Κι όμως, το άρθρο 23 του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών που ψηφίζεται σήμερα στη Βουλή, είχε… δράκο. Οσα προέβλεπε ήταν πολύ σημαντικά – και επομένως ήταν απόλυτα δικαιολογημένες οι οξείες αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το κίνητρο του υπουργείου Οικονομικών να προωθήσει προς ψήφιση αυτό το άρθρο δεν ήταν αθώο. Αντίθετα, επρόκειτο για ένα ακόμη θεσμικό βήμα προς την πλήρη θωράκιση των servicers, την πλήρη «απελευθέρωσή» τους από νομικά εμπόδια και δεσμεύσεις, ώστε να προχωρήσουν με τη «δέουσα» ταχύτητα οι πλειστηριασμοί ακινήτων, περιλαμβανομένων και κατοικιών.
Γιατί είναι «απαραίτητοι» οι πλειστηριασμοί; Διότι οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη τούς κατέστησαν «απαραίτητους». Στη συνέχεια του «Ηρακλή», του νόμου με τον οποίο οι τράπεζες απαλλάχθηκαν από δεκάδες δισ. ευρώ «κόκκινων» δανείων που εξαγοράστηκαν από funds και μεταβιβάστηκαν στους servicers, υπήρξε καταιγισμός ρυθμίσεων που διευκόλυναν τους servicers στην άσκηση καταχρηστικών πρακτικών σε βάρος των δανειοληπτών. Με διατάξεις νόμων του 2020 και του 2023 οι servicers «θωρακίστηκαν», ενώ το 2025 έγινε μεγάλη κινητοποίηση και συντονισμένη προσπάθεια από το υπουργείο Οικονομικών, τον ΟΔΔΗΧ, την Τράπεζα της Ελλάδος και το υπουργείο… Δικαιοσύνης ώστε να ληφθούν μέτρα για την επιτάχυνση των πλειστηριασμών. (βλέπε «Εφ.Συν.» 2/11, «Αρθρο 23: στην υπηρεσία των servicers οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη»).
Γιατί «απαιτούνται» πλειστηριασμοί;
Ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας, που έχει μιλήσει δημόσια για τη σημασία των πλειστηριασμών, γνωρίζει, όπως και το υπουργείο Οικονομικών, την απάντηση. Για να γίνει απόλυτα κατανοητή, πρέπει να διηγηθούμε εν συντομία μια μικρή «ιστορία».
Ο θεσμικός ρόλος των servicers καθιερώθηκε με τον ν. 4354/2015. Ο νόμος αυτός θεσμοθέτησε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), με αδειοδότηση και εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Στη συνέχεια, ήρθε ο αρχικός νόμος του «Ηρακλή» (ν. 4649/2019), ο οποίος δημιούργησε το πλαίσιο κρατικών εγγυήσεων για τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων, στο οποίο οι servicers απέκτησαν κεντρικό ρόλο.
Στο πλαίσιο αυτού του δεύτερου νόμου, προβλέπεται ότι οι servicers καταθέτουν business plans, τα οποία οφείλουν να τηρούν επί ποινή, αν υπάρξουν μεγάλες αποκλίσεις, να χάσουν την άδειά τους και να αντικατασταθούν.
Τι γίνεται όμως αν τα business plans αποτύχουν; Τότε εμφανίζεται ο κίνδυνος να εκπέσουν εγγυήσεις που έχει δώσει το Δημόσιο. Ο μηχανισμός του προγράμματος «Ηρακλής» προέβλεπε ότι από τα έσοδα των servicers θα αποπληρώνονται τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes) που εκδίδονται κατά την τιτλοποίηση των «κόκκινων» δανείων. Αν κάποια στιγμή τα έσοδα δεν αρκούν για αποπληρωμή υποχρέωσης, η αντίστοιχη εγγύηση του Δημοσίου καταπίπτει.
Το ζήτημα λοιπόν είναι ότι τα business plans των servicers προβλέπουν πόσα χρήματα θα ανακτηθούν από τα δάνεια, με ποιον τρόπο (ρυθμίσεις, εισπράξεις, πλειστηριασμοί) και σε ποιο χρονικό διάστημα. Αυτά τα business plans προέβλεπαν αφύσικα υψηλά ποσοστά ανάκτησης, μέχρι και πάνω από 80%, που αποδείχθηκε ότι δεν μπορούν να υλοποιηθούν. Σύμφωνα με πληροφορίες, τα business plans δεν πάνε καλά, κάτι που κάνει επείγον να «βελτιωθεί» το ποσοστό ανάκτησης.
Αυτός είναι ο λόγος που έχει πέσει τόσο βάρος και γίνεται τόσο συντονισμένη προσπάθεια επιτάχυνσης των πλειστηριασμών. Διαφορετικά, αν έστω και ένας servicer χάσει την άδειά του ή, ακόμη χειρότερα, καταπέσει έστω και μία εγγύηση του Δημοσίου, θα γίνει οικονομικό και πολιτικό «πατατράκ».
«Ουρές» στο νομοσχέδιο
Παρά την απόσυρση του άρθρου 23, στο νομοσχέδιο έχουν μείνει κάποιες «ουρές» φιλικές προς τους servicers που πέρασαν κατά κάποιον τρόπο «κάτω από τα ραντάρ».
Πρόκειται για τον συνδυασμό προβλέψεων των άρθρων 22 και 28. Το άρθρο 22 στην παράγραφο 3 ορίζει ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία του εξωδικαστικού μία και μόνο φορά για τα ίδια δάνεια ή πιστώσεις. Αμέσως μετά, στην παράγραφο 4, προβλέπει ότι «Ο δανειστής δύναται να επαναλαμβάνει τη διαδικασία του παρόντος μέρους περισσότερες από μία (1) φορές».
Το άρθρο 28 διατηρεί σε ισχύ την πληρεξουσιότητα που έχει χορηγηθεί για τη διενέργεια της διαδικασίας ρύθμισης, μέχρι την ανάκλησή της. Ετσι διευκολύνονται επαναλαμβανόμενες διαδικασίες από το fund-πιστωτή μέσω του πληρεξουσίου του servicer.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι υπογράφεται συμφωνία για ρύθμιση αλλά ο οφειλέτης αδυνατεί να την τηρήσει. Αν η σύμβαση καταγγελθεί νόμιμα λόγω αθέτησης, ο πιστωτής μπορεί να προτείνει νέα ρύθμιση, πιθανώς χειρότερη της πρώτης, με την αρχική πληρεξουσιότητα να εξακολουθεί να ισχύει.
Σε αυτή την περίπτωση, συντομεύεται εξαιρετικά ο δρόμος προς τα καταναγκαστικά μέτρα και τον πλειστηριασμό…
Είναι φανερή η συνάφεια του άρθρου 23 με αυτές τις «ουρές», οι οποίες παραμένουν, έστω και αποδυναμωμένες.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
