25/06/2026 12:48 πμ.
Στις 24 Ιουνίου 1894 ο Αναρχικός Σάντε Καζέριο μαχαιρώνει θανάσιμα τον Πρόεδρο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας Σαντί Καρνό, για να εκδικηθεί τις εκτελέσεις των αναρχικών Auguste Vaillant και Emile Henry
Στις 8 Σεπτεμβρίου το 1873 γεννιέται ένα από τα πιο σπάνια και όμορφα λουλούδια του αναρχικού κινήματος ο Σάντε Τζερόνιμο Καζέριο, Ιταλός Αναρχικός φούρναρης, όπου στις 24 Ιουνίου 1894 μετά από ένα συμπόσιο, μαχαιρώνει θανάσιμα τον Πρόεδρο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας Σαντί Καρνό, για να εκδικηθεί τις εκτελέσεις των αναρχικών βομβιστών Auguste Vaillant και Emile Henry… Ο Καζέριο γεννήθηκε στο Μότα Βισκόντι (MottaVisconti) της Λομβαρδίας από φτωχή και πολύτεκνη αγροτική οικογένεια και ορφάνεψε μικρός από πατέρα, με αποτέλεσμα να φύγει μόλις 10 ετών παιδί για να αναζητήσει την τύχη του στο Μιλάνο, όπου έπιασε δουλειά σε ένα αρτοποιείο. Στην εφηβεία του ήλθε σε επαφή με τους αναρχικούς κύκλους της πόλης και τελικά, μετά την στρατιωτική του θητεία, προσχώρησε το 1891 στην ομάδα “Apè”, έπειτα από την πρώτη στην Ιταλία και ματωμένη εργατική πρωτομαγιά της Πιάτσα Σάντα Κρότσε (PiazzaSantaCroce) της Ρώμης. Σπούδασε μόνος του, βοηθούμενος από την σοσιαλίστρια δασκάλα και ποιήτρια Νέγκρι (AdaNegri, 1870 – 1945). Ανέπτυξε φιλική σχέση με τον αναρχικό Πιέτρο Γκόρι, ο οποίος μεταξύ άλλων σε κείμενά του έχει περιγράψει τον Καζέριο να μοιράζει ψωμί και αναρχικά φυλλάδια, τυπωμένα με δική του δαπάνη, σε ανέργους που έβρισκε έξω απο το τοπικό συνδικαλοστικό κέντρο. Ο νεαρός αναρχικός έμενε σ’ ένα δώμα που είχε νοικιάσει και συνήθιζε να σπιτώνει άστεγους συντρόφους τα βράδια, όσο ο ίδιος έβγαζε νυχτοκάματο στο φούρνο. Συνελήφθη για πρώτη φορά τον Απρίλη του 1892, επειδή είχε διανείμει σε στρατιώτες έναν αντιμιλιταριστικό διάλογο. Καταδικάστηκε, αλλά αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος. Στα 19 του ωστόσο κλήθηκε στο στρατό κι αμέσως λιποτάκτησε προς την Ελβετία.
Tο κύμα τρομοκρατίας που σάρωσε τη Γαλλία ξεκίνησε από το 1892 έως το 1894. Με όπλα τη δυναμίτιδα και τις βόμβες, οι αναρχικοί επιτίθενται κατά των αστών σε καφενεία, δημόσιους χώρους, ακόμα και μέσα στο Γαλλικό Κοινοβούλιο. Ο διασημότερος αναρχικός της εποχής αυτής είναι ο περιβόητος Ραβασόλ, ο οποίος, καταδικασθείς, καρατομήθηκε στην γκολοτίνα. Οι σύντροφοί του τον αποκαλούσαν “ο Χριστός της βίας” επειδή ήταν 33 χρόνων. Στη Γαλλία, όπου κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού ζούσε στα όρια της επιβίωσης, δεν έλειψαν οι αναρχικές ομάδες, οι οποίες δεν περιορίστηκαν στην έκδοση εφημερίδων και σε ιδεολογικές συζητήσεις, αλλά προχώρησαν και στην εκδήλωση βίαιων πολιτικών ενεργειών που κινούνται στις παρυφές του σημερινού εννοιολογικού προσδιορισμού της τρομοκρατίας. Γνωστοί αναρχικοί της εποχής εκείνης, οι οποίοι είχαν την τύχη του Ραβασόλ, ήταν οι νεαροί Εμίλ Ανρύ, Ωγκύστ Βαγιάν (και ο Ιταλός Σάντε Καζέριο). Ο Ωγκύστ Βαγιάν, ο οποίος απελπισμένος από την οικονομική εξαθλίωση τοποθέτησε μια αυτοσχέδια βόμβα στο γαλλικό κοινοβούλιο, αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι δεν θα κινδύνευε κάποια ανθρώπινη ζωή, καθώς στόχος της ενέργειάς του ήταν η διαμαρτυρία για την οικονομική ανέχεια και όχι η αφαίρεση ανθρώπινων ζωών. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις πραγματικά άθλιες συνθήκες διαβίωσης εκτεταμένων τμημάτων του πληθυσμού, προκάλεσε ένα πρωτόγνωρο κύμα συμπάθειας προς το πρόσωπό του από τη γαλλική κοινωνία, ενώ από πολλές εφημερίδες χαρακτηρίστηκε ως “ο μοναδικός άνθρωπος που μπήκε με καλές προθέσεις στη βουλή”. Δεν έλειψαν μάλιστα και απρόσμενοι σύμμαχοι προς το πρόσωπό του, όπως πολλοί αριστοκράτες, με κορυφαία ίσως την δούκισσα ντ’ Υζές, η οποία προσφέρθηκε μάλιστα να συνδράμει γενναία οικονομικά την οικογένεια του Βαγιάν. Η κυβέρνηση του Μαρί Φρανσουά Σαντί Καρνό ωστόσο, δεν έδειξε την ίδια διαλλακτικότητα, αλλά εξαπέλυσε ένα πραγματικό πογκρόμ εναντίον κάθε αναρχικής ομάδας ή εφημερίδας. Ο Βαγιάν μάλιστα κατά κυβερνητική υπόδειξη καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε, παρόλο που από την ενέργεια του δεν είχαν προκληθεί θύματα, αποτελώντας έτσι τον πρώτο Γάλλο στον οποίο επεβλήθη τον 19ο αιώνα η εσχάτη των ποινών, χωρίς ο ίδιος να είναι ένοχος δολοφονίας. Ακολούθησε ένα πραγματικό μπαράζ βομβιστικών ενεργειών από αναρχικές οργανώσεις, κυρίως σε θέατρα και ακριβά εστιατόρια και καφέ όπου σύχναζε η γαλλική αριστοκρατία. Δεν έλειψαν ωστόσο και οι περιπτώσεις επιθέσεων που δεν στόχευαν σε μέλη υψηλών τάξεων της κοινωνικής ιεραρχίας, όπως η τοποθέτηση βόμβας από τον Εμίλ Ανρύ στο καφέ του σταθμού Σαιν Λαζάρ το 1894, με το αιτιολογικό ότι “οι μικροαστοί είναι πιο αντιδραστικοί ακόμα και από τα αφεντικά τους. Η μάζα των καλών μικροαστών μισεί τους φτωχούς και παίρνει το μέρος των ισχυρών. Τέτοια ήταν η πελατεία του καφέ που έριξα τη βόμβα…”. Εκείνη την εποχή, οι συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης ήταν απολύτως άθλιες σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις σπαταλούσαν τεράστια ποσά και ανθρώπινες ζωές σε αποικιοκρατικές εκστρατείες. Σε ολόκληρη την ήπειρο ξέσπασαν πολυάριθμες επιθέσεις εναντίον του καπιταλιστικού και εξουσιαστικού κατεστημένου, αλλά κυρίως στη Γαλλία οι αναρχικοί προκάλεσαν αιματοχυσία στους αστούς. Ο γαλλικός αναρχισμός, στερούμενος του ισχυρού αντιμοναρχικού κινήτρου που χαρακτήριζε τον ιταλικό και τον ισπανικό αναρχισμό, περιελάμβανε μια σειρά επιθέσεων εναντίον της αστικής κοινωνίας και των θεσμών της Γαλλικής Δημοκρατίας
Αποκορύφωμα της βίαιης αντιπαράθεσης των αναρχικών με τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας αποτέλεσε η δολοφονία του ίδιου του πρωθυπουργού Καρνό, από τον εικοσιενός μόλις ετών ιταλό αναρχικό, Σάντε Τζερόνιμο Καζέριο, που είχε καταφύγει στη Γαλλία. Την 24η Ιουνίου 1894, στα εγκαίνια της “Παγκόσμιας Έκθεσης” της Λυόν, ο Καζέριο επιτέθηκε στην άμαξα του Καρνό και τον τραυμάτισε θανάσιμα, καρφώνοντας ένα μαχαίρι, που ήταν βαμμένο συμβολικά κόκκινο και μαύρο, στην καρδιά του πρωθυπουργού. Ο ντροπαλός και εργατικός Καζέριο χτύπησε την ίδια την καρδιά της πολιτικής εξουσίας, το πιο περίβλεπτο σύμβολο της γαλλικής αστικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό της ψυχοσύνθεσης του είναι ότι ο δεν προσπάθησε καν να διαφύγει, αλλά έμεινε δίπλα στην άμαξα φωνάζοντας: “Ζήτω η Επανάσταση! Ζήτω η Αναρχία!”, μέχρι που συνελήφθη, ενώ το αγριεμένο πλήθος, μόλις πληροφορήθηκε την ιταλική καταγωγή του δράστη, επιδόθηκε στην συλλήβδην καταστροφή και πυρπόληση των καταστημάτων των οποίων οι ιδιοκτήτες ήταν Ιταλοί.
Ως βασικά κίνητρα για την πράξη του ο Καζέριο κατονόμασε την σαφώς αντιεργατική πολιτική του Καρνό, ο οποίος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της βίαιης διάλυσης κάθε οργανωμένης εργατικής διεκδίκησης, αλλά και την επιθυμία του να προβεί σε αντίποινα για την επιβολή της θανατικής καταδίκης στον Βαγιάν και τον Ανρύ και την επίμονη άρνηση του πρωθυπουργού να τους απονείμει χάρη. Αρχικά από της γαλλικές αρχές του αποδόθηκε η εικόνα ενός διανοητικά διαταραγμένου ατόμου, που δεν είχε συναίσθηση της πράξης που είχε τελέσει, ενώ στο διάστημα μέχρι τη δίκη του, υπεβλήθη σε πολύ σκληρά βασανιστήρια προκειμένου να αποκαλύψει τα ονόματα κι άλλων αναρχικών. Με τη στάση του στη δίκη διέλυσε την εικόνα του ψυχικά διαταραγμένου που είχε αρχίσει να δημιουργείται. Δεν προσπάθησε ποτέ να αρνηθεί τις πράξεις του ή να ζητήσει έλεος από τους δικαστές. Του δόθηκε η ευκαιρία να χαρακτηριστει παράφρονας, με αντάλλαγμα να δώσει τα ονόματα μερικών από τους συνεργούς του, αλλά αρνήθηκε. Είπε στην αστυνομία “Ο Καζέριο είναι αρτοποιός, δεν είναι ρουφιανος! ” Στη δίκη του, ο Καζέριο περιέγραψε τη δολοφονία λεπτομερώς: “Άκουσα την «Μασσαλιώτιδα» και τις κραυγές των «Vive Carnot!» Είδα το ιππικό να ανεβαίνει. Κατάλαβα ότι είχε έρθει η στιγμή και έμεινα έτοιμος. Βλέποντας την άμαξα του Προέδρου, τράβηξα το στιλέτο μου και πέταξα το θηκάρι. Τότε, όταν τον είδα να περνάει από δίπλα μου ανέβηκα πάνω στην άμαξα και με το δεξί μου χέρι έχωσα το στιλέτο στο στήθος του Προέδρου. Οι σκλάβοι που πέφτουν για ύπνο υπό τον ίδιο τους τον ζυγό, δεχόμενοι χτυπήματα και καθημερινούς εξευτελισμούς, που βρίσκουν παρηγοριά παίζοντας χαρτιά ή κάτι άλλο τις Κυριακές, δεν μου προκαλούν τίποτα άλλο παρά περιφρόνηση. Είναι χάρη σε αυτούς που οι κυβερνώντες ατιμώρητα απολαμβάνουν το να μας καταπιέζουν και τα αφεντικά να μας εκμεταλλεύονται. Αν οι άνθρωποι ενώνονταν για να μαθαίνουν, να συζητούν, να κατανοούν ο ένας τον άλλον και να προετοιμάζονται έστω και για μικρές απαιτήσεις αντί να πνίγουν τις λύπες τους και τα ελάχιστα χρήματά τους στο κρασί και τα παίγνια, τότε αυτοί που μας κυβερνούν, μας εκμεταλλεύονται και μας δικάζουν δεν θα ήταν τόσο αλαζόνες. ‘Οταν η πολιτική εξουσία επιστρατεύει εναντίον μας τα όπλα, τις αλυσίδες και τα μπουντρούμια, τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι αναρχικοί για να υπερασπιστούμε τις ζωές μας, να κάτσουμε μήπως κλεισμένοι στα σπίτια μας; Όχι βέβαια. Αντίθετα, θα της απαντάμε με τον δυναμίτη, την βόμβα το στιλέτο και το μαχαίρι. Με άλλα λόγια οφείλουμε να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να καταστρέψουμε την πλουτοκρατία και τις κυβερνήσεις της. Η πατρίδα δεν υπάρχει για εμάς τους φτωχούς εργάτες. Η πατρίδα για εμάς είναι ολόκληρος ο κόσμος… εσείς είστε οι εκπρόσωποι της αστικής κοινωνίας, κύριοι ένορκοι· αν θέλετε το κεφάλι μου, πάρτε το· αλλά μην νομίζετε ότι με αυτό θα σταματήσετε την αναρχική προπαγάνδα”. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Χάριτος αποφάσισε ενάντια σε όλες τις εκκλήσεις για επιείκεια και στις 14 Αυγούστου αποφάσισε την θανατική του ποινή. Ο Καζέριο εκτελέστηκε στην γκιλοτίνα στη Λυών στις 5 π.μ., στις 16 Αυγούστου του 1894. Ήταν μόλις 21 ετών.. Μπροστά από τη γκιλοτίνα, κοίταξε τον δήμιο με προκλητικό βλέμμα και φώναξε “Coraggio cugini – evviva l’anarchia! – Κουράγιο Σύντροφοι, Ζήτω η Αναρχία!” αντίκρυ στον ήλιο. Ήταν ο τελευταίος του χαιρετισμός προς το ιδανικό που ήταν η μοναδική χαρά της σύντομης ζωής του…
Αυτό ήταν το τελευταίο εντυπωσιακό γεγονός του κύματος αναρχικών επιθέσεων που σάρωσε τη Γαλλία τη δεκαετία του 1890.
Μετά το 1894 η δράση ατομικής βίας των αναρχικών υποχώρησε και κάποια αναζωπύρωση υπήρξε την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, η οποία “εξετράπη” σε ληστείες, όπως συνέβη με τον Ζυλ Μπονό και τη συμμορία του.
https://trohia.espivblogs.net/2026/06/24/
