισχύουν μια αντίληψη για το ιστορικό και σύγχρονο κίνημα που, στην καλύτερη περίπτωση, δεν προχώρησε ποτέ πέρα από τον William Z. Foster [4]. Αν τα εξαιρετικά απρόβλεπτα, δυναμικά και άτυπα κοινωνικά και πολιτικά όργανα μιας συνεχιζόμενης, βίαιης εξέγερσης δεν μπορούν να αναδιαμορφωθούν άνετα ώστε να μοιάζουν με μια μαζική οργάνωση ή μια γενική συνέλευση [κομματικού] παραρτήματος, η εξέγερση είναι απλώς «λουμπέν» και βρίσκεται σαφώς εκτός του πεδίου του πολιτικού και του επιτρεπτού.
Ειδικά όσον αφορά τις εξεγέρσεις για τον George Floyd, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι εξεγέρσεις αυτές ήταν ένα είδος αποτυχημένης πολιτικής επανάστασης που διαλύθηκε μέσα από την εγκληματικότητα και τον αυθορμητισμό. Το αντιπαραβαλλόμενο σενάριο συνήθως έχει ως εξής: αν ο λαός είχε συγχωνευθεί με το «σοσιαλιστικό κίνημα», ή το αντίστροφο, θα είχε καταφέρει να συγκροτήσει μια πολιτική δύναμη και να διατυπώσει τα αιτήματά του, σύμφωνα με το κομματικό πρόγραμμα, ώστε να οργανωθεί για την «πραγματική» ταξική πάλη. Η προφανής αδυναμία αυτής της απάντησης και ο παντοτινός βαθμός εξάντλησής της έχουν συμβάλει σε μια γενική ψυχολογική αδιαθεσία τα τελευταία έξι χρόνια, η οποία μετέτρεψε τους περισσότερους από αυτούς σε διαχειριστές του Discord και σε συμβιβασμένες παρωδίες του εαυτού τους, ενώ άλλοι έχουν ενταχθεί στην κομματική πολιτική της DSA.
Μία από τις ισχυρότερες αντιφάσεις που υποκρύπτουν τη σύγχρονη και αναδρομική σχέση των κομμουνιστών με τις εξεγέρσεις ήταν ότι η ουσιώδης πολιτική ζωή των εξεγέρσεων, στην οποία είχαν βασίσει τα στρατηγικά τους κέρδη, δικαίωσε κατηγορηματικά τις εξεγερμένες και τις μηδενίστριες που διατηρήθηκαν ως ταραξίες και μαχητά του δρόμου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όπως είχαν κάνει με συνέπεια και τα προηγούμενα χρόνια. Καμία άλλη πολιτική δύναμη δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον χαρακτήρα, τα όρια και τους όρους του αγώνα· να ενεργήσει με βάση τις δυνατές τακτικές και μεθόδους· και, παρά τη θέλησή της, να αναλάβει προσωρινά τη θέση μιας πολιτικής πρωτοπορίας, ώστε να μπορεί να παρεμβαίνει άμεσα στις εξεγέρσεις. Καμία άλλη πολιτική δύναμη δεν είναι πιο έτοιμη να αντιληφθεί την εξέγερση ως τέχνη, ούτε πιο απρόθυμη να κάνει οτιδήποτε με την κατανόησή της γι’ αυτήν. Υπό το πρόσχημα μιας ταραχής, αναγκάζονται να κάνουν κάτι με αυτήν: υποκινούν, καίνε, λεηλατούν, επιτίθενται στις φάλαγγες των μπάτσων καταστολής πλήθους (riot cops), στήνουν οδοφράγματα και παρέχουν τη βασική πρακτική γλώσσα της εξέγερσης κατά τη διάρκεια της συγχώνευσής τους με τους ταραξίες. Όταν το καθήκον είναι η υποκίνηση και η κλιμάκωση, θα ήταν το πιο κοντινό πράγμα σε έναν επαγγελματία του πολιτικού φάσματος.
Σε μια εξέγερση, η εξεγερμένη (insurrectionary) είναι μια μαοϊκή αντάρτισσα που δεν ξέρει πια αν «η διασκέδαση» είναι το πρόσχημα ή ο σκοπός· ιδανικά, δεν θα είχε ποτέ συνείδηση της έννοιας αυτής. Οι δεσμοί της με «τον λαό» είναι συνήθως πολύ αδύναμοι για να εγγυηθούν παρατεταμένη ασφάλεια ή υποστήριξη, και έτσι βασίζεται σε μια γενικευμένη αναρχία για την επιβίωσή της. Η επιστροφή στην κανονικότητα, η αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης, στεγνώνει τη θάλασσα στην οποία κολυμπά η εξεγερμένη. Όπου δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχει εξέγερση και δεν υπάρχει ζωντάνια. Όπου δεν υπάρχει εξέγερση, οι εξεγερσιακές [5] μπορεί να εξεγείρονται μεμονωμένα, μέχρι να έχουν την ατυχία να τις πυροβολήσουν ή να τις κυνηγήσουν στους δρόμους. Εκτός μιας εξέγερσης, η εξεγερμένη είναι μόνιμα μεθυσμένη, «φτιαγμένη» ή μαστουρωμένη, και συντηρείται κοινωνικά και οικονομικά από έναν τομέα της υποδομής του κινήματος που της παρέχει μισθό και παροχές βετεράνου. Η φιλοσοφία και ο ξέφρενος τρόπος ζωής τους ως έρχονται σε δυσάρεστη αντίθεση με αυτό που καταλήγουν πάντα να κάνουν, το οποίο καθορίζει την ουσιώδη λειτουργία τους: να διεξάγουν ανταρτοπόλεμο νιώθοντας ακραία αποστροφή για τα όπλα. Όταν η «κοινωνική ειρήνη» επανέρχεται, οι προσωπικές ζωές των εξεγερσιακών συχνά εμφανίζονται ως μια ζοφερή σειρά αποφυγών από το να αναγνωρίσουν ποτέ ότι έχουν μετατραπεί σε εθισμένες στη μάχη, μέσω των οποίων η έννοια της «διασκέδασης» έχει αποκτήσει καθαρτικές και προστατευτικές δυνάμεις.
Τα κρίσιμα πολιτικά όρια των εξεγερσιακών είναι ουσιαστικά ψυχολογικής και συμπεριφορικής φύσης. Σε αντίθεση με την κομμουνιστική άκρα αριστερά, δεν υπάρχει κανένας νεκρός, κρυφοφασιστικός βάτραχος στο αυτί τους που να τους λέει ότι, σε κάποιο αυθαίρετο σημείο οργανωτικής εξειδίκευσης, οι τακτικές υποτάσσονται αυτόματα στο κεφάλαιο. Υπάρχει αρκετή υπερβολική θεωρία από την πλευρά τους, και αυτό θα τους αποσπούσε την προσοχή με άσκοπες σχολαστικές συζητήσεις αν αυτά τα κείμενα δεν ήταν προφανώς απλώς ποίηση. Οι εξεγερσιακές είναι αδιαμφισβήτητες ατομικίστριες και, συνήθως, φορείς μιας ελκυστικής, ειλικρινούς ατομικιστικής τάσης, στην οποία η αρχή της Αναρχίας αποτελεί αντικείμενο στοχαστικής αυτοκαλλιέργειας. Μέσα σε αυτή την ιδεολογική υποδομή, δεν υπάρχει πραγματικά καμία διάκριση μεταξύ της εσωτερικής, φιλοσοφικής τους ζωής και του πρακτικού, φυσικού έργου της πολιτικής και κοινωνικής τους έκφρασης: το προσωπικό είναι πολιτικό, για καλό ή για κακό, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω διατύπωση ή τεχνάσματα. Ενώ η πολιτική των εξεγερσιακών ακολουθεί ένα πολύ σαφές πρότυπο και τροχιά, με σταθερούς προσδιορισμούς και ορισμούς, αναδύεται από το «αιώνιο παρόν», από μια ασταθή υποκειμενικότητα που διαμορφώνεται από την άμεση δράση και την εμπειρία. Όσον αφορά την οπτική τους, οι αναφορές και τα σχόλια που παράγουν οι εξεγερσιακές μπορούν μερικές φορές να απαλλαγούν από τους ρομαντικούς φορμαλισμούς τους σαν να είναι μια ενόχληση, και οι περιγραφές τους μπορούν να δώσουν τη θέση τους σε μια αποκλειστική συσσώρευση σκληρών γεγονότων (σε όποιο βαθμό και αν είναι ακριβή) που αφορούν την πραγματική κίνηση των ανθρώπων και τον πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ αυτών και της οργανωμένης αριστεράς, ο οποίος εκφράζεται με οικείους όρους που αλλού θα φαίνονταν ασαφείς και αναλυτικά κενοί.
Από διανοητική άποψη, οι εξεγερσιακοί/ές δεν μπορούν να δουν πέρα από το συγκεκριμένο έδαφος στο οποίο στέκονται. Στην πραγματικότητα, ασκούν έναν ακατέργαστο, στενό εμπειρισμό σε πλήρη απασχόληση· μια εμπειρία συμπτωματική της προλεταριακής ζωής που περιστασιακά έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται υλιστική. Η δική τους πολιτική γεωγραφία – όπου οι φιλελεύθεροι/ες, οι κομμουνίστριες και τα αναρχικά χαρτογραφούνται στο μυαλό τους – αναπτύσσεται άμεσα από την προσωπική εμπειρία, τις ιστορίες φίλων και τη στενή κοινωνική εγγύτητα. Ως αποτέλεσμα, ο βαθμός αφαίρεσης και διαμεσολάβησης στην αντίληψή τους για το ιδεολογικό και το πολιτικό ελαχιστοποιείται ενεργά και ασυνείδητα στη σκέψη τους. Το πικρό μίσος που νιώθουν για τις κομμουνίστριες και τους σοσιαλιστές καλλιεργείται όταν τα κόμματα συνεργάζονται με τους μπάτσους και το κράτος για να ξυλοκοπούν και να συλλαμβάνουν ανθρώπους χωρίς λόγο, με τα στελέχη των κομμάτων να ανακοινώνουν ανοιχτά ότι θέλουν τους δικούς τους μπάτσους και το δικό τους κράτος να κάνουν ακριβώς το ίδιο για αυτούς. Τελικά, ο πολιτικός αγώνας δεν είναι ένα αναλυτικό, εξωγενές φαινόμενο, αλλά κάτι που έχει αόρατα απορροφήσει ολόκληρη τη ζωή τους, εγγενώς και προσωπικά, ως ένα κοινωνικό σύμπαν.
Η άκαμπτη ταυτότητα σκέψης και δράσης της εξεγερσιακής, σε συνδυασμό με την εύκολη προσήλωσή της στον ριζοσπαστικό ατομικισμό, σημαίνει ότι η μοναδική πειθαρχία και βούληση που της έχουν εντυπωθεί είναι η δική της ψυχολογία, μετριασμένη από τη δική της ελευθερία και τις συνήθειές της. Στον αόρατο στρατό του Renzo Novatore, η χρόνια αυτοκαταστροφή είναι ο διοικητής πεδίου που χτυπά τα νεοσύλλεκτα για να τα βάλει στη γραμμή και τα μαστιγώνει σε μια βίαιη φρενίτιδα για να τα ωθήσει πέρα από τα όρια. Το Εγώ, αν είναι πιο γνωστό ως η αρχή της Αναρχίας, είναι το καθεστώς που τους κάνει στρατιώτες και η συνταγή που τους κοιμίζει. Η αμείλικτη αυτοεπιείκεια, ανυψωμένη σε τρόπο ζωής, αποτελεί μια συνηθισμένη πρακτική, αγκυρωμένη στη δική της υποκουλτούρα, η οποία έχει λειτουργικά εργαλειοποιήσει την κατάχρηση πολλαπλών ουσιών ως έναν πρωτόγονο μηχανισμό ρύθμισης της πολιτικής εξέλιξης και της πρόκλησης ταραχών εντός του κινήματος. Η ηθική κόλλα που συγκρατεί τον εξεγερτισμό είναι η διαλεκτική προσαρμογή ενός αυταρχικού κώδικα στην λογική και τα μέσα της αντιεξουσίας.
Από πρακτική άποψη, όλα αυτά είναι προς το καλύτερο, δεδομένων των ταλέντων και των ικανοτήτων τους, αλλά γίνονται ανυπόφορα όταν εκτίθενται στην θεμελιώδη πολιτική τους απόφαση: οι εξεγερσιακοί/ές αρνούνται να κάνουν ή να πραγματοποιήσουν ολική κοινωνική επανάσταση. Αρνούνται να εξετάσουν οποιαδήποτε διαδικασία κοινωνικής ή πολιτικής μεταμόρφωσης που να είναι πιο σημαντική από την αόριστη αναστολή της αστικής καθεστηκυίας τάξης, την οποία αντιλαμβάνονται καθαρά ως την εμφάνιση του «τέλους του νόμου». Αυτή η στρατηγική άρνηση αποτελεί το 165 ετών άλλοθι για τους δομικούς περιορισμούς των εξεγερσιακών και τον αυτοεπιλεγμένο ιστορικό τους ρόλο, οι οποίοι μεταδίδονται άμεσα στο ευρύτερο αναρχικό κίνημα μέσω πολιτικής ηγεμονίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας των αντίστοιχων κινημάτων μας, αυτό ήταν απολύτως ικανοποιητικό για τους αναρχικούς. Το κύριο πλεονέκτημά τους έναντι του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος είναι ότι έχουν αποκτήσει πάντα ανεπίσημα, μέσω της κοινωνικής διάδοσης, αυτό που το Κόμμα υποτίθεται ότι πρέπει να επιτύχει για εμάς επίσημα, μέσω της πολιτικής οικοδόμησης.
Στη γενεαλογία των κινημάτων μας την τελευταία δεκαετία, οι «Κόκκινοι Φρουροί [του] Austin» (Red Guards Austin) [6] αντιπροσώπευαν μια δυναμική, ακατάλληλη προσπάθεια επίλυσης αυτής της συγκεκριμένης αντίφασης, η οποία είχε εν μέρει τις ρίζες της στο εξεγερσιακό περιβάλλον της πόλης. Μετά από μια εσωτερική κατάρρευση το προηγούμενο έτος, η οργάνωση που τους διαδέχθηκε επανεμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων του 2020. Οι «Ταξιαρχίες Mike Ramos» είχαν δύο στόχους: να αναστήσουν ένα πολιτικό ύφος που χαρακτηριζόταν από μια αυτοκαταστροφική έμφαση στις οδομαχίες και να συμμετάσχουν στην τοπική ένοπλη εξέγερση ως ικανές πολεμικές δυνάμεις. Όλα κατέληξαν σε καταστροφή. Η ίδια η πρωτοβουλία τους έθαψε οριστικά, και η αποτυχία της παρέσυρε μαζί της το προβλέψιμο μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος των ΗΠΑ. Δεν ήταν τόσο το ότι η καταστροφή των Ταξιαρχιών Mike Ramos «σκότωσε» κυριολεκτικά το κίνημα. Ήταν το ότι το γεγονός σηματοδότησε ένα αποφασιστικό, μοιραίο σημείο, πέρα από το οποίο δεν ήταν πλέον νοητό για τις κομμουνίστριες να προωθούν ρητά ή να παρεμβαίνουν σε αγώνες οποιασδήποτε πραγματικής σημασίας. Οι Ταξιαρχίες απλώς αποτέλεσαν την τελευταία απελπισμένη προσπάθεια.
Μεταξύ 2014 και 2015, οι «Κόκκινοι Φρουροί» αναδύθηκαν από μια καταστροφική διάσπαση στο Νέο Κομμουνιστικό Κόμμα ως η φανατική, βίαιη και ασκητική πτέρυγα μιας ανεξάρτητης μαοϊκής τάσης, η οποία με τη σειρά της προέκυψε στο απόηχο των γεγονότων του Φέργκιουσον και ακολούθησε την αυξανόμενη συχνότητα των αστικών εξεγέρσεων. Το Νέο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν κατάφερε ποτέ να προχωρήσει πέρα από την αυτοαντίληψή του ως «προ-κομματική οργάνωση», πριν καταρρεύσει υπό το βάρος ενός συνήθους μείγματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης και μικροπρεπούς σεχταρισμού. Ήταν μια κατάσταση που απαιτούσε φανατισμό, βία και ασκητισμό ως κατάλληλα διορθωτικά μέτρα. Η αντίδραση ενάντια στην εμπειρία του ΝΚΚ ενστάλαξε μια βασικά ιακωβινική στάση στους Κόκκινους Φρουρούς στα πρώτα τους βήματα, κάτι που τους έκανε να φαίνονται περίεργοι, αλλά και εξαιρετικά πιστοί στις αρχές τους και πειθαρχημένοι για την εποχή.
Το βασικό ιδεολογικό τους εγχείρημα εκείνα τα χρόνια ήταν να διασώσουν γρήγορα και αποτελεσματικά τη «Σκέψη Γκονζάλο» [7] από τη φήμη της ως απόκρυφου τεχνούργημα περιθωριακών διαδικτυακών κοινοτήτων και να τη μετατρέψουν σε προγραμματική πολιτική. Από αυτή την άποψη, το πιο ώριμο PCR-RCP στον Καναδά παρείχε ένα γενικό περίγραμμα για το πώς να γίνει αυτό σε μια ιμπεριαλιστική χώρα [8], αλλά οι Κόκκινοι Φρουροί τελικά αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τα βήματά του. Το αποτέλεσμα του επόμενου ενάμισι έτους εργασίας και εμπειρίας έμοιαζε με μια αδέξια «αμερικανοποίηση» της Γενικής Πολιτικής Γραμμής του Κομμουνιστικού Κόμματος Περού. Ενώ το πρόγραμμα καθιέρωσε την αδιάλλακτη δέσμευσή του στην υλοποίηση των ουσιαστικών συνεισφορών του Δρ. Αμπιμάελ Γκουσμάν, απέτυχε να διατυπώσει οποιοδήποτε είδος πειστικού στρατηγικού οράματος πέρα από ένα κεντρικό αντικείμενο γύρω από το οποίο θα μπορούσε κανείς να συσπειρωθεί: τη μαζική παραγωγή Αμερικανών senderos [9]. Η πρακτική πορεία τους για την επίτευξη αυτού του στόχου αποτέλεσε ένα συνεχιζόμενο πείραμα για την αναμόρφωση των κατοίκων των προαστίων σε μέλη της αδυσώπητης αγροτικής τάξης των Άνδεων.
Ο βαθμός επιτυχίας τους· τα σημαντικά βήματα που έκαναν ως αποτελεσματικοί/ες αντιφασίστες μαχητές και μαχήτριες στις συνεχείς οδομαχίες του 2016 και του 2017· τα πολιτικά πειράματα και οι καινοτόμοι σχηματισμοί που πολλαπλασιάστηκαν υπό την ηγεσία τους εκείνη την περίοδο· ο ρομαντισμός μιας αναδυόμενης επαναστατικής κουλτούρας που ενέπνεε γνήσια φιλικότητα και ζεστασιά μεταξύ των μελών τους – νομιμοποίησαν γρήγορα τις οργανωτικές μεθόδους και το πολιτικό τους ύφος στο Austin. Ο ρυθμός της δουλειάς τους και η ταχύτητα της συνολικής πολιτικής τους εξέλιξης συνέβαλαν σε μια εκτεταμένη αναμόρφωση της επικρατούσας, ριζοσπαστικής πολιτικής κουλτούρας. Αυτό εξασφάλισε στους «Κόκκινους Φρουρούς» ένα βαθμό ηγεμονίας επί των πολιτικών χώρων και του πολιτικού λόγου. Η πολιτιστική και ιδεολογική επιρροή τους μεταξύ των νεαρών ριζοσπαστ(ρι)ών (οι οποίες/οι ήταν τότε σε αφθονία) μετέτρεψε τα πάρτι σε σπίτια και τις DIY συναυλίες σε φυτώρια για γκονζαλικούς φωνακλάδες.
Υπήρχε μια σημαντική πτυχή σε αυτό που επέτρεψε την πολιτική οικοδόμηση από τη βάση προς την κορυφή, η οποία δημιουργήθηκε εν απουσία ενός ισχυρού νεολαιίστικου κινήματος. Η διαδικασία μέσω της οποίας οι νέοι ευρω-αμερικανοί μαοϊκοί έμαθαν να αναλαμβάνουν τον έλεγχο των ζωών τους, βήμα προς βήμα, ήταν η πολιτική εκπαίδευση. Η μεταμόρφωση σε συνειδητή μαχήτρια ήταν, από μόνη της, το έργο που διαπερνούσε το επαναστατικό συλλογικό και αντηχούσε στον κομμουνιστικό ορίζοντα. Υπήρχε μια ηθική γύρω από αυτή την αναδυόμενη επαναστατική συνείδηση που ήταν διαισθητική, αποδεδειγμένη και μεταδοτική στον καθημερινό καπιταλιστικό βίο, η οποία τροφοδοτούσε τη δημοτικότητά της και την ελκυστικότητά της. Μικρές, καθημερινές πράξεις αυτοβελτίωσης που προέρχονταν από συνειδητή πολιτική πρακτική αποτελούσαν αξιόπιστη αιτία για τον ειλικρινή «επαναστατικό ενθουσιασμό» που κινητοποίησε τις τοπικές σκηνές και έκανε την κοινωνική παρουσία των «Κόκκινων Φρουρών» σχεδόν αναπόφευκτη για τα επόμενα δύο χρόνια.
Από στρατηγική άποψη, οι «Κόκκινοι Φρουροί του Austin» ηγούνταν τότε της πολιτικής κατάκτησης των άτυπων κοινωνικών οργάνων, διεισδύοντας σε υποκουλτούρες και γεμίζοντάς τες σταδιακά με στελέχη, σαν μια εχθρική εκδοχή του τρόπου με τον οποίο οι αναρχικοί τείνουν να διαδίδονται. Όσον αφορά τα στελέχη, ήταν μερικές φορές εντελώς αδύνατο να προσδιοριστεί αν οι μυστικές τακτικές τους ήταν πράγματι προμελετημένες ή αν απλώς η πρόθεσή τους συσσωρευόταν με την πάροδο του χρόνου. Η μονομανία που ανέπτυξαν αργότερα για την «κατάκτηση της ηγεμονίας» αποκάλυψε παρόμοιες τακτικές και σχέδια ως σκόπιμα και συστηματικά, τα οποία οι ίδιοι αποκάλυψαν δημοσιεύοντάς τα ως προπαγάνδα. Ο συνωμοτικός χαρακτήρας του θέματος ήταν πάντα κυρίαρχος στη διαμόρφωση των τακτικών τους συνολικά: πρώτα ως κρίσιμη σφήνα σε ασύμμετρο αγώνα, στη συνέχεια ως συντριπτική έκφραση του συνδρόμου πολιορκίας τους.
Το σύστημα που είχε οργανώσει η ηγεσία για την πολιτική ανάπτυξη ήταν αυτό που εμείς, ως δημιουργοί κόμματος τότε, αποκαλούσαμε «εργοστάσιο στελεχών». Στο Austin, όπως φαινόταν να συμβαίνει και αλλού, η στρατολόγηση πραγματοποιούνταν με υπερδραστήριο και συντριπτικό ρυθμό. Οι μαζικές επαφές έφερναν νεοσύλλεκτες, οι νεοσύλλεκτες γίνονταν στελέχη, και τα στελέχη γίνονταν σύνδεσμοι. Οι σύνδεσμοι συναντούσαν τις μαζικές επαφές· οι σύνδεσμοι συναντούσαν τις νεοσύλλεκτες· οι σύνδεσμοι συναντούσαν τα στελέχη· οι σύνδεσμοι έπρεπε να συναντούν άλλους συνδέσμους για να συζητήσουν το έργο των συνδέσμων· οι σύνδεσμοι καλλιεργούσαν νεοσύλλεκτες και στελέχη εκτός δικτύου. (Είχα τουλάχιστον έξι συνδέσμους, πέντε εκ των οποίων ήταν ταυτόχρονα, το 2017, οι οποίοι ήταν ουσιαστικά σε ετοιμότητα, πλήρους απασχόλησης, 7 ημέρες την εβδομάδα. Εγώ ήμουν ένας γενικός μαζικός σύνδεσμος στη δική μου οργάνωση, αρκετές εκατοντάδες μίλια μακριά από οποιονδήποτε από αυτούς.)
Τα στελέχη υπό εκπαίδευση φοιτούσαν στη σχολή στελεχών. Η σχολή στελεχών οργάνωνε δύο προγράμματα: το ένα σε εκπαίδευε στο πώς να μελετάς τα Κόκκινα Κείμενα, τόμοι 1-7, με σιδηρά πειθαρχία· το άλλο σε εκπαίδευε στο να διαπράττεις σειρές μικροεγκλημάτων με την παθητική αδιαφορία ενός 34χρονου αναρχικού, με σιδηρά πειθαρχία. Εκπαίδευση στα όπλα και σκοποβολή: μια διαλείπουσα δοκιμασία. Ασκήσεις και προπονήσεις για τις αντιφασιστικές μονάδες δρόμου. Αυτά μπορούσαν να είναι υποχρεωτικά, ή θα «ενθαρρύνονταν». Δεν θα καταλάβεις καθόλου ότι δεν υπάρχει διαφορά μέχρι να σε καλέσουν να κάνεις κριτική και αυτοκριτική σε μια γενική συνέλευση, μετά τη μισθωτή εργασία σου. Ο σύνδεσμος σου λέει να σπάσεις ένα γαμημένο παράθυρο αυτοκινήτου ενώ περιφέρεσαι χωρίς λόγο – σκέφτηκες λάθος: είναι για να σκληραγωγήσεις την εαυτή σου στην παρανομία. Αναθέσεις σε μαζικές οργανώσεις· εκλογές σε επιτροπές· μόλις έθεσες διαθεσιμότητα για μια ομάδα εργασίας. Δώσε το καλάθι με τα φρούτα στη συμπαθητική ηλικιωμένη κυρία: δουλειά στις μάζες. Η ποσότητα γίνεται ποιότητα, η ποιότητα ποσότητες: περισσότερα, καλύτερα, περισσότερα. Αυτή ήταν μια συστηματική διαδικασία προετοιμασίας σου για μια «κομματική δουλειά» πλήρους απασχόλησης, που σημαίνει ότι όσες υποβάλλονταν σε διαδικασία στελεχοποίησης εκπαιδεύονταν για να παρέχουν «ηγεσία εφ’ όλης της ύλης». Οι περισσότερες νεοσύλλεκτες, όπως φαινόταν, πήγαιναν προς την κατεύθυνση της «στελεχοποίησης» από απλά μέλη.
Την εποχή που έγινε έφοδος στο διαμέρισμα του Jared Roark, κατά τη διάρκεια της οποίας η σύζυγός του δέχτηκε γροθιά στο πρόσωπο από τα γουρούνια και ο ίδιος έσπασε το λαιμό του, η μέση ηλικία μιας «κόκκινης φρουρού» ήταν πιθανώς 19 ή 20 ετών· βρισκόταν σε διαδικασία φυλομετάβασης, παρακολουθούσε μαθήματα και εργαζόταν σε βάρδιες λιγότερο από 40 ώρες στον τομέα της εστίασης, πέρα από την πολιτικοστρατιωτική της πειθαρχία. Η οργάνωση δεν είχε ακόμη αναπτύξει τους πολιτικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιβάλλει τον πειθαρχικό της κώδικα ανεξάρτητα, με κακόβουλο ή τυραννικό τρόπο. Οι πειθαρχικές διαδικασίες είχαν κοινωνικό και εθελοντικό χαρακτήρα. Φυσικά, η πίεση από τα υπόλοιπα μέλη ήταν χειριστική, αλλά όχι καταναγκαστική ούτε βίαιη. Οι «Κόκκινοι Φρουροί» τελικά δεσμεύονταν στην υπηρεσία μόνο από δική τους βούληση. Εκπαιδεύονταν, αναπτύσσονταν και δέχονταν εντολές ως μαχητά ενάντια σε φασιστικές πορείες και διαδηλώσεις. Ο Roark, ένας πονηρός, υπερώριμος αλήτης και πρώην εξεγερσιακός με διαβόητα κακό γούστο, ήταν ιδρυτικό μέλος των «Κόκκινων Φρουρών του Austin» και ο κύριος οργανωτής, αρχηγός ομάδας και διοικητής των φημισμένων μονάδων τους για τις οδομαχίες. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, στην πραγματικότητα, ήταν πολύ καλός διοικητής. Φυλακίστηκε και κατηγορήθηκε για κάποια αδικήματα σχετικά με πυροβόλα όπλα που τον κράτησαν στη φυλακή για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Τις λίγες εβδομάδες που προηγήθηκαν της σύλληψης, οι «Κόκκινοι Φρουροί του Austin» εξοπλίζονταν αρκετά ορατά και δημόσια.
Η έφοδος στο διαμέρισμα του Roark και οι κατηγορίες για τις οποίες καταδικάστηκε ήταν μια απόλυτα στημένη επιχείρηση. Ήταν καλά χρονομετρημένη, εκτελέστηκε άψογα και ήταν κατάλληλα βίαιη για το είδος του μηνύματος που ήθελε να στείλει η Αστυνομία του Austin στους «Κόκκινους Φρουρούς». Υπήρχαν πολλοί εξαιρετικά έξυπνοι άνθρωποι στην RGA. Υπήρχαν όμως και πολλοί ανεπανόρθωτα ηλίθιοι. Όπου και αν ανήκαν, επέμεναν σε μια στενόμυαλη άγνοια των βασικών αρχών ασφάλειας πληροφοριών και της ευρύτερης κουλτούρας ασφάλειας. Η προαναφερθείσα μέση «κόκκινη φρουρός» πιθανότατα δεν γνώριζε ότι η Αστυνομία ήδη ασκούσε εκτεταμένη παρακολούθηση στην οργάνωση· είχε ήδη ευρεία γνώση της δομής και της ιεραρχίας της· είχε ήδη εντοπίσει τα περισσότερα μέλη που άξιζε να στοχοποιήσει όταν έκρινε ότι είναι απαραίτητο· και εκείνη τη στιγμή κατέγραφε και δημιουργούσε αντίγραφα όλων των μηνυμάτων που αποστέλλονταν στις ομαδικές συνομιλίες τους σε πραγματικό χρόνο, και θα συνέχιζε να το κάνει για τα επόμενα πέντε χρόνια εν αγνοία τους. Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είχε ακόμη ούτε την παραμικρή επίγνωση του γεγονότος ότι, στην καλύτερη περίπτωση, οι μπάτσοι είναι πρώτα γκάνγκστερ και «αστυνομία» μετά. Προφανώς, κανένα τους δεν το γνώριζε. Ως αποτέλεσμα, ολόκληρη η οργάνωση κατέρρευσε, καθώς πολλά άτομα έχασαν για λίγο τα μυαλά τους. Η Αστυνομία του Austin (APD) είχε αναδυθεί με αυτή την απόκρυφη δύναμη, εκμεταλλευόμενη την κατάφωρη ανικανότητα, για να προσφέρει στον σύντροφο Dallas την ηρωοποίησή του.
Κατά τη διάρκεια του επόμενου ενάμισι έτους, ο Roark θα εδραίωνε τον λατρευτικό κύκλο γύρω από το πρόσωπό του και θα διαμόρφωνε την προσωπική του δικτατορία. Οι «Κόκκινου Φρουροί του Austin» εξελίχθηκαν στον πολιτικό λατρευτικό κύκλο για τον οποίο είναι γνωστοί, ως αποτέλεσμα ενός ομαδικού ψυχολογικού αμυντικού μηχανισμού ενάντια στις συνέπειες των αδιάκοπων, μη αναγκαστικών λαθών τους. Τα έκαναν μαντάρα, και μετά στράφηκαν ο ένας εναντίον της άλλης, συνήθως βίαια. Η οργάνωση διατήρησε την τοπική της προβολή και τη μεγάλη επιρροή της πάνω στις επαναστατικές συλλογικότητες, επειδή δεν είχε χάσει την υποδομή της στη διαδικασία. Μέσω του Austin, οι οργανώσεις των «Κόκκινων Φρουρών» σταδιακά στρατιωτικοποιήθηκαν εναντίον των ίδιων, γεγονός που πυροδότησε μια εκστρατεία «ένοπλης προπαγάνδας» εναντίον των ρεβιζιονιστών και των σοσιαλφασιστών. Η εκστρατεία «Πάλεψε και Αντιστάσου» δεν προχώρησε ποτέ αρκετά, ούτε διεξήχθη για τους σωστούς λόγους. Οι δράσεις κατέληξαν σε αδέξιες και κακώς υποκινημένες μάχες περιοχών, οι οποίες έπρεπε να δημοσιοποιηθούν και να κυκλοφορήσουν ουσιαστικά για να ικανοποιήσουν την ηγεσία στο Austin.
Οι τελευταίοι μήνες της εκστρατείας πυροδότησαν μια εσωτερική κρίση στα τέλη του 2019. Έπρεπε να αναδιαμορφώσουν πλήρως την εικόνα τους και να ανασυγκροτηθούν δύο φορές μέσα σε διάστημα τριών μηνών. Μέχρι το καλοκαίρι, οι «Ταξιαρχίες Mike Ramos» εμφανίστηκαν με αρκετές νεοσύλλεκτες για να συμμετάσχουν στις πορείες και τις εξεγέρσεις. Προσπάθησαν να μιμηθούν τους προκάτοχούς τους, τους εξεγερσιακούς, και να οργανωθούν σε μονάδες ικανές να αντιμετωπίσουν τα γουρούνια κατά μέτωπο. Δεν ήταν προετοιμασμένες να το κάνουν: ήταν ιστορικά και εμφανώς ανήμπορες να επικρατήσουν έναντι της αστυνομίας, σε οποιαδήποτε μορφή αντιπαράθεσης.
Μια μεσημεριανή πορεία που είχαν οργανώσει με σημαντικό αριθμό ανθρώπων βομβαρδίστηκε εντελώς με δακρυγόνα, προφανώς χωρίς προειδοποίηση, στη μέση της διαδρομής. Οι μπάτσοι κατέλαβαν τα πεζοδρόμια και από τις δύο πλευρές, προχωρώντας σε ομάδες των δύο ή τριών, και σκύβοντας και βουτώντας ανάμεσα σε σειρές παρκαρισμένων αυτοκινήτων για κάλυψη. Εναλλάσσονταν θεαματικά, σκύβοντας ανάμεσα σε προφυλακτήρες ή γέρνοντας πάνω από τα καπό, πυροβολώντας τους μαοϊκούς με άρρυθμες ριπές από πλαστικές σφαίρες 40 χιλιοστών, καθώς εκείνοι έφευγαν τρέχοντας για να γλιτώσουν από τα δακρυγόνα. Δεν έγιναν συλλήψεις: αποτέλεσαν απλώς στόχους για εξάσκηση.
Οι Ταξιαρχίες Mike Ramos τελικά αποστρατεύτηκαν μετά από ένα εξαιρετικά καταστροφικό φιάσκο που αφορούσε τους «Στοχοποιημένους Τρεις», οι οποίοι συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης ελεύθερης δράσης εναντίον πλήθους απαλλοτριωτ(ρι)ών (looters) που έκαναν άνω-κάτω ένα κατάστημα Target στα περίχωρα του Austin. Τρεις πιάστηκαν, και περίπου δέκα διώχθηκαν σε μια κίνηση απόγνωσης από την πλέον πρώην σύζυγο του Roark, επειδή καθυστέρησαν υπερβολικά προσπαθώντας να κάνουν προπαγάνδα και να μοιράσουν φυλλάδια στα απαλλοτριωτά μέσα στο κατάστημα. Ο Roark κατηγόρησε τη σύζυγό του ως δεξιά επειδή εκείνη αποστράτευσε τις Ταξιαρχίες λόγω λογικών ανησυχιών και, αν θυμάμαι σωστά, χώρισε μαζί της εξαιτίας αυτού. Τρία χρόνια αργότερα, ο Roark συνέχιζε την «πάλη γραμμής» του ενάντια στη «δεξιά-οπορτουνιστική γραμμή» —εννοώντας την πρώην σύζυγό του— από το κέντρο επανένταξης από το οποίο είχε αποφυλακιστεί. Ως τελική απόδειξη του κλειστού ναρκισσισμού τους, αρνήθηκαν να αναφέρονται στις εξεγέρσεις ως «Εξεγέρσεις για τον George Floyd». Επέμεναν ότι το όνομα που επινόησαν, «Εξεγέρσεις του Κόκκινου Καλοκαιριού», ήταν πολύ καλύτερο. Ακόμα έτσι τις αποκαλούν. Πάνω από δέκα χρόνια μετά τη γέννησή τους, μοιράζονται τη μοίρα σχεδόν όλων των κομμουνιστικών οργανώσεων της γενιάς τους: οι Κόκκινοι Φρουροί του Austin είναι ένας server στο Discord.
Το ερώτημα του τι κάνουν οι κομμουνίστριες σε μια εξεγερσιακή κατάσταση έχει μια καθιερωμένη απάντηση, για καλό ή για κακό, στην οργάνωση εργατικών πολιτοφυλακών και στη δημιουργία ανταρτικών μονάδων για τη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα, κάτι που κληρονομήσαμε σε μεγάλο βαθμό από την Κομιντέρν. Τουλάχιστον, οι «Κόκκινοι Φρουροί» ήταν η μόνη καθιερωμένη κομμουνιστική δύναμη εκείνο το καλοκαίρι που είχε προετοιμαστεί και ήταν έτοιμη να επανέλθει στις προσπάθειές της να συγκροτήσει μια ανταρτική μονάδα μέσω των «Ταξιαρχιών». Μόνο οι μαοϊκοί/ές έχουν διατηρήσει πραγματικά αυτό το ένστικτο, και εκείνη τη στιγμή, μόνο το Austin ήταν πρόθυμο να το βάλει σε εφαρμογή. Παρά την απόλυτη ήττα και την ασημαντότητά τους, οι Ταξιαρχίες Mike Ramos σχεδιάστηκαν πάνω σε στέρεες ιστορικές και πολιτικές βάσεις ως ανταπόκριση σε μια εξεγερσιακή κατάσταση προς μια κομμουνιστική προοπτική. Ενώ η ουσιαστική επιτυχία των εξεγερσιακών εκείνο το καλοκαίρι προήλθε από την εκπλήρωση του ιστορικού τους ρόλου, στο βαθμό που κατάφεραν να «παίξουν τον ρόλο τους», οι Ταξιαρχίες είχαν συνειδητά προσπαθήσει να φτιάξουν έναν κομμουνιστικό αντίπαλο, του οποίου δεν υπήρχε κανένα αντίστοιχο πέρα από πιο μικρές, τοπικές και κρυφές προσπάθειες. Αυτή ήταν η «παρέμβαση».
Το ευρύτερο ερώτημα για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει εμπίπτει στα συγκεκριμένα όρια των ίδιων των εξεγέρσεων, οι οποίες ξέσπασαν άνισα, τοπικά και συνήθως χωρίς να επικρατούν αιτήματα πέρα από την καταστροφική τους ικανότητα. Υπό αυτή την έννοια, η μορφή τείνει να είναι η λειτουργία: η εξέγερση επικράτησε, αλλά κινήθηκε σε απόσταση από τη διαρκή αντίσταση. Δεν προσφέρθηκε καμία εναλλακτική λύση, αλλά και δεν χρειάστηκε καμία. Το επακόλουθο κύμα αναταραχής που σάρωσε την κοινωνία των Μαύρων, το οποίο τη μεταμόρφωσε, δεν την άλλαξε απαραίτητα προς το καλύτερο, αλλά αποδυνάμωσε και διαστρέβλωσε τη σχέση μεταξύ αυτής και του κράτους. Η νεοαποικιακή ρύθμιση μεταξύ της ευρω-αμερικανικής άρχουσας τάξης και της μαύρης μπουρζουαζίας, η οποία ασκούνταν μέσω της μαύρης μεσαίας τάξης και του λούμπεν προλεταριάτου, κατέρρευσε υπό μια άνευ προηγουμένου κοινωνική αναρχία που έχει καταστήσει ορισμένες περιοχές στα βάθη των κέντρων των πόλεων και των προαστίων ακυβέρνητες μέχρι και σήμερα.
Οι Endnotes και πολλοί από τους βολικούς επαναστατικούς μύθους που αναδύθηκαν μετά την καταστροφή στο Seattle έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τις εξεγέρσεις ως «πολυφυλετικές» και «πολυεθνικές», με τέτοιο τρόπο ώστε να τονίσουν (και να υπερτονίσουν) την κεντρική θέση της συμμετοχής των ευρω-αμερικανικών μαζών στο γενικό κίνημα [10]. Αν και αυτό σίγουρα ίσχυσε για το κίνημα διαμαρτυρίας κατά καιρούς, δεν ήταν αρκετό για να το σώσει από την άμεση κατάληψή του από τη DNC (Πανεθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος). Όταν γίνεται αναφορά σε «λευκούς προλετάριους» που κινούνται μέσα στη δίνη της εξέγερσης, αναφέρονται στους εαυτούς τους ή σε αναρχικούς. Σε αυτό το βαθμό, ήταν εν μέρει κεντρικοί για τον αγώνα, αλλά, κρίσιμα, δεν υπέστησαν τις συνέπειες μέσα στις «εναλλακτικές» ή «ριζοσπαστικές» ομάδες τους της ευρω-αμερικανικής κοινωνίας. Η ευρω-αμερικανική κοινωνία δεν μετασχηματίστηκε με συγκρίσιμο τρόπο επειδή οι ευρω-αμερικανικές μάζες δεν της επιτέθηκαν. Το βάρος και τα όρια των Εξεγέρσεων για τον George Floyd έπεσαν σχεδόν αποκλειστικά στους Νέους Αφρικανούς που έκαναν όλη τη δουλειά, με την ολοκληρωτική τους επίθεση στην αστική τάξη, η οποία απέφερε ορισμένα ανάμεικτα αλλά ιστορικά χρήσιμα αποτελέσματα.
Πέρα από τη Μινεάπολη, οι διάφορες προσπάθειες καταλήψεων απέτυχαν επειδή είχαν ελάχιστη απήχηση στην εξέλιξη ενός αγώνα που χαρακτηριζόταν, αφενός, από ένα λαϊκό δρομίσιο κίνημα που ήταν εξαιρετικά δυναμικό, κινητό και πρακτικά στρατιωτικής φύσης και, από την άλλη, από ένα μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας που ήταν πολύ πιο συντηρητικό, επεκτατικό και συμβατικά πολιτικό. Τελικά, αυτός ο αγώνας καθορίστηκε από τη δυναμική μεταξύ αυτών των δύο πτυχών, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, και από την αίσθηση της ορμής που δημιουργούσε το πρακτικό κίνημα στο εσωτερικό τους. Οι καταλήψεις στους δρόμους από ακτιβιστά και ριζοσπάστριες προσπάθησαν να εκτρέψουν και να αξιοποιήσουν τη δυναμική του γενικού αγώνα, προκειμένου να εδραιώσουν πολιτικά κέρδη που μπορεί να ήταν ή να μην ήταν πραγματικά. Αυτό συνίστατο σε μια διαδικασία εδραίωσης του κινήματος με σκοπό τη διατήρηση της ορμής και του δυναμικού του για κοινωνική μεταμόρφωση. Στην πράξη, αυτό ισοδυναμούσε με τη σύναψη ξεχωριστής ειρήνης με την αστυνομία και με μια πολιτικά αναγκαία εξουδετέρωση του εξεγερσιακού χαρακτήρα του αγώνα, προκειμένου να διατηρηθούν οι καταλήψεις. Στο Seattle, η καθημερινή διατήρηση της «Καταληφθείσας Διαμαρτυρίας του Λόφου του Καπιτωλίου» οδήγησε στη δημιουργία μιας αυτοδιορισμένης, λευκής αστυνομικής δύναμης που πυροβόλησε και σκότωσε δύο μαύρους εφήβους [11]. Οι δολοφόνοι τους τους αποκάλεσαν «τρομοκράτες».
Ο συντριπτικός ενθουσιασμός στην επαναστατική αριστερά συνεχίστηκε και το επόμενο έτος, παρά τη διάλυση ολόκληρου του κινήματος και το προοίμιο της αντεξεγερτικής κυβέρνησης Μπάιντεν. Υποστηριζόταν από μια ακλόνητη πεποίθηση ότι εκείνο το καλοκαίρι είχε εγκαινιάσει έναν νέο ιστορικό νόμο ανάμεσα στις αμερικανικές μάζες, οι οποίες ήταν καταδικασμένες να ανταποκρίνονται στη μόνιμη κρίση του κράτους, της αστυνόμευσης, της πανδημίας και της οικονομίας, κ.λπ., με ταραχές και εξεγέρσεις κάθε επόμενο καλοκαίρι. Όπως κάθε άλλη εξεγερσιακή φάση, άνοιξε διάπλατα την πόρτα σε δυνατότητες και λογικές που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν προς μια επαναστατική κατεύθυνση· ανέτρεψε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν την αστική κοινωνία και τον τρόπο λειτουργίας της, παρά το γεγονός ότι η ανατροπή συχνά εξασθενούσε και τελικά έσβηνε στα εκλογικά τμήματα. Σε όλα όσα εξεγέρθηκαν, υπήρχε μια νέα συνείδηση της πολιτικής και δημιουργικής τους δύναμης. Ενώ το επαναστατικό πάθος συντρίφτηκε από τον βαρύ μηχανισμό των αστικών κομμάτων, η συνείδηση παρέμεινε.
Αυτό που οι επαναστάτ(ρι)ες παρερμήνευσαν ως αναπόφευκτα συμπτώματα της καπιταλιστικής κρίσης, οι μάζες των Νέων Αφρικανών το αντιλήφθηκαν ως όπλα στο λαϊκό οπλοστάσιο. Ως όπλα, οι ταραχές και οι εξεγέρσεις χρησιμοποιούνται, ασκούνται και αποσύρονται την κατάλληλη στιγμή και στον κατάλληλο τόπο της ταξικής πάλης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν σωστό να παραμείνουν στο οπλοστάσιο, αλλά ήταν σκόπιμο ελλείψει μιας επαναστατικής οργάνωσης που θα μπορούσε να αντισταθεί ανεξάρτητα στην αντεξεγερτική στρατηγική. Ωστόσο, όπως είχαν τα πράγματα, η προσωρινή, αποσπασματική ένωση των επαναστατ(ρι)ών και των μαζών οδήγησε από μόνη της σε μια εξεγερσιακή κατάσταση και, σε κάποιο βαθμό, την πραγματοποίησε. Για τις επαναστάτ(ρι)ες, η ευφορία από αυτό ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του λογικού, επί μήνες, κάτι που συνέβαλε στον εφησυχασμό τους, καθώς ανέβαλαν τις πρωτοβουλίες τους.
–
[1] https://fashbusters.wordpress.com/2020/12/30/psl-stalked-doxxed-harassed-steven-powers-accuser/
https://frso-accountability.org/posts/frso-sexual-assault-coverups/
Eπιπλέον καταγγελίες για αντίστοιχες κομμουνιστικές ομάδες σε Αγγλία και ΗΠΑ:
https://www.bannedthought.net/USA/MCU/criticism/MCUCRIT2.pdf
https://www.readtheorchard.org/p/whats-going-on-with-the-communist
[2] Σχετίζεται με τη μαοϊκή έννοια της «γραμμή μαζών» (mass line), δηλαδή τη διαπίστωση ότι, για να πετύχει μια επανάσταση, χρειάζεται άμεση εμπλοκή των κομμουνιστ(ρι)ών στους αγώνες των μαζών, η διαμόρφωση της κομματικής γραμμής με γνώμονα τα συμφέροντά τους και την επιστροφή της κομματικής γραμμής πίσω σε αυτές για το περαιτέρω προχώρημα των αγώνων. https://foreignlanguages.press/wp-content/uploads/2025/06/S25-Writings-on-Organization-3rd-Printing.pdf
[3] Ως έθνος των Νέων Αφρικανών (New Afrikans) αναγνωρίζονται οι Μαύρες/οι της Αμερικής από διάφορες τάσεις της μαύρης ριζοσπαστικής παράδοσης και συνεπώς διεκδικείται δικαίωμα εθνικής αυτοδιάθεσης για αυτές/αυτούς.
[4] Πρόεδρος και αργότερα Γ.Γ. του ΚΚ ΗΠΑ, ο οποίος (δικαίως) έχει χαρακτηριστεί ρατσιστής και ρεβιζιονιστής από συγκεκριμένες ριζοσπαστικές τάσεις: «Ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ρόλο διαδραμάτισε ο Γουίλιαμ Ζ. Φόστερ, ο κύριος ηγέτης της απεργίας. Ήταν ένας από τους κορυφαίους «σοσιαλιστές» συνδικαλιστές της εποχής, και το 1920 θα γινόταν ηγέτης στο νέο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. Από τότε και μέχρι το θάνατό του θα αποτελούσε ηγετική μορφή του «κομμουνισμού» των εποίκων. Ακόμη και σήμερα, στους νεοσύλλεκτους του ΚΚ ΗΠΑ και των οργανώσεων που ακολουθούν την «Σκέψη Μάο Τσε Τουνγκ» συχνά τους λένε να «μελετήσουν» τα γραπτά του Φόστερ προκειμένου να μάθουν για την οργάνωση των εργατών.
Ο Γουίλιαμ Ζ. Φόστερ είχε, όπως λέει η παροιμία, «μετατρέψει τη νίκη σε ήττα». Ο Φόστερ στήριξε την απεργία των συνδικάτων της A.F.L., παρά το αποδεδειγμένο ιστορικό προδοσίας και εχθρότητάς τους απέναντι στις προλεταριακές μάζες. Αυτό και μόνο εγγυόταν την ήττα. Ενθάρρυνε το αίσθημα της λευκής υπεροχής και έτσι ένωσε τα ειλικρινή στοιχεία με τα πιο αντιδραστικά. Παρά τη μεγάλη λαϊκή υποστήριξη για μια πανεθνική απεργία και τα οργισμένα συναισθήματα των πιο εκμεταλλευόμενων χαλυβουργών, ο Φόστερ και οι άλλοι ηγέτες της A.F.L. σαμποτάρισαν την απεργία τόσο ώστε αυτή να οδηγηθεί στην ήττα. Το μόνο «έξυπνο» πράγμα που έκανε ήταν να συγκαλύψει τις οπορτουνιστικές πολιτικές του ακολουθητισμού προς τους καπιταλιστές μέσω της αξιοποίησης των Αφρικανών ως αποδιοπομπαίων τράγων.
Στην εξιστόρησή του για την απεργία του 1920, ο Φόστερ (ο υποτιθέμενος «κομμουνιστής») επανέλαβε το ψέμα ότι οι Αφρικανοί εργάτες είχαν «ταχθεί στο πλευρό των αφεντικών». Μάλιστα, ο Φόστερ ανέφερε ακόμη ότι, όσον αφορά την επίλυση των διαφορών μεταξύ των ευρω-αμερικανών και των Αφρικανών εργατών, «ο Νέγρος έχει το πιο δύσκολο ρόλο», καθώς ο Αφρικανός εργάτης γινόταν «επαγγελματίας απεργοσπάστης». Και οι μαχητικοί λευκοί εργάτες γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν σε έναν «επαγγελματία απεργοσπάστη».
Η ρητορική του Φόστερ, που θύμιζε όχλο λιντσαρίσματος, περιοριζόταν μόνο από την τυπικότητα που αναμενόταν από έναν ευρω-αμερικανό «κομμουνιστή» ηγέτη. Το μήνυμά του υπέρ της λευκής υπεροχής ήταν πανομοιότυπο, αλλά πιο ευγενικά συγκαλυμμένο, από τις χυδαίες φωνές της Κου Κλουξ Κλαν. Προειδοποίησε ότι οι καπιταλιστές προετοίμαζαν τους Αφρικανούς ως «φυλή απεργοσπαστών, με τους οποίους θα κρατούσαν υπό έλεγχο τους λευκούς εργάτες· με την ίδια σχεδόν αρχή που οι Τσάροι χρησιμοποιούσαν τους Κοζάκους για να διατηρούν υπό υποταγή τον υπόλοιπο ρωσικό λαό». Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πώς ο Φόστερ έγινε ένας τόσο δημοφιλής ηγέτης μεταξύ των εποίκων εργατών.» https://readsettlers.org/ch6.html
[5] Η συγγραφέας αναφέρεται στο ρεύμα του εξεγερσιακού αναρχισμού (insurrectionary anarchism).
[6] Αναλυτικές βιωματικές εξιστορήσεις και μαρτυρίες από πρώην μέλη της οργάνωσης για την πολλαπλή κακοποίηση που υπέστησαν: https://maoistcultexposed.wordpress.com/stories-and-research/
Σχετικό άρθρο:
https://www.thedailybeast.com/ex-members-of-the-red-guards-maoist-clique-say-it-was-a-cult/
[7] Οι θεωρίες του Δρ. Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ή αλλιώς Προέδρου Γκονζάλο, του ΚΚΠ, τις οποίες δογματικά υιοθέτησαν τα μέλη των Red Guards.
[8] Το PCR-RCP ήταν μαοϊκό κόμμα στον Καναδά το οποίο ενεπλάκη άμεσα σε ένα σύνολο από αντιαποικιακούς, εργατικούς και φεμινιστικούς αγώνες εγχώρια, ενώ διεθνώς κατάφερε να επηρεάσει και άλλα τμήματα του μαοϊκού κινήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που το διέκρινε από την υπόλοιπη καναδική αριστερά ήταν η επιλογή του να συμμετάσχει στα οδοφράγματα των ιθαγενών Wet’suwet’en ενάντια στον αγωγό Coastal GasLink, τον Γενάρη–Μάρτη του 2020. https://kersplebedeb.com/posts/the-politics-of-the-blockade-by-devin-zane-shaw/
[9] senderistas ή senderos/senderas ήταν οι μαχητές και οι μαχήτριες του ΚΚΠ
[10] Ανάλυση που φιλοξενήθηκε στο περιοδικό Endnotes κατέληγε να ακυρώνει αναδρομικά ολόκληρη τη ριζοσπαστική ιστορία των Μαύρων, λόγω της «αποτυχίας» της Εξέγερσης για τον George Floyd να ανατρέψει ολοκληρωτικά την καθεστηκυία τάξη: «Ο Μαύρος Μαρξισμός, ο Αφροπεσιμισμός, ο Μαύρος Αναρχισμός και ο Μαύρος Φεμινισμός έχουν όλα δοκιμαστεί σε αυτή την εξέγερση και έχουν όλα αποτύχει. Οι εν λόγω θεωρίες είχαν ελάχιστη ή και καμία σοβαρή επίδραση στο Μαύρο προλεταριάτο.» https://www.endnotes.org.uk/dossiers/that-summer-feeling/05-shemon-salam-lost-in-the-american-wasteland
[11] «Ένα άλλο θύμα πυροβολισμού, ο DeJuan Young, δήλωσε στο KIRO 7 ότι μια ομάδα ανδρών τον πυροβόλησε έξω από τη ζώνη διαμαρτυρίας, κοντά στη διασταύρωση της 11ης Οδού με την οδό Pike. Ο Young δήλωσε στο KIRO 7: «Βασικά, με πυροβόλησαν… δεν είμαι σίγουρος αν ήταν οι “Proud Boys” ή η KKK. Αλλά αυτό που είπαν ήταν “κρατήστε αυτόν τον ‘N—–’” και με πυροβόλησαν».» https://www.kuow.org/podcast/newsroom/2020-06-29/shooting-in-seattle-s-chop-leaves-one-man-dead-one-wounded
media:
9de13d1c-b686-4681-a26d-4aef481a5a36_5472x3648.jpg
