Τελευταία νέα
Μαρινάκης κατά Ανδρουλάκη για τη συνέντευξη Τύπου: «”Ξέχασε” να μας πει ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό» Νεκρός 43χρονος σε τροχαίο στο Κορωπί – Σφοδρή πρόσκρουση οχήματος σε βράχο Αίγινα: Γυναίκα πέθανε σε παραλία – Αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν μεγάλη καθυστέρηση του ασθενοφόρου Γιώργος Μαζωνάκης: Είχε στο αίμα του το vivere pericolosamente Αυστηρή απάντηση Παπανδρέου σε Μητσοτάκη για Καστελόριζο: Ο κύκλος της χρεοκοπίας άνοιξε με ευθύνη της ΝΔ Σαουδική Αραβία: Το κλείσιμο του αγωγού προς την Ερυθρά Θάλασσα φέρνει απώλεια 4% στον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου Ο Κασιδιάρης αποφυλακίζεται και απειλεί: «Επιστρέφω με πλήρη πολιτικά δικαιώματα στην κεντρική πολιτική σκηνή» Νικήτας Κακλαμάνης: Η Βουλή θα επισκευάσει δύο κατοικίες στο Καστελλόριζο για εκπαιδευτικούς, αγροτικούς γιατρούς και νοσηλευτές Χιονοστιβάδα οι απάτες κατά πολιτών: Οταν χτυπάει το τηλέφωνο και δεν είναι ο… ΔΕΔΔΗΕ Κουτσούμπας από τη Βόρεια Εύβοια: «Μόνο ο λαός σώζει τον λαό» – Κριτική στην κυβέρνηση και κάλεσμα ενίσχυσης του ΚΚΕ Τραγικό ναυάγιο στην Ινδονησία: Νεκροί και πάνω από 100 αγνοούμενοι – Πλοίο «εξαφανίστηκε» από τα ραντάρ Τον «έκαψε» το TikTok: 67χρονος πήγαινε ανάποδα στην παραλιακή από Βούλα προς Γλυφάδα
Efsyn.gr

Γιώργος Μαζωνάκης: Είχε στο αίμα του το vivere pericolosamente

Ο θάνατος ενός λαϊκού τραγουδιστή συγκίνησε όλους τους Ελληνες και έσβησε από την αιχμή της επικαιρότητας τη ΔΕΘ, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, τους δύο φριχτούς πολέμους, την ακρίβεια και τα ελληνοτουρκικά. Γιατί; Γιατί ο Γιώργος Μαζωνάκης είναι ένα «Παιδί της Νύχτας», έφυγε νέος και μ’ έναν θάνατο αινιγματικό.
Τον γνώρισα από την Πάολα, που είναι βαρόμετρο στις εκτιμήσεις των συναδέλφων της. Μόλις με είδε, φώναξε: «Γιώργο, Μαζωνάκης, Respect!» Η Πάολα μου αποκάλυψε στη συνέχεια πως είναι ο καλύτερος συνάδελφος με τον οποίον συνεργάστηκε ποτέ.
Ομολογουμένως, ήταν αγνός, ντρέτος, με καλή φωνή. Ενας κλόουν πάνω στην πίστα, που τα άνθη της έγιναν το φραγγέλιό του. Ολες οι Εξουσίες –οι άπονες– είπαν τον καλό τους λόγο κατόπιν εορτής. Τον πιο καίριο λόγο τον είπε μια γυναίκα. Η Αννα Νταλάρα. Τον αποκάλεσε ευστοχότατα «σύννεφο με παντελόνια». Από το ομώνυμο ποίημα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου και Αρη Αλεξάνδρου.
Τον πρόδωσε η καρδιά του και η ανάγκη του για σφρίγος και ομορφιά. Το θέλημά του για μια ήσυχη ζωή ήρθε τώρα, που τα πρασινομπλέ μάτια του έκλεισαν για πάντα. Ο λαός μας, που έχει αναπτυγμένο αίσθημα δικαιοσύνης, τον Μαζωνάκη τον αγάπησε, με τις παραξενιές του και τις αποκλίσεις του. Είχε το vivere pericolosamente στο αίμα του. Αλλά οι φοβίες και οι θρήνοι του έφυγαν μαζί του στον ουρανό.
Τα είδωλα σαν τον Μαζωνάκη θυμίζουν τα φώτα της ράμπας, πλάι στο βαρύ πένθος της νύχτας. Συλλογίστηκε κανείς τι υποφέρει ένας ευαίσθητος τραγουδιστής, που διανυκτερεύει κάθε βράδυ σαν φαρμακείο; Αν χτυπήσουν την πόρτα του, ποιος θα ανοίξει; Αν ανοίξουν την καρδιά του, ποιος θα κοιτάξει; Λείπει και η αγάπη, που κόβει μονοκόμματα στα δύο τον καιρό και τον αποσβολώνει (Σεφέρης, παραποιημένος).
Γεννήθηκε στη Νίκαια, από έναν πατέρα βέρο Κρητικό, που τον έλεγαν Μανώλη και έμοιαζε του καπετάν Μιχάλη. Η μητέρα του Κλειώ και οι αδελφές του, η Βάσω και η Μαρία. Στα 15 του χρόνια, το μορτάκι από τη Νίκαια σάλταρε πάνω σε ένα μαγαζί που λέγεται «Μουσικό Ρετιρέ». Μόνος, χωρίς κανέναν πλάι του. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε ο μαγαζάτορας. «Θέλω να τραγουδήσω». Και τραγούδησε. Και μπήκε στο «πύρινο καμίνι» από τα 18, όταν σε μια σχολική εκδρομή, τραγουδούσε όλη τη νύχτα. Ηθοποιός και τραγουδιστής ήθελε να γίνει.
Για να είμαι ειλικρινής, τα τραγούδια που έχει πει ο Μαζωνάκης δεν με συναρπάζουν. Αλλά μερικά τραγούδια, τελείως προσωπικά, όπως το «Ανήκω σ’ εμένα», το «Με λένε Γιώργο», το «Γκούτσι φόρεμα» και το «Θέλω να γυρίσω στα παλιά», που είναι ο νόστος για τη Νίκαια, μου αρέσουν.
Η νύχτα έχει τους δικούς της νόμους. Τη νύχτα περνάνε τα «συντάγματα της ηδονής», που έλεγε ο Καβάφης. Ο Μαζωνάκης είναι ένας καβαφικός ήρωας. Συγχωρέστε με, θα τολμήσω να παραθέσω στίχους που τον ζωγραφίζουν απολύτως. Στον Καβαφικό Κανόνα, υπάρχουν στίχοι που απηχούν και τη ζωή του και την καλλιτεχνική του ενασχόληση.
Ξεκινώ με το «ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμο έξω», γραμμένο το 1896. Συνεχίζω με «Το πρώτο σκαλί»: «Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι. Τόσα που έκανες, μεγάλη δόξα». Αμ, το άλλο, που το φρόντισε με τον δικό του τρόπο; «Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον, όσο μπορείς: Μην την εξευτελίζεις». Αλλά και το «Ομνύει»: «Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή. Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με τις δικές της συμβουλές, με τους συμβιβασμούς της και με ταις υποσχέσεις της, αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με τη δική της δύναμη του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος ξαναπηαίνει». Αλλά και για τα άπειρα ξενύχτια του, εκείνο το «Δώδεκα και μισή, πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή, πώς πέρασαν τα χρόνια».
Κάθε προσδοκία του Γιώργου Μαζωνάκη βγήκε σχεδόν λαθεμένη. Χαρά και μύρο της ζωής του, το τραγούδι. Αλλά η αγάπη άφησε πολλές σκιές στη ζωή του. Κυρίως οικογενειακές. Είχε πλήρη επίγνωση του ότι αυτό το επάγγελμα που κάνει είναι πολύ δύσκολο να το συνδυάσεις με μια ζωή καλή. «Αστοχα πράγματα και κινδυνώδη, της νύχτας τα ιδεώδη». Η κοινωνία μας, που είναι σεμνότυφη, συσχέτιζε συχνά κουτά το ντύσιμό του ή τα λόγια που έλεγε.
Ομως επιστρέφω στον Αλεξανδρινό: «Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, στην κόχη τούτη τη μικρή, σ’ όλην τη γη τη χάλασες».
Βέβαια, αν θέλουμε να μιλήσουμε ρεαλιστικά, γύρευε κι αυτός, όπως και άλλα μεγάλα αστέρια, που το πλήρωσαν ακριβά, βότανα και γητεύματα, για να τους φέρουν τη ζωή πίσω ξανά στα 23 τους χρόνια. Μονήρης. Κλεισμένος στον εαυτό του. Κλεισμένος στο σπίτι του. Και τα παράθυρα, κι αυτά καβαφικά. Φοβόταν. Οι στίχοι: «Ισως το φως θα ’ναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει;»
Αλλά και οι αποτυχίες του –γιατί όλοι οι καλλιτέχνες έχουν μεγάλες επιτυχίες και μεγάλες αποτυχίες, ανάλογα με τις φιλοδοξίες τους– έμοιαζαν με τους συφοριασμένους Τρώες «που κομμάτι κατορθώνουν, κομμάτι παίρνουν τα πάνω τους κι αρχίζουν να ’χουν θάρρος και καλές ελπίδες». «Η νύχτα θέλει κορμί και μέλι», έλεγε η Λίνα Νικολακοπούλου. Αλλά ο Μαζωνάκης τη νύχτα την ήπιε απνευστί, σαν αυθεντικός αλήτης που ήταν, θεόθεν αλήτης.
Δεν μπαίνω καθόλου στο αστυνομικό κομμάτι. Δεν αφορά αυτό το πορτρέτο που σχεδιάζω. Οσο κι αν έγινε φανερό πως οι έμποροι της δημόσιας δυστυχίας σπεύδουν να εκμεταλλευτούν περιπτώσεις σαν του Μαζωνάκη. Εκείνο, όμως, που με συγκινεί ιδιαιτέρως είναι ότι δεν έδωσε δικαιώματα για την προσωπική του ζωή. Οχι πως η ομορφιά των γυναικών δεν τον συγκινούσε. Αλλά γιατί, γνωρίζοντας καλά τον εαυτό του, δεν θέλησε να κάνει οικογένεια. Τύλιξε τον εαυτό του σε έναν μανδύα αξιοπρέπειας και μας τον εμφάνιζε κάθε τόσο, με διαφορετικό τρόπο, για να μας προκαλέσει τη σύγχυση που ήθελε.
Ο Μαζωνάκης, για να κλείνουμε, ήταν ένας νυχτερινός κολυμβητής και παράλληλα ήταν αυτό που είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Φλωρινιώτη: «Ενας αστροναύτης χωρίς επιστροφή». Στο πάνθεον της μελαγχολικής Αθήνας, έχει μια θέση και ο Γιώργος Μαζωνάκης, που, εκτός από καβαφικός ήρωας, θα μπορούσε να είναι και ένας νέος στον παζολινικό θίασο του «Ακατόνε» ή της «Μάμα Ρόμα» ή εκείνης της κουστωδίας στην Οστια, που έφερε και το ζοφερό του τέλος.
Ο καλός δημοσιογράφος πρόσωπα σαν τον Μαζωνάκη τα κυνηγάει ανηλεώς. Εγώ δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Ολο έλεγα μέσα μου ότι θα πάρω μια συνέντευξη και ποτέ δεν την πήρα. Ισως επειδή διαισθανόμουν ότι αν διεισδύσεις σε αυτά τα ιδιαίτερα πρόσωπα, αναδεικνύεται τραγικά η συναίσθηση της θνησιγένειας αυτού του καλού και αθέατου κόσμου, που εν τέλει είναι ανυπεράσπιστος. Αυτό αισθανόμουν για τον Μαζωνάκη, ότι ήταν ανυπεράσπιστος. Ο δημοσιογράφος Τάσος Τρύφωνος πήρε μια εκλεκτή συνέντευξη. Αξίζει τον κόπο να τη δει κανείς, γιατί είναι αληθινή πέρα ώς πέρα.
Τελειώνοντας, του αφιερώνω, ποιητική αδεία, ένα απόσπασμα από το αριστουργηματικό πεζό του Κ. Π. Καβάφη «Το Σύνταγμα της Ηδονής».
«Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Οταν περνά το σύνταγμα της ηδονής με μουσικήν και σημαίας. Οταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμάει στην καλήν εκστρατείαν, τη βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
[…] Ολοι οι νόμοι της ηθικής –κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι– είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν όταν περνά το σύνταγμα της ηδονής με μουσικές και σημαίας.
[…] Και επί τέλους, όταν πέσεις εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Οταν περάσει η κηδεία σου, αι μορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου, θα ρίψουν κρίνα και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου. Θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Ολύμπου και θα σε θάψουν εις το Κοιμητήριο του Ιδεώδους, όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως».
ΜΑΖΩ, RESPECT!

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...