Αποτελώντας την κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν πάνω από το 99% του συνόλου των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, στηρίζοντας το 84,6% της απασχόλησης στην οικονομία των επιχειρήσεων, δηλαδή πάνω από 8 στους 10 εργαζόμενους. Δικαίως χαρακτηρίζονται πλέον «δομικό στοιχείο του παραγωγικού ιστού» αφού βάσει των τελευταίων εκτιμήσεων για το 2025 στην Ελλάδα αντιστοιχούν 97 ΜμΕ ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 75 στην Ε.Ε. των 27, με το 58,3% της προστιθέμενης αξίας.
Ποια είναι όμως η πραγματική εικόνα; Σύμφωνα με την εξαμηνιαία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το α’ εξάμηνο του 2026, αποτυπώνεται ένα περιβάλλον μικρών επιχειρήσεων που σταθεροποιείται σε χαμηλά επίπεδα, χωρίς ουσιαστική ανάκαμψη. Το λειτουργικό κόστος παραμένει ίσως ο μεγαλύτερος αντίπαλος αφού προκύπτει ότι πάνω από επτά στις δέκα επιχειρήσεις, ανά κατηγορία, πληρώνουν ακριβότερα ρεύμα, καύσιμα και πρώτες ύλες, με μεσοσταθμικές αυξήσεις της τάξης του 25% έναντι του 2025. Η ρευστότητα μειώνεται για σχεδόν μία στις δύο, ενώ περισσότερες από μία στις πέντε δεν διαθέτουν κανένα ταμειακό απόθεμα. Τρεις στις δέκα εμφανίζουν τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Δεν είναι τυχαίο ότι οκτώ στις δέκα κρίνουν ανεπαρκή τα μέτρα για την ακρίβεια, ανεξαρτήτως κλάδου, μεγέθους ή περιοχής.
Το πιο αποκαλυπτικό όμως εύρημα αφορά τη σχέση τους με τα αναπτυξιακά εργαλεία. Στην έρευνα του α’ εξαμήνου 2025, μόλις το 17,1% είχε απευθυνθεί σε τράπεζα κατά την προηγούμενη τριετία και μόλις το 6% επωφελήθηκε από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ, βάσει έρευνας Φεβρουαρίου 2026 για το β’ εξάμηνο 2025, το 89,4% των επιχειρήσεων που πραγματοποίησαν επενδύσεις χρησιμοποίησε ίδια κεφάλαια, με μόλις 4,8% να αξιοποιεί προγράμματα όπως το ΕΣΠΑ, και οι περισσότερες δεν ξεπερνούν τις 10.000 ευρώ.
Οποια μικρή επιχείρηση προσπάθησε να ενταχθεί σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα γνωρίζει ότι άλλο η τυπική επιλεξιμότητα, άλλο η πραγματική δυνατότητα συμμετοχής. Ακόμα και όταν μια επιχείρηση είναι τυπικά επιλέξιμη, στην πράξη, ανάμεσα στην επιχείρηση και στους πόρους υψώνονται αθέατα τείχη. Υψηλά κατώφλια, διοικητική πολυπλοκότητα, απαίτηση προχρηματοδότησης, τραπεζικά φίλτρα, κριτήρια που κοιτούν το παρελθόν αντί να δίνουν βαρύτητα στη δυναμική ανάπτυξης της εκάστοτε επιχείρησης. Ετσι μένουν εκτός χρηματοδοτικών προγραμμάτων ακριβώς όσες έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης. Οι πόροι υπάρχουν, αλλά δεν εξασφαλίζουν επαρκή πρόσβαση στο 99%.
Δεν χρειάζονται λοιπόν αποσπασματικές εξαγγελίες, αλλά συνεκτική εθνική αναπτυξιακή πολιτική με τέσσερις καθαρές προτεραιότητες.
Πρώτον, δίκαιο φορολογικό σύστημα που σέβεται την πραγματικότητα της μικρής επιχείρησης. Φορολόγηση σε πραγματικά εισοδήματα. Κατάργηση της προκαταβολής φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις και μείωσή της για τα νομικά πρόσωπα, ώστε οι επιχειρήσεις να μην προκαταβάλλουν φόρο για εισόδημα που δεν έχει αποκτηθεί. Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, επιβάρυνσης ανεξάρτητης από την πραγματική κερδοφορία.
Δεύτερον, ρεαλιστική διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Νέα ρύθμιση 120 δόσεων για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές, με διαγραφή προσαυξήσεων, ώστε επιχειρήσεις που άντεξαν μνημόνια, πανδημία, ενεργειακή και πληθωριστική κρίση να σταθούν ξανά όρθιες, και πραγματική δεύτερη ευκαιρία για όσους έχασαν τα πάντα στα χρόνια της κρίσης μέσω ανάκτησης ενημερότητας και διαγραφής από τον «Τειρεσία» των συνεπών.
Τρίτον, χρηματοδότηση σχεδιασμένη για το πραγματικό μέγεθος των επιχειρήσεων. Κατεύθυνση ποσοστού των ευρωπαϊκών προγραμμάτων αποκλειστικά στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, χαμηλότερα κατώφλια και απλούστερες διαδικασίες, αξιολόγηση με βάση την προοπτική ανάπτυξης και όχι μόνο βάσει οικονομικών στοιχείων του παρελθόντος και μόνιμοι μηχανισμοί καθοδήγησης και υποστήριξης. Υιοθέτηση ουσιαστικών και ειδικών διαδικασιών ώστε πριν από κάθε νέα ρύθμιση να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό της η ενδεχόμενη επίπτωση που θα έχει στη λειτουργία και στη ρευστότητα των μικρών επιχειρήσεων.
Τέταρτον, μέτωπο στο λειτουργικό κόστος, με προτεραιότητα την ενέργεια, αφού είναι ενδεικτικό της κατάστασης ότι σε ορισμένους κλάδους το ρεύμα κοστίζει πολλαπλάσια από το 2021. Μακροχρόνια συμβόλαια ενέργειας με σταθερές τιμές ώστε η επιχείρηση να γνωρίζει το κόστος της πριν επενδύσει και διαφάνεια στην αγορά ρεύματος.
Η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας δεν μπορεί να είναι κατάλογος μεμονωμένων μέτρων, πρέπει να απορρέει από μια συνολική αναπτυξιακή στρατηγική. Με κέντρα εφαρμοσμένης τεχνολογίας σε κάθε περιφέρεια, ανοιχτά και στη μικρή επιχείρηση. Με σύνδεση των μικρομεσαίων με τις μεγάλες επενδύσεις. Με ευέλικτα εργαλεία χρηματοδότησης, προσαρμοσμένα στις ανάγκες και στο μέγεθός τους. Με στήριξη στην προσαρμογή τους στις αλλαγές του ρυθμιστικού περιβάλλοντος και απλούστευση των διαδικασιών. Και με θεσμοθετημένες δράσεις ψηφιακής ανάπτυξης και στήριξη των συνεργατικών σχημάτων.
Η στήριξη της μικρής επιχείρησης και εν γένει της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Προστατεύει την απασχόληση, στηρίζει οικογένειες, συμβάλλει στην τοπική ανάπτυξη και δίνει στους νέους τη δυνατότητα να δημιουργήσουν στον τόπο τους. Παρά τις διαδοχικές κρίσεις από το 2010, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα παραμένει κεντρικό στοιχείο της οικονομίας. Αυτό που της οφείλει πλέον η πολιτεία είναι προοπτική. Αποτελεί πρωταρχική δέσμευση η μικρομεσαία επιχείρηση να έχει ουσιαστική θέση στο αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας και πραγματική συμμετοχή στα οφέλη της ανάπτυξης.
*Αναπληρωτής Τομεάρχης Ανάπτυξης, Επιχειρηματικότητας και Εμπορίου ΕΛΑΣ
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
